Χωρίς τίτλο

Πριν από πέντε χρόνια, η «Αραβική Άνοιξη» εκδηλώθηκε ως ένα επαναστατικό κύμα διαδηλώσεων, διαμαρτυριών (βιαίων ή μη), εξεγέρσεων αλλά και εμφυλίων πολέμων στον αραβικό κόσμο που ξεκίνησε στην Τυνησία με την εκεί επανάσταση και εξαπλώθηκε σε όλες σχεδόν τις χώρες του Αραβικού Συνδέσμου. Από την αρχή της διαδικασίας φάνηκε ξεκάθαρα πως οι διεργασίες δημόσιας διαμαρτυρίας και τα υποκείμενα συστατικά τους ρεύματα, δεν επεδίωκαν μόνο να αλλάξουν το πρόσωπο πολλών αραβικών κρατών, αλλά να επαναπροσδιορίσουν ουσιαστικά την πολιτική της μείζονος περιοχής.

Και σε ορισμένα σημεία το πραγματοποίησαν: Σε χώρες όπως η Λιβύη, η Συρία και η Υεμένη, όπου οι λαϊκές διαμαρτυρίες προσέλκυσαν χιλιάδες και ενισχύθηκαν από πράκτορες ή και «εθελοντές μαχητές» ξένων δυνάμεων, η «Αραβική Άνοιξη» προξένησε φονικότατους εμφυλίους πολέμους που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Όμως, οι χώρες στις οποίες ξεκίνησαν στην πραγματικότητα οι πρώτες διαμαρτυρίες – η Αίγυπτος και η Τυνησία – παρέμειναν  ουσιαστικά ανέγγιχτες από την πολεμική βία τεραστίου επιπέδου που έπληξε τους γείτονές τους στην περιοχή. Η φαινομενική σταθερότητά τους οφείλεται εν μέρει στην ανθεκτικότητα των κυβερνήσεών τους που φάνηκε πως τάχα υιοθετούν τις φερ’ ειπείν «δημοκρατικές» μεταρρυθμίσεις. Βεβαίως, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως αυτές οι παλαιές και βαθιά ριζωμένες στην τοπική κοινωνία κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις στην ενίοτε τυραννική εξουσία τους.

Λίγο άλλαξαν πραγματικά τα πλαίσια των δομών εξουσίας της Αιγύπτου και της Τυνησίας: Ο  Μπεν Αλί (Ζίνε Ελ Αμπιντίν Μπεν Αλί) παραιτήθηκε από την θέση του ως προέδρου της Τυνησίας και ο Χόσνι Μουμπάρακ έκανε το ίδιο στην Αίγυπτο. Αυτή τους η πράξη μαρτυρεί πόσο ισχυρές ήσαν οι εναντίον τους διαδηλώσεις και αντιδράσεις. Αλλά και ο νυν Τυνήσιος Πρόεδρος Μπέτζι Καΐντ Εσέμπσι (δισέγγονος του Ισμαήλ Καΐντ Εσέμπσι, ενός Σαρδηνού που απήχθη από Τυνήσιους πειρατές στις αρχές του 19ου αιώνα και έγινε ηγέτης των Μαμελούκων) ήταν μέλος της κυβέρνησης του Μπεν Αλί, ενώ ο νυν Πρόεδρος της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι ήταν ένας αξιόπιστος Στρατηγός  στο πανίσχυρο «Στρατιωτικό Συμβούλιο» της χώρας του υπό τον Μουμπάρακ. Πολλοί από τους σημερινούς υπουργούς και νομοθέτες -και στις δύο χώρες- κατέχουν παρόμοιες θέσεις με αυτές που κατείχαν πριν από πέντε χρόνια. Μέρος της επιτυχίας τους όσον αφορά στην διατήρηση της εξουσίας οφείλεται στην προθυμία τους «να λυγίσουν, αλλά όχι να σπάσουν», εν όψει των απαιτήσεων ενός νέου, μετα την Αραβική Άνοιξη, περιβάλλοντος.

Τώρα, η μεγαλύτερη απειλή για τις δύο αυτές κυβερνήσεις είναι οι εξωτερικοί  κίνδυνοι ασφαλείας που απειλούν και την εσωτερική σταθερότητα. Η συνεχιζόμενη λιβυκή αναταραχή – γεμάτη παραστρατιωτικές οργανώσεις, φατρίες της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους – καθώς και τα πολύμορφα και ποικιλομεγέθη κενά εξουσίας στο Σινά, στο Σαχέλ (ευρύτατη διακρατική λωρίδα γης νότια της ερήμου Σαχάρας, η οποία ξεκινά από δυτικά προς ανατολικά απ’ την Σενεγάλη συνεχίζει σε νότια Μαυριτανία, κεντρικό Μάλι, βόρεια Μπουρκίνα Φάσο, κεντρικό Νίγηρα, βόρεια Νιγηρία, κεντρικό Τσαντ, στο κεντρικό-βόρειο Σουδάν και καταλήγει στην βόρεια Ερυθραία στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας), στα βουνά της Αλγερίας, αλλά και οι συνεχιζόμενες συρράξεις στο Ιράκ και στην Συρία, έχουν οδηγήσει σε επιθέσεις στο έδαφος της Τυνησίας και της Αιγύπτου και έχουν δελεάσει νέους Τυνήσιους και Αιγυπτίους να συμμετέχουν στον αγώνα των τζιχαντιστών.  Οι απειλές των τζιχαντιστών, οι οποίοι στοχεύουν ολοένα και περισσότερο σημαντικούς χώρους τουρισμού και εγκαταστάσεις ασφαλείας της Τυνησίας και της Αιγύπτου, αποτελούν εξόχως σημαντική προτεραιότητα για την Τύνιδα και το Κάιρο. Η Αίγυπτος έχει ενισχύσει τις δυνατότητες ασφαλείας της καλύτερα από ό,τι η Τυνησία, εν μέρει επειδή οι δυνάμεις ασφαλείας της Τυνησίας αισθάνονται (ή πράγματι είναι) κακοπληρωμένες.

Το ζήτημα της ανεπαρκούς πληρωμής σηματοδοτεί οικονομικά προβλήματα που θα συγκλονίσουν με διαφορετικούς τρόπους τα θεμέλια των δύο κυβερνήσεων. Και οι δύο χώρες παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων, καθώς και αύξηση του κόστους διαβίωσης. Περισσότερο από το 60% των νέων αποφοίτων στην Τυνησία δεν είναι σε θέση να βρουν εργασία, ενώ η ανεργία των νέων κυμαίνεται γύρω στο 30% και η συνολική ανεργία έχει μειωθεί κατά 3% από το 2011. Στην Αίγυπτο, η ανεργία των νέων υπερβαίνει το 40%.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στην Τυνησία εκδηλώθηκαν στα ίδια αστικά κέντρα όπου ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη το 2011, ενώ οι φωνές για την εργασιακή απασχόληση απηχούν, λέξη προς λέξη, τις ίδιες απαιτήσεις  όπως και πριν από πέντε χρόνια. Ακόμη και οι αστυνομικοί διαδήλωσαν (ειρηνικά) στο προεδρικό μέγαρο στην Καρχηδόνα, ζητώντας αυξήσεις στις αμοιβές τους, πλαισιωμένοι από την αλληλέγγυα προεδρική φρουρά! Εν μέσω αυτών των διαμαρτυριών, οι ηγέτες της Τυνησίας ζήτησαν από τον λαό τους υπομονή, θυμίζοντας στους ψηφοφόρους ότι οι απειλές ασφάλειας, όπως το Ισλαμικό Κράτος, θα μπορούσαν να επιδεινωθούν ιδιαίτερα αν δεν περιοριστεί άμεσα η κοινωνική αναταραχή.

Το πώς διαχειρίζονται τα οικονομικά τους ζητήματα  η Αίγυπτος και η Τυνησία είναι εξίσου σημαντικό και με το πώς διαχειρίζονται τα κόμματα της αντιπολίτευσης τους. Για να διατηρηθεί η όποια «δημοκρατική» νομιμότητα μεταξύ ειλικρινών και πολιτικά συνειδητοποιημένων πολιτών, το Κάιρο και η Τύνις πρέπει να συνεργαστούν με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τους ισλαμιστές, με τρόπους που ήσαν αδιανόητοι – και παράνομοι – πριν από την Αραβική Άνοιξη. Στην Τυνησία, το αντιπολιτευόμενο ισλαμικό κόμμα «Εναντά» («Αναγέννηση») πρέπει να συνεργαστεί  στενά με το κυβερνών κόμμα Νιντά Τουνίς («Κάλεσμα της Τυνησίας»), αν οι Τυνήσιοι θέλουν πράγματι να επιτευχθεί οτιδήποτε θετικό. Αυτό γίνεται σαφές από την συμφωνία «κεκλεισμένων των θυρών», η οποία βοήθησε έως τώρα τα δύο μέρη να διατηρήσουν την υπεροχή τους στο εξόχως «ρευστό» πολιτικό περιβάλλον της Τυνησίας. Η συμφωνία αυτή ανάγκασε πρόσφατα κάποιους σκληρούς νομοθέτες του Νιντά Τουνίς να αποσχισθούν από το κόμμα τους για να σχηματίσουν μικρότερους συνασπισμούς, αλλά επίσης περιέσωσε τους πολιτικούς θεσμούς της Τυνησίας, τουλάχιστον για τώρα. Αυτοί οι «εκκολαπτόμενοι» μικρότεροι συνασπισμοί μπορούν στο μέλλον να υπονομεύσουν την σχέση «εκεχειρίας» μεταξύ Εναντά και Νιντά Τουνίς.

Όμως η σχέση μεταξύ του αιγυπτιακού πολιτικού κατεστημένου και των ισλαμιστών της αντιπολίτευσης, εξελίχθηκε πολύ χειρότερα. Το Στρατιωτικό Συμβούλιο στάθηκε άπραγο όταν οι λαϊκές διαμαρτυρίες οδήγησαν σε έξωση του Προέδρου Μουμπάρακ, καθώς και του γιού του Γκαμάλ, του οποίου οι ιδέες για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις απείλησαν άμεσα τα συμφέροντα του πολιτικού κατεστημένου. Αυτή η ιδιάζουσα σχέση κατεστημένου και αντιπολίτευσης οδήγησε τελικά τον προερχόμενο από την Μουσουλμανική Αδελφότητα Πρόεδρο Μωχάμεντ Μόρσι, να υποστεί την μομφή για την οικονομική κρίση και την ασφάλεια της χώρας, διασώζοντας ουσιαστικά ένα μεγάλο τμήμα της αιγυπτιακής ελίτ που έστεκε ταραγμένο και εμβρόντητο από την ισλαμική προεδρία. Οι στρατιωτικοί ηγέτες έθεσαν στο περιθώριο την Μουσουλμανική Αδελφότητα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τεχνικές που είχε χρησιμοποιήσει εκείνη κατά του Μουμπάρακ. Χώρες με έννομο συμφέρον στην αιγυπτιακή σταθερότητα (συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Σιωνιστικού Ισραήλ και της φιλοϊσραηλινής Σαουδικής Αραβίας) ανησυχούν ότι παρά την κυβερνητική σταθερότητά της, η Αίγυπτος δεν είναι και τόσο ακλόνητη όσο φαίνεται.

Για την Σαουδική Αραβία η αιγυπτιακή σταθερότητα είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, καθώς έχει δώσει πλουσιοπάροχα στο Κάιρο δάνεια, επιχορηγήσεις και ενεργειακές προμήθειες – με άλλα λόγια, τους πόρους που χρειάζονται για να κατευνάσουν τους πολίτες της-. Η Σαουδική Αραβία θεωρεί τα παραδοσιακά ισλαμικά κόμματα ως απειλές για την δική της πολιτειακή νομιμότητα, αλλά το Ριάντ συνειδητοποιεί τώρα ότι πρέπει να μετριάσει αυτήν την στάση του προς χάριν μεγαλύτερης περιφερειακής ασφάλειας, δεδομένου ότι οι επιθυμητοί σουνίτες σύμμαχοι, όπως π.χ. η Τουρκία, έχουν τα ισλαμικά κόμματα σε μεγάλη εκτίμηση.

Και για την Αίγυπτο, υφίσταται μια σημαντική δοκιμασία για την ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει την τάξη. Ήδη μια πρώτη δοκιμή φαίνεται πως ευτύχησε, με ελάχιστη άμεση ένοπλη βία, χάρις στις εβδομάδες συλλήψεων που προηγήθηκαν της επετείου της επανάστασης στις 25 Ιανουαρίου. Ίσως με αυτό το ορόσημο πίσω τους, οι Αιγύπτιοι ηγέτες μπορούν να χαλαρώσουν σχετικά σε ορισμένα ζητήματα, όπως οι θανατικές ποινές για ορισμένα μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, οι οποίες γεννούν εμπόδια στην αναθέρμανση των δεσμών της Αιγύπτου με άλλα σουνιτικά κράτη. Υπενθυμίζεται ότι, όταν μιαν ημέρα μετά την 24η Δεκεμβρίου 2013 διενεργήθηκε βομβαρδισμός ενός κτιρίου Δυνάμεων Ασφαλείας στην Μανσούρα, σκοτώνοντας 16 άτομα, μεταξύ των οποίων 14 αστυνομικοί, η προσωρινή κυβέρνηση (που υποστηρίζεται από τους στρατιωτικούς)  εκήρυξε το κίνημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ως τρομοκρατική ομάδα, παρά το γεγονός ότι μια άλλη ομάδα, με βάση της το Σινά, η «Ανσάρ αλ – Μπέιτ Μακντίς» («Βοηθοί του Αγίου Οίκου»), ανέλαβε αμέσως την ευθύνη για την έκρηξη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

(Φ. 138)

 

 

Advertisements