Χωρίς τίτλο

Eντονη δραστηριότητα επιδεικνύει η Άγκυρα σε περιοχές που «κείνται μακράν» του αμέσου γεωπολιτικού περιβάλλοντός της. Tον Δεκέμβριο, ανεκοινώθη η δημιουργία τουρκικής στρατιωτικής βάσεως στο Κατάρ στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως για την υπογραφή μίας γενικότερης διμερούς συμφωνίας.

Η βάση αυτή θα είναι στρατιωτική, ναυτική, αεροπορική, σταθμεύσεως μονάδων καταδρομών και εκπαιδεύσεως ανδρών του στρατού του Κατάρ. Σε αυτήν θα είναι εγκατεστημένοι τουλάχιστον 3.000 στελέχη του τουρκικού στρατού και ένας απροσδιόριστος ακόμη αριθμός «συμβούλων». Η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει την γεωστρατηγική θέση της στην περιοχή, συγκαταλεγόμενη μεταξύ των κρατών που έχουν απευθείας πρόσβαση στον Περσικό κόλπο. Εντούτοις, η συγκεκριμένη πολιτική συνεπάγεται και την μεγαλύτερη έκθεση των Τούρκων σε δυνητικούς κινδύνους, όπως η κλιμακούμενη ένταση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν.

Η Άγκυρα θέλησε να μιμηθεί το Παρίσι, το οποίο έχει αποκτήσει μία αντίστοιχη βάση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από το 2009 και το Λονδίνο, το οποίο υπέγραψε μία συμφωνία για την δημιουργία αντίστοιχης βάσεως στο Μπαχρέιν, τον παρελθόντα Νοέμβριο. Από την άλλη πλευρά, υποδηλώνει την βούληση των κρατών του Κόλπου να αναπτύξουν στενές στρατιωτικές σχέσεις με κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, φοβούμενα προφανώς για την ασφάλειά τους σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Oι κινήσεις αυτές έχουν ως κύριους αποδέκτες την Τεχεράνη και την Μόσχα, οι οποίες ωθούνται εκ των πραγμάτων σε στενότερη συνεργασία.

Ιστορικές σχέσεις

Τουρκίας-Κατάρ

Ως έναν βαθμό, το Κατάρ χρωστάει την ύπαρξή του στις προνομιακές σχέσεις που ανέπτυξε με την οθωμανική διοίκηση κατά τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Την εποχή εκείνη, η περιοχή ήταν μια επαρχία που υπαγόταν στην διοικητική περιφέρεια της Βασόρα. Οι Βρεταννοί άρχισαν να προσεγγίζουν με διαφόρους, συχνά αδιαφανείς, τρόπους τους τοπικούς ηγεμόνες. Οι επαφές αυτές τους φάνηκαν πολύ χρήσιμες την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είκοσι χρόνια αργότερα. Το 1893, η Υψηλή Πύλη έστειλε στρατεύματα στο Κατάρ για να καταπνίξουν μία τοπική εξέγερση υπό τον Τζασμίν μπιν Μωχάμεντ αλ Θάνι. Αυτά, όμως, απέτυχαν να εμπεδώσουν την οθωμανική κυριαρχία και το Κατάρ κατέστη de facto αυτόνομο. Εντούτοις, οι τοπικοί ηγέτες δεν επιθυμούσαν την πλήρη απεμπόληση της οθωμανικής κυριαρχίας εξ ου και επέτρεψαν την παραμονή ολιγάριθμων στρατευμάτων του Σουλτάνου στο έδαφός τους. Πράγματι, η συγκεκριμένη περιοχή ήταν η τελευταία απ’ όπου απεχώρησαν τα οθωμανικά στρατεύματα μετά την συντριβή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κάτοικοι του Κατάρ εκμεταλλεύθηκαν την μακροχρόνια παραμονή τους για να αποφύγουν την ενσωμάτωσή τους στο αναδυόμενο σαουδαραβικό βασίλειο.

ήθησαν οι καλές διμερείς σχέσεις, οι οποίες ενισχύθηκαν έτι περαιτέρω μετά την άνοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία, το 2002. Οι δύο κυβερνήσεις μοιράζονται τις ίδιες (περίπου) αντιλήψεις για το μέλλον της ευρύτερης περιοχής, καθώς είναι «εν τοις πράγμασι» σύμμαχοι στην Συρία και την Αίγυπτο. Επίσης, στο παλαιστινιακό ζήτημα και οι δύο κυβερνήσεις έχουν ταχθεί στο πλευρό της Χαμάς, αντιτιθέμενες την επίσημη Παλαιστινιακή Αρχή. Αν και το ακριβές περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και της επικείμενης συμφωνίας δεν έχει γίνει ακόμη γνωστό, είναι πολύ πιθανό να περιλαμβάνει την μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικού προσωπικού στην πρωτεύουσα του Κατάρ, Ντόχα, ή σε κάποιο άλλο σημείο της επικράτειας του Κατάρ, ενώ δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει και ένα άρθρο στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση που ένα εκ των δύο συμβαλλομένων μερών δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος. Υπενθυμίζεται ότι παρόμοια συμφωνία η Τουρκία έχει υπογράψει μόνον με το Αζερμπαϊτζάν.

Συνέχεια στην έντυπη έκδοση

(Φ. 133) 

 

 

Advertisements