Χωρίς τίτλο

Ενα ελάχιστα γνωστό περιστατικό της βασιλείας του Όθωνος, συνιστά το ταξίδι του στην σκλαβωμένη Σμύρνη, λίγους μόλις μήνες μετά από την άφιξή του στην Ελλάδα, την 15η / 27η Μαΐου 1833. Απώτερος σκοπός του ήταν «να πείση τον εν Ιωνία Έλληνισμόν ότι τον θεωρεί αναπόσπαστον τμήμα του Ελληνικού Βασιλείου, ότι τον σκέπτεται και ότι τον απασχολεί η τύχη του».

Εντούτοις, τα συνεχή διαβήματα του Έλληνα πρεσβευτή στην Πόλη απερρίφθησαν κατηγορηματικά από τους τούρκους. Ο Σουλτάνος δεν δεχόταν να συνομιλήσει με τον νεαρό Βασιλέα, ενώ δεν είχε καν δεχθεί σε ακρόαση τον πρεσβευτή της Ελλάδος Κων. Ζωγράφο. Επιπλέον, δεν είχε στείλει ακόμη αντιπρόσωπό του στην έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως στο Ναύπλιο. Ο Ζωγράφος δεν εκάμφθη. Υπέβαλε επισήμως αίτημα για την χορήγηση άδειας ανεπισήμου επισκέψεως του Όθωνος την Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς, οι τούρκοι απέρριψαν και το αίτημά του αυτό, οπότε ο Ζωγράφος κατέφυγε στον πρεσβευτή της Ρωσσίας. Ο τελευταίος τον συνεβούλεψε να εμμείνει στον ανεπίσημο χαρακτήρα του ταξιδιού και να επικαλεστεί την επιθυμία του νεαρού ηγεμόνος όπως συναντηθεί με τον αδελφό του πρίγκιπα Μαξιμιλιανό, ο οποίος ταξίδευε στην Εγγύς Ανατολή, την περίοδο εκείνη. Τελικώς, η άδεια εδόθη αλλά μόνον για τη Σμύρνη. Αυτό έχει περιγραφεί ως ακολούθως :

«Η ελληνικωτάτη της Ιωνίας πόλις εσφάδαζεν υπό το κράτος ιερού ενθουσιασμού. Εκατοντάδες πλοίων και λέμβων επολιόρκησαν την “Μαδαγασκάρην” και επευφήμουν τον Έλληνα βασιλέα και την υπερηφάνως κυματίζουσαν κυανόλευκον. Ο βασιλεύς Όθων ακολουθούμενος υπό του υπασπιστού Δημητρίου Βότσαρη, του κόμητος Σαπόρτα, του βαρώνου Λίδερ, του αρχιάτρου Βίπνερ και του γραμματέως βαρώνου Στέγκελ, εξήλθον εις την ξηράν αλλ’ η συνώθησις και ο ενθουσιασμός του ελληνικού λαού ήτο τοιούτος ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη αυθωρεί εις το πλοίον του· τας επομένας ημέρας δια των προσπαθειών των προυχόντων, κατευνασθέντων των πνευμάτων, ηδυνήθη να εξέλθη και επισκεφθή τα σχολεία, το νοσοκομείον και τας εκκλησίας. Οι Έλληνες έμποροι ηθέλησαν να ποιήσουσι λαμπράν εορτήν προς τιμήν του, αλλ’ η αίτησις αυτών συνετώς απερρίφθη υπό του Όθωνος όστις συγκατένευσε μόνον να μεταβή χάριν περιπάτου εις την εξοχήν την καλουμένην Βουρνόβα και προσκληθή εκ συμπτώσεως δήθεν υπό του Άγγλου μεγαλεμπόρου Whittall. Ούτω και εγένετο, δοθέντος υπό του Whittall λαμπρού δείπνου και χορού, παρευρεθέντος του βασιλέως Όθωνος και του άνθους της ελληνικής και της ευρωπαϊκής κοινωνίας Σμύρνης. Έμεινε δε ο βασιλεύς Όθων εν Σμύρνη εννέα όλας ημέρας μέχρι τις 14 Ιουνίου.

Τρεις ημέρας προ της αναχωρήσεως αυτού, αφικομένου και του πρίγκηπος Μαξιμιλιανού, ετελέσθη πάνδημος δοξολογία εν τω μητροπολιτικώ ναώ της αγίας Φωτεινής υπό του μητροπολίτου Σμύρνης Σεραφείμ μεθ’ άπαντος του κλήρου, παρισταμένου απείρου πλήθους, του διευθυντού της Ευαγγελικής Σχολής Ομηρόλη μετά των καθηγητών, της δημογεροντίας και της εφορίας μετά των προυχόντων. Αυτός ο Άγγλος πλοίαρχος εδάκρυσεν εκ της συγκινήσεως βλέπων τον άπλετον εκείνον ενθουσιασμόν, την ιεράν συγκίνησιν των Ελλήνων. Επί τόσους αιώνας, το ταλαίπωρον έθνος την αποκατάστασιν και απελευθέρωσιν αυτού επόθη· επί τέσσαρας αιώνας, ενισχύετο εις το υπομένειν τα παθήματα δια της παρηγόρου ελπίδος, ότι επελεύσεται ημέρα, καθ’ ην ανυψωθήσεται και πάλιν το λάβαρον της πεσούσης Αυτοκρατορίας του. Επί τέσσαρας αιώνας ηγωνίζετο, εταλαιπωρείτο, εμάχετο ίνα επισπεύση την ημέραν ταύτην. Η ενώπιον αυτού παρουσία του Έλληνος Μονάρχου τω εφαίνετο ως εκ νεκρών ανάστασις, ως αν ηνοίχθησαν οι τάφοι των Κωνσταντίνων και ανεπήδησεν εις εξ αυτών την ανάστασιν του Γένους ευαγγελιζόμενος. Τη στιγμή εκείνη ελησμόνησεν ότι μία μόνον γωνία των Ελληνικών χωρών ηλευθερώθη· ότι αυτοί εγκατελείφθησαν εν δουλεία, ότι υφίστατο ξένη διοίκησις και ότι τούρκοι πασάδες εκυβέρνων αυτούς. Έν έβλεπον, τον ενώπιον αυτών Βασιλέα της Ελλάδος και τρέμοντες εκ της συγκινήσεως, παραπαίοντες εκ της μέθης του πατριωτισμού ηγάλλοντο, επευφήμουν. Ο της ελληνικής ορθοδόξου Ευαγγελικής Σχολής διευθυντής Ομηρόλης δια φωνής υποτρεμούσης προσεφώνησε τον Βασιλέα Όθωνα· ο μητροπολίτης Σμύρνης επηυλόγησεν αυτόν εκφωνήσας εύγλωττον και πλήρη πατριωτισμού λόγον.

Ότε όμως η “Μαδαγασκάρη” ανεχώρησεν, ότε ο Όθων συμπαραλαβών και τον αδελφόν Μαξιμιλιανόν το ύστατον δια της χειρός απεχαιρέτισε τον επί των λέμβων ζητωκραυγούντα λαόν, ότε η υπερήφανος φρεγάδα εξηφανίσθη εις το πέλαγος, ο σμυρναϊκός λαός επανέπεσεν εις την σκληράν πραγματικότητα».

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 116)

Advertisements