Χωρίς τίτλο

Ο Μητροπολίτης Διονύσιος είναι μία από τις εκκλησιαστικές μορφές που (κατά πολλούς) ανήκουν μάλλον στο Έθνος παρά στην Εκκλησία. Γεννήθηκε στην Παραμυθιά, γύρω στο 1560 (ή κατ’ άλλους το 1540). Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Αβδέλλας Γρεβενών. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τα παιδικά του χρόνια.  Εκάρη μοναχός στην Μονή Διχουνίου, αλλά σε ηλικία 15 ετών έφυγε για την Πάδοβα προκειμένου να σπουδάσει ιατρική, φιλοσοφία, φιλολογία και αστρονομία. Δεν είναι γνωστόν κατά πόσον έλαβε κάποιο δίπλωμα, αλλά ο χαρακτηρισμός «φιλόσοφος» καταδεικνύει την παιδεία του. Φημολογείται ότι άσκησε την ιατρική στην Κωνσταντινούπολη, όπου εγκαταστάθηκε πιθανότατα μετά το 1582.

Τότε, ευρέθη πλησίον του μορφωμένου Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ του Τρανού, ο οποίος αρέσκετο να συγκεντρώνει γύρω του πνευματικούς ανθρώπους. Αρχικώς, υπηρέτησε ως διάκονος και αργότερα έγινε Μέγας Αρχιδιάκονος και Πρωτοσύγκελλος. Διορίστηκε εφημέριος στον ιερό ναό της Παναγίας Χρυσοπηγής στον Γαλατά. Κατόπιν, έλαβε τον τίτλο του Εξάρχου, καθώς εστάλη από τον Πατριάρχη σε ειδική αποστολή στην Θεσσαλία και την Ήπειρο. Η τουρκοκρατία είχε απλώσει βαρειά την σκιά της πάνω απ’ ολόκληρη την Βαλκανική και η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν το μόνο καταφύγιο των Ελλήνων. Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, διατηρούσε αλληλογραφία με σπουδαίους λόγιους κληρικούς (όπως ο Άγιος Μελέτιος Πηγάς, ο Μάξιμος Μαργούνιος, ο μετέπειτα υβριστής του Μάξιμος Πελοποννήσιος κ.α), ενώ έχαιρε της γενικής εκτιμήσεως.

Στα τέλη του 1592 ή τις αρχές του 1593, εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσσης, αλλά επέλεξε να εγκατασταθεί στα Τρίκαλα. Δεν διεκρίνετο μόνον για την μόρφωση, αλλά και για την φιλοπατρία του, σχεδιάζοντας την επανάσταση του υπόδουλου Γένους. Προς τούτο επικοινώνησε με διαφόρους αξιωματούχους. Οι τούρκοι τον κατηγόρησαν ότι ευρίσκετο σε παρασκηνιακές συνεννοήσεις με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο. Αυτό δεν έχει εξακριβωθεί. Πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι είχε επαφές με τους κλεφταρματολούς των Αγράφων. Το 1600, κήρυξε την επανάσταση κατά του Σουλτάνου Μεχμέτ Γ΄ από το Μοναστήρι της Παναγίας Τατάρνης, με το σύνθημα «Τρίκκη Βυζάντιον ανακτήσει». Η επανάσταση κατεστάλη και οι τούρκοι προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές κληρικών και λαϊκών, ενώ ο Διονύσιος απεμακρύνθη της επαρχίας του, καθώς το Πατριαρχείο κατεδίκασε την επανάσταση. Εν τούτοις, το τελευταίο δεν τον καθαίρεσε, αλλά τον εκήρυξε έκπτωτο και διόρισε αντικαταστάτη του. Σημειωτέον ότι συνελήφθη ως συνεργός ο επικεφαλής της γειτονικής Μητροπόλεως Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, ο οποίος φυλακίστηκε και βασανίστηκε σκληρά για να αρνηθεί την πίστη του, αρνούμενος να υποκύψει. Οι τούρκοι εξοργίστηκαν, τον έφεραν στην αγορά του Φαναρίου, όπου τον βασάνισαν και τον σούβλισαν ζωντανό την 4η Δεκεμβρίου 1601. Μετά μερικές μέρες, έκοψαν το κεφάλι του και το έστησαν σε πάσσαλο σε κοινή θέα, προς φόβο των Ελλήνων.

Ο Διονύσιος κατέφυγε στην Δύση, όπου άρχισε να προετοιμάζει μία νέα επανάσταση. Ήρθε σε επαφή με τον δούκα της Νεβέρ Κάρολο Α΄, του οποίου η γιαγιά ήταν απόγονος των Παλαιολόγων. Επί μακρόν, ο τελευταίος σχεδίαζε να στραφεί εναντίον της Υψηλής Πύλης. Επίσης, ο Διονύσιος φαίνεται ότι ήρθε σε επαφή και με διαφόρους Δυτικούς (ίσως και τον Πάπα), όπως τον Βασιλέα της Νεαπόλεως και τους Ιππότες της Μάλτας. Μάλιστα, οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι επεχείρησε να εκμαιεύσει την υποστήριξη της «Αγίας Έδρας», υποσχόμενος την ένωση των δύο Εκκλησιών. Παντού, διεκήρυττε ότι οι Έλληνες της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας ήταν έτοιμοι να επαναστατήσουν για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Η αναφορά του σε «Έλληνες» διασώζεται σε επιστολή του προς τον Φίλιππο Γ΄ της Ισπανίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι πρόγονοί μας αυτοπροσδιορίζονταν ως «Έλληνες» 200 χρόνια προ της Επαναστάσεως του 1821.

Ο Διονύσιος επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου μεταξύ Κερασόβου και Ραδοβυζίου. Περιόδευσε στην ευρύτερη περιοχή, ρίχνοντας τον σπόρο της επαναστάσεως. Ήρθε σε συμφωνία με τοπικούς παράγοντες στην Θεσπρωτία και ξεσήκωσε τους χωρικούς της Παραμυθιάς και του Μαλακασίου. Οργάνωσε επιδρομές κατά των μουσουλμάνων των χωριών Ζαραβούτσι (νυν Άγιος Νικόλαος) και Τουρκογρανίτσα. Οι εξεγερμένοι σημείωσαν κάποιες τοπικές επιτυχίες, οι οποίες ενεθάρρυναν και άλλους Έλληνες να τους ακολουθήσουν. Την νύκτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου του 1611, 800-1000 χωρικοί που ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, δρεπάνια, πέτρες και μαχαίρια, βάδισαν κατά των Ιωαννίνων. Επικεφαλής τους ήταν ο Διονύσιος, ο οποίος είχε επικοινωνία με Έλληνες της πόλεως προκειμένου να τον βοηθήσουν στην κατάληψη του φρουρίου. Δυστυχώς, κάποιοι δείλιασαν την τελευταία στιγμή, ενώ λέγεται ότι οι Εβραίοι πρόδωσαν το σχέδιο που προέβλεπε να ανοίξουν ταυτόχρονα από μέσα και οι πύλες του Κάστρου, ώστε οι επαναστάτες να το καταλάβουν αιφνιδιαστικά μέσα στη νύχτα, με τη συνεργασία των προσυνεννοημένων Γιαννιωτών. Εν τούτοις, οι εξεγερμένοι εισήλθαν στην πόλη και πυρπόλησαν την οικία του Οσμάν ή Ασλάν πασά, διαβόητου γενίτσαρου από το χωριό Μονοδένδρι, ο οποίος γλίτωσε την τελευταία στιγμή.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Μαξίμου του Πελοποννησίου και ενός Ηπειρωτικού χρονικού (αμφότερες πηγές εχθρικές προς τον Διονύσιο), οι επαναστάτες επετίθεντο σε όποιον μουσουλμάνο έβλεπαν μπροστά τους, φωνάζοντας «Κύριε ελέησον» και «Χαράτσι, χαρατσόπουλο και αναζουλόπουλο», αναφερόμενοι στους νέους φόρους που είχαν θεσπίσει οι τούρκοι. Πολλοί Έλληνες της πόλεως πήραν τα όπλα για να κτυπήσουν τους κατακτητές, οι οποίοι αρχικώς αιφνιδιάστηκαν. Σύντομα, όμως, ανασυντάχτηκαν και, αντιλαμβανόμενοι το ασύντακτο και απειροπόλεμο των εξεγερμένων, αντεπιτέθηκαν σφάζοντας όποιον χριστιανό συναντούσαν στο διάβα τους. Εστράφησαν ακόμη και κατά των ανυποψίαστων κατοίκων του Ζαγορίου, των Κουρέντων και του Μαλακασίου, οι οποίοι, αγνοώντας τα τεκταινόμενα, έρχονταν στην πόλη για το παζάρι.

Ο Διονύσιος κατέφυγε σε μια σπηλιά κάτω από το κάστρο των Ιωαννίνων. Εκεί, εντοπίστηκε από μερικούς Εβραίους, οι οποίοι τον παρέδωσαν στους τούρκους. Τον έφεραν μπροστά στον Ασλάν-πασά, στον οποίο δήλωσε άφοβα: «Πολέμησα για να ελευθερώσω τον λαό από τα βάσανα και την τυραννία σας»! Οι τούρκοι εξαγριώθηκαν και τον διαπόμπευσαν στην πόλη. Μετά, τον έγδαραν ζωντανό. Επί πέντε ώρες ο ηρωϊκός ιεράρχης, ο σπουδαίος Έλληνας μαρτυρούσε στα χέρια τους, δίχως να λυγίσει. Όταν εξέπνευσε, γέμισαν το σώμα του με άχυρο και το περιέφεραν από πόλη σε πόλη προς παραδειγματισμόν. Τέλος, το έστειλαν μαζί με τα κεφάλια άλλων 85 επαναστατών στην Κωνσταντινούπολη. Το θέαμα ήταν τόσο φοβερό, που μόλις το αντίκρισε, ταράχτηκε ακόμη και ο Σουλτάνος. Μετά, κατήργησαν τα προνόμια που απελάμβαναν τα Ιωάννινα από το 1430 και έδιωξαν τους χριστιανούς από την συνοικία του Κάστρου. Έκτοτε, δικαίωμα διαμονής σε αυτήν είχαν μόνον οι μουσουλμάνοι. Τέλος, κατέστρεψαν δεκάδες χωριά, μοναστήρια και εκκλησίες, ενώ εκθεμελίωσαν την Μονή Αγ. Δημητρίου. Σημειωτέον ότι εισέβαλαν στο ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου και τον κατέστρεψαν ολοκληρωτικά, ενώ σκότωσαν τους εκεί Έλληνες μοναχούς! Αυτός ήταν ο περίφημος «Ναός του Κάστρου», αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και Βαπτιστή, εκ του οποίου έλαβε το όνομά της η πόλη των Ιωαννίνων. Το 1619, ανήγειραν επί των ερειπίων του το τζαμί του Ασλάν Πασά, ως μνημείο νίκης επί του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, το οποίο λειτουργεί σήμερα ως Δημοτικό Μουσείο.

Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου καθαίρεσε τον Διονύσιο. Οι εχθροί του τον απεκάλεσαν «Σκυλόσοφο», ενώ ο Μάξιμος Πελοποννήσιος (που ήταν εναντίον του κινήματος και έγραψε τον λίβελλο με τίτλο «Στηλιτευτικός λόγος κατά Διονυσίου και των συναποστησάντων αυτώ εις Ιωάννινα») τον χαρακτήρισε «απατεώνα», «φρενόληπτο» και «Δαιμονύσιο». Το μέρος που κρύφτηκε έμεινε στην ιστορία ως «η σπηλιά του Σκυλοσόφου». Στα τέλη του 20ου αιώνος, η Πολιτεία ετοποθέτησε μαρμάρινη στήλη μπροστά από την σπηλιά όπου κατέφυγε, ενώ προτομές του υπάρχουν στην Καρδίτσα και τα Τρίκαλα.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 138) 

 

Advertisements