Χωρίς τίτλο.jpg

Η επίσημη διήμερη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Σαουδική Αραβία, η οποία ξεκίνησε στις 29 Δεκεμβρίου 2015, απεδείχθη μία σημαντική κίνηση στην σκακιέρα της Μ. Ανατολής. Μόλις προ ολίγων ημερών, το Ριάντ είχε εκφράσει την πρόθεσή του να ηγηθεί μίας συμμαχίας μουσουλμανικών κρατών εναντίον του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Η συμμαχία αυτή θα περιλαμβάνει την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ιορδανία, το Κατάρ, το Κουβέιτ, τον Λίβανο, την Λιβύη, την Μαλαισία, το Μπαχρέιν, την Νιγηρία, το Πακιστάν, την Παλαιστίνη, την Σομαλία, το Σουδάν, την Τουρκία, την Τυνησία και την Υεμένη. Επίσης, θα τυγχάνει της υποστηρίξεως της Ινδονησίας, ενώ θα είναι σε συνεργασία με τους Δυτικούς, κρατώντας διακριτές αποστάσεις από τους Ρώσσους. Αυτό ήταν απολύτως αναμενόμενο, καθώς είναι ευρέως γνωστόν ότι οι Σαουδάραβες επιθυμούν «παντί τρόπω» την ανατροπή του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ Άσσαντ. Μάλιστα, αρνούνται κατηγορηματικά να του αποδοθεί οιοσδήποτε ρόλος, έστω και μεταβατικός, στο μεταπολεμικό πολιτικό σκηνικό της χώρας του. Λίαν προσφάτως, ο Ερντογάν δήλωσε ότι δεν θα εδέχετο να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Σύρο ομόλογό του, καθώς αμφισβητεί την νομιμοποίησή του να ομιλεί εξ ονόματος του λαού του! Στο σημείο αυτό, η πολιτική των Τούρκων ταυτίζεται απολύτως με αυτήν των Σαουδαράβων και αντιστρατεύεται ανοικτά τις επιδιώξεις του Ρώσσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος στηρίζει εμπράκτως την νόμιμη κυβέρνηση της Δαμασκού.

Ελάχιστα διέρρευσαν για το περιεχόμενο των συνομιλιών μεταξύ των δύο μουσουλμάνων ηγετών, οι οποίοι μοιράζονται το ίδιο (σουνιτικό) δόγμα. Σε συνέντευξη που παρεχώρησε στο τηλεοπτικό δίκτυο Αλ Αραμπίγια, ο Τούρκος Πρόεδρος δήλωσε εμφατικά: «Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι στενότερες παρά ποτέ». Προσέθεσε δε ότι σημειώνεται μεγάλη ανάπτυξη των διμερών σχέσεων στους τομείς του εμπορίου, της οικονομίας, του πολιτισμού και των ενόπλων δυνάμεων. Τέλος, εξέφρασε την βεβαιότητά του ότι η επίσκεψη ενδυνάμωσε τους δεσμούς μεταξύ των δύο κρατών. Βεβαίως, οι δεσμοί έχουν ενισχυθεί στην πράξη, καθώς οι δύο χώρες συνεργάζονται επί μακρόν στην στήριξη κάθε αντιπάλου του καθεστώτος Άσσαντ, επισήμως μόνον της λεγομένης «μετριοπαθούς» αντιπολιτεύσεως, ανεπισήμως και των τζιχαντιστών, όπως είναι πλέον πανθομολογούμενο.

Συμμαχία εναντίον του Ιράν

Πέραν, όμως, της κρίσεως στην Συρία, ο διεθνής Τύπος έκανε λόγο και για συζητήσεις σχετικά με το Ιράν και τον ρόλο που επιθυμεί να παίξει η Τεχεράνη στα δρώμενα της περιοχής. Οι Ιρανοί ανήκουν στο σιϊτικό δόγμα, είναι δηλαδή «αιρετικοί» κατά τους Σαουδάραβες και τους Τούρκους. Τόσο η Άγκυρα όσο και το Ριάντ μοιράζονται την ιδία αποστροφή για τους «μουλάδες» της Τεχεράνης, οι οποίοι είναι πιστοί σύμμαχοι του Άσσαντ αλλά και των Ρώσσων, ενώ εξομάλυναν τις σχέσεις τους και με τους Αμερικανούς το 2015. Τις τελευταίες δεκαετίες διεξάγεται ένας αγώνας μέχρι τελικής πτώσεως μεταξύ των Σαουδαράβων και των Ιρανών για την ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου. Στον ανταγωνισμό αυτό ενεπλάκησαν και οι Τούρκοι, οι οποίοι προσπαθούν να εφαρμόσουν στην πράξη το δόγμα του Αχμέτ Νταούτογλου περί «στρατηγικού βάθους» και μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές τους.

Το οθωμανικό παρελθόν, όμως, αποτελεί τροχοπέδη στα σχέδιά τους, ενώ η ανάμειξή τους στο Μεσανατολικό δεν έγινε ευμενώς αποδεκτή από τους Σαουδάραβες, τα προηγούμενα χρόνια. Αρχικώς, ο Ερντογάν προσεπάθησε να κρατήσει τις ισορροπίες, διακηρύσσοντας ότι οι όποιες διαφορές του Ριάντ με την Τεχεράνη δεν θα επηρεάσουν τις καλές τουρκο-ιρανικές σχέσεις. Εν συνεχεία, όμως, έκανε λόγο για δυσεπίλυτες διαφορές μεταξύ Αγκύρας και Τεχεράνης. Αυτό ήταν γνωστό σε όσους ασχολούνται με την διεθνή διπλωματία, όπως και το ότι η Σαουδική Αραβία και το Ιράν υποστηρίζουν αντιμαχόμενες πλευρές στον πόλεμο της Υεμένης. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι άλλο συνεζήτησαν οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων σουνιτικών χωρών της Μ. Ανατολής.

Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έκαναν λόγω για πιέσεις που άσκησαν οι Σαουδάραβες στον Ερντογάν προκειμένου να συμφιλιωθεί με τους στρατιωτικούς που έχουν πάρει τα ηνία της εξουσίας στην Αίγυπτο. Οι Τούρκοι είχαν στηρίξει πολλές ελπίδες στον ανατραπέντα Αιγύπτιο Πρόεδρο Μωχάμεντ Μόρσι, στο πλαίσιο των οραμάτων του Νταούτογλου και καταγγέλλουν τον νυν Πρόεδρο, Στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι ως πραξικοπηματία. Σε κάθε περίπτωση η εξομάλυνση των σχέσεων με το Κάιρο περνάει αναπόφευκτα από την Μόσχα, στενός σύμμαχος της οποίας είναι ο Αιγύπτιος ηγέτης. Ο Πούτιν δεν φαίνεται διατεθειμένος να βοηθήσει στην πραγμάτωση των σχεδίων των Τούρκων, ενώ δεν τον ικανοποιεί η αύξηση της επιρροής της Σαουδικής Αραβίας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που διαβιούν στην ρωσσική επικράτεια. Προς τούτο, μόνον τυχαίος δεν ήταν ο βομβαρδισμός του τζιχαντιστή Ζαχράν Αλλούς στην Συρία. Ο τελευταίος ήταν φίλος του Ριάντ, αλλά οι Σαουδάραβες δεν αντέδρασαν έχοντας επίγνωση της αδυναμίας τους να αντιπαρατεθούν ανοικτά με τους Ρώσσους. Αντίστοιχη προνοητικότητα δεν επέδειξε το νέο-οθωμανικό δίδυμο Ερντογάν-Νταούτογλου.

Συνέχεια στην έντυπη έκδοση

(Φ. 135) 

Advertisements