Χωρίς τίτλο

Σε λίγες ημέρες, θα εορτασθεί η 75η επέτειος από την είσοδο της χώρας μας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον τελευταίο καιρό, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια διαφόρων «ιθυνόντων» και δήθεν ιστορικών να μας πείσουν ότι το «ΟΧΙ» είπε ο λαός, κάποιοι άλλοι «επαΐοντες» (όπως οι γνωστοί Θεοδ. Πάγκαλος και Γεωργ. Καμίνης) προτείνουν να εορτάζεται η λήξη του πολέμου και όχι η συμμετοχή της χώρας μας σε αυτόν. Μόνον που αγνοούν ότι αφ’ ενός η χώρα μας απελευθερώθη σταδιακά κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 1944 – Μαΐου 1945 (ως εκ τούτου δεν υπάρχει μία κοινή ημερομηνία), αφ’ ετέρου λίγο μετά βούλιαξε (με υπαιτιότητα πρωτίστως των πολιτικών προγόνων τους) σε μία νέα, πολύ πιο αιματηρή σύρραξη, την οποία εκείνοι πρώτοι θα πρέπει να επιθυμούν όπως περιπέσει στην λήθη. Το «ΟΧΙ» δόξασε την Ελλάδα στα πέρατα της Οικουμένης και η Ιστορία το πίστωσε στον Ιωάννη Μεταξά. Κατωτέρω θα ιστορηθούν τα πραγματικά γεγονότα, προκειμένου να θυμηθούν οι παλαιότεροι και κυρίως να μάθουν οι νεώτεροι.

Στις 02.50 τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ιταλός στρατιωτικός ακόλουθος Συνταγματάρχης Luigi Montini έφθασε στην πόρτα της οικίας Μεταξά στην Κηφισιά. Σε αυτό επέβαιναν, o Grazzi και ο διερμηνεύς του ονόματι De Santo. Ο τελευταίος είπε στον φρουρό να ξυπνήσει τον πρωθυπουργό διότι ο πρέσβης της Ιταλίας επιθυμούσε να γίνει δεκτός για να του επιδώσει μία επείγουσα διακοίνωση. Ο φρουρός παρήκουσε και είπε στον Μεταξά ότι επιθυμούσε να τον δει ο πρέσβης της Γαλλίας, γεγονός που ξάφνιασε τον κυβερνήτη της Ελλάδος. Σύντομα, η απορία του ελύθη καθώς ο Μεταξάς ανεγνώρισε τον Ιταλό διπλωμάτη και διέταξε τον φρουρό να τον αφήσει να περάσει. Δυστυχώς, ο ίδιος ουδέποτε περιέγραψε τον διάλογο που διημείφθη μεταξύ των δύο ανδρών. Ως εκ τούτου, υπάρχει μόνον η κάτωθι μαρτυρία του Grazzi.

«Ο Μεταξάς είχε φορέσει μία σκούρα μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυχτικό. Μου έσφιξε το χέρι, με έβαλε μέσα και με άφησε να περάσω σε ένα μικρό σαλόνι, το  συνηθισμένο σαλονάκι μιας μικροαστικής εξοχικής βιλλίτσας.

Μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η κυβέρνησή μου μού     είχε αναθέσει να του κάμω μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να διαβάζει. Τα χέρια του κρατούσαν το χαρτί, έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν, όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή «Alors c’ est la guerre» (λοιπόν, έχουμε πόλεμο). Του απήντησα ότι δεν ήταν καθόλου έτσι κατ’ ανάγκην, και ότι μάλιστα η ιταλική κυβέρνηση ήλπιζε ότι η αντίστοιχη ελληνική θα εδέχετο τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα, τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους την 6η πρωινή.

Ο Μεταξάς απήντησε : “Η ευθύνη του πολέμου αυτού βαρύνει αποκλειστικά την ιταλική κυβέρνηση. Η κυβέρνησή Σας ήξερε κάλλιστα ότι η Ελλάδα το μόνο που επιθυμούσε ήταν να παραμείνει ουδετέρα, αλλ’ ότι είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε το εθνικό έδαφος εναντίον οιουδήποτε”.

Τα προαναφερθέντα γεγονότα προκαλούν συγκίνηση αλλά και θλίψη, εάν αναλογιστεί κανείς ότι στην θέση του φτωχά ενδεδυμένου κυβερνήτη της Ελλάδος βρίσκονται σήμερα άνθρωποι άεργοι, με συνεργάτες που «ξεχνούν» να αναφέρουν εισοδήματα 1.000.000 ευρώ. Την ιδία ώρα, όσοι τιμούν τους ήρωες της περιόδου εκείνης (αγωνιζόμενοι για τα ιδανικά της Πατρίδος, της Θρησκείας και της Οικογένειας) υβρίζονται, συκοφαντούνται και καταδιώκονται απηνώς… Εκείνη την ώρα, ο Μεταξάς μιλούσε εξ ονόματος όλων των Ελλήνων, ανεξαρτήτως ιδεολογίας και πολιτικής τοποθετήσεως. Το «ΟΧΙ» που με παρρησία αντέταξε ήταν συνέχεια της στάσεως του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Βασιλεύουσα και του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Το 1940, ανέλαβαν να το μετουσιώσουν σε πράξη οι άνδρες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, σε ξηρά, θάλασσα και αέρα. Και ήταν αυτοί που έκαναν πραγματικότητα την ρήση του Σωκράτη : «Μητρός τε και πατρός τε και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον και σεμνώτερον και αγιώτερον εστίν η πατρίς και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν» (Πλάτωνος, Κρίτων κεφ.12).

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 120) 

Advertisements