Χωρίς τίτλο

Στην τρομακτική επιστολή του προς τον Στάλιν, που εστάλη με διαμετακομιστή  τον σημαίνοντα και δραστήριο Σιωνιστή Ζαμπρούσκυ, ο Πρόεδρος  Ρούσβελτ γράφει μεταξύ άλλων:

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία είναι πρόθυμες – και αυτό χωρίς καμία ηθική δέσμευση – να δώσουν απόλυτη ισοτιμία ψήφου στην ΕΣΣΔ στην μελλοντική οργάνωση του μεταπολεμικού κόσμου.

Αυτή θα είναι μέλος, όπως ο Βρετανός πρωθυπουργός τον ενημέρωσε (τον Στάλιν) από τα Άδανα, στέλνοντάς του τα προσχέδιά του – της διευθύνουσας ομάδας στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Συμβουλίου της Ασίας, τα οποία του παρέχουν όχι μόνον το δικαίωμα της εκτεταμένης διηπειρωτικής εξάπλωσης της ΕΣΣΔ, αλλά επίσης, και κυρίως, τον έπαινο των ιστορικών που της αξίζει λόγω του εξαιρετικού της αγώνα κατά του ναζισμού.

…. Και μπορείτε να διαβεβαιώσετε τον Στάλιν, αγαπητέ μου κύριε Ζαμπρούσκυ, ότι η ΕΣΣΔ θα λειτουργήσει στο Διευθυντήριο των Συμβουλίων (Ευρώπης και Ασίας) επί ίσοις όροις και με ισότιμη φωνή με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αγγλία και ότι θα αποτελέσει μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου που πρέπει να δημιουργηθεί για να επιλύσει τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνών.

….Η Γραμματεία, ωστόσο, είναι προορισμένη για την Γαλλία, με συμβουλευτική, αλλά όχι διαβουλευτική φωνή, ως ανταμοιβή για την αντίστασή της και ως τιμωρία για την προηγηθείσα αναποφασιστικότητά της.»

«Συμβούλιο της Ευρώπης», «Συμβούλιο της Ασίας», «Ανώτατο Δικαστήριο»!: Από πού «αντλεί» ο Ρούζβελτ εκφράσεις που ήσαν και ασυνήθιστες και «άρρητες» για την κοινή γνώμη της δεκαετίας του 1940, αλλά και παραμένουν άγνωστες στους περισσότερους ακόμη και σήμερα; Για να αποκριθεί κανείς σε μια τέτοια ερώτηση, θα πρέπει να προχωρήσει πίσω από τα παρασκήνια της ιστορίας και να λάβει γνώση μιας συγκεκριμένης συνωμοτικής πτυχής που είχε ως στόχο την επί γης εγκαθίδρυση και επιβολή, μέσω του συγκρητισμού όλων των πολιτικών και θρησκευτικών ιδεολογιών και κοσμοθεωρήσεων, ενός νέου και αμετάκλητου, κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικού «μοντέλου», προικισμένου με εγγενή εμμονή, γνωστού με το όνομα της οικουμενικής, της παγκόσμιας Συναρχίας. Όποιος θέλει να πραγματοποιήσει μιαν ιστορική έρευνα για τα συναρχικά ιδανικά, από την πρώτη ανάδυση της Συναρχίας έως την παρούσα κατάστασή της, μπορεί δικαιολογημένα να ανασύρει δεδομένα απ’ ευθείας από τον Μωϋσή. Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αλεξάντρ  Σαιντ-Υβ Ντ’ Αλβέϊντρ, με τίτλο «Η αποστολή των Ιουδαίων»: «Η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο έχει συσταθεί από τον Μωϋσή, κατ’ εντολή (του πεθερού του) Τζέθρο, αυτού που το ξεκίνησε στο όνομα του Γιαχβέ, δεν ήταν άλλη από εκείνη της Συναρχίας»

Το συναρχικό πείραμα μπορεί επίσης να επηρεάστηκε από τον ευρύ θρησκευτικό συγκρητισμό, ο οποίος προωθήθηκε περίπου 300 χρόνια αργότερα από τον βασιλιά Σολομώντα που έκτισε στην Ιερουσαλήμ, δίπλα στον λαμπρό ναό του Γιαχβέ, άλλους ναούς, αφιερωμένους στην Αστάρτη, στον Μολώχ, στον Βάαλ Χαμόν και άλλους συγχρόνους τους Θεούς (S.Hutin, «Gouvernants invisibles et sociιtιs secretes», εκδόσεις J’ai lu – σειρά «L’Aventure mystιrieuse», αριθμός A269, Παρίσι 1973).

Ένας άχρωμος σχολαστικός λόγιος ενδεχομένως να έβλεπε και στην Πολιτεία του Πλάτωνα την πρώτη ρητή θεωρία του κοινωνικού προτύπου που είναι εμπνευσμένο από το συναρχικό ιδανικό. Στην πραγματικότητα, η γέννηση της συναρχικής σκέψης ως συνειδητής πολιτικής θεωρίας, δεν συνέβη νωρίτερα από τον δέκατο έβδομο αιώνα και συνδέεται άμεσα με το όνομα του Jan Amos Komensky (1592-1670), γνωστού με το εκλατινισμένο όνομά του Comenius. Σύμφωνα με τον Comenius, οι πολιτιστικές, πολιτικές και θρησκευτικές μορφές έπρεπε να γίνουν παγκόσμιες μέσω των ακολούθων τριών διεθνών οργανισμών:

1)του Δικαστηρίου των Λογίων (ή «Συμβουλίου του Φωτός»), με έργο του τον έλεγχο του οποιουδήποτε είδους Τύπου, των βιβλιοθηκών, των μεθόδων και των προγραμμάτων της εκπαίδευσης, δηλαδή γενικότερα του Πολιτισμού.

2) του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου (ή «Ναού της Πανσοφίας»), με αποστολή του τον καθορισμό και την εφαρμογή του οικουμενισμού των θρησκειών του κόσμου, σύμφωνα με ένα πρότυπο τυπικά μασονικό.

3) του Πολιτικού Δικαστηρίου (ή «Αρείου Πάγου του Κόσμου»), με λειτουργία του να διασφαλίσει την «δικαιοσύνη και την ειρήνη μεταξύ των λαών».

Μετά τον Comenius η συναρχική σκέψη επέστρεψε «στην σκιά» για δύο σχεδόν αιώνες, στην διάρκεια των οποίων η ιδιοφυΐα των σχεδιαστών επαναστατικών ιδεολογιών εστιάστηκε και εφαρμόστηκε ειδικά για την εννοιολογική διευθέτηση του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτή η συλλογική συνωμοτική ιδιοφυΐα είχε προμαντέψει ότι ο φιλελεύθερος καπιταλισμός θ’ αποτελούσε το βέλτιστο εργαλείο για την οριστική νίκη της «αναδυόμενης» αστικής τάξης, καθιστώντας αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους Διαχειριστές του Κεφαλαίου, τις δομές της «θεοκρατικής» εξουσίας προηγουμένως στηριγμένης στην κοινωνική βάση της αριστοκρατίας και του κλήρου.

Στην συνέχεια, μετά τον θρίαμβο του φιλελεύθερου καπιταλισμού και ενώ ο εβραϊκός μεσσιανισμός επανεκσυγχρονίσθηκε μορφοποιούμενος σε θεωρητικά σχήματα κομμουνιστικού σοσιαλισμού, το συναρχικό έργο άνθισε και πάλι, χάρη στις σκέψεις του Σαιντ-Υβ Ντ’ Αλβέιντρ (1842-1909). Μυημένος στον καμπαλιστικό εσωτερισμό και διατηρώντας επιμελώς επαφές με Μαρτινιστές, πνευματιστές και θεοσόφους, ο Σαιντ-Υβ Ντ’ Αλβέιντρ υπεστήριξε με αναρίθμητα γραπτά την πρόταση να γεννηθεί μια Οικουμενική – Καθολική Εκκλησία που θα προέκυπτε από την συνένωση των διαφόρων θρησκειών, υπό την υψηλή έμπνευση της καμπάλα: Δηλαδή στην πραγματικότητα, μια Εκκλησία υπό τον έλεγχο του Τεκτονισμού.

Αυτή η ονειρική Οικουμενική – Καθολική Εκκλησία θα έπρεπε να συμπεριλάβει και να εγκολπωθεί τις ακόλουθες ξεχωριστές εκκλησίες:

1) Ευαγγελική Εκκλησία.

2) Μωσαϊκή Εκκλησία.

3) Βεδική Εκκλησία.

4) Προτεσταντική εκκλησία.

5) Ισλαμική Εκκλησία.

6) Βουδιστική Εκκλησία.

Ακόμη και η πολιτική οργάνωση των ανθρώπων θα πρέπει να καθοδηγείται από μία οικουμενική αντίληψη, «απορροφητική» και αφομοιωτική για τις επί μέρους πολιτικές μορφές αναλόγως με εκείνην της πλανητικής εκκλησίας. Αυτή προβλέπει τα ακόλουθα όργανα:

1) Συμβούλιο των Εθνικών Εκκλησιών, αρμόδιο σε θέματα θρησκείας, επιστήμης και γενικότερα πολιτισμού.

2) Συμβούλιο των Εθνικών Κρατών, αρμόδιο για την πολιτική και την δικαιοσύνη.

3) Συμβούλιο των Εθνικών Κοινοτήτων, υπεύθυνο για την οικονομία, την εργασία και την «πολιτική πρόοδο».

Σύγχρονος του Σαιντ-Υβ Ντ’ Αλβέιντρ ήταν ο Αβάς Πωλ Ροκά (Paul Roca / 1830-1893), εξόχως ενεργός προπαγανδιστής της ιδέας της «Οικουμενικής Εκκλησίας», στηριγμένης σε Τεκτονικές βάσεις. Ο Ροκά, περισσότερον από το έργο της καθαυτήν πνευματικής παραγωγής, αφοσιώθηκε στον προσηλυτισμό, με συγκεκριμένο στόχο του την «κατήχηση» των μελών του κλήρου, τους οποίους αποφάσισε να μετατρέψει σε πολιτικούς ταραχοποιούς, προτρέποντάς τους να συμμετάσχουν σε κοινές επιχειρησιακές και συνδικαλιστικές δραστηριότητες των απλών «λαϊκών» ανθρώπων. Ο Αβάς Κάλλιστος Μελίνζ (Calixte Melinge / 1842-1933), γνωστός με το ψευδώνυμο Δόκτωρ Άλτα (Alta), και ο Αβάς Αύγουστος Λελόν (Auguste Lelong), γνωστός με το όνομα Αύγουστος ή Ανδρέας Σιουβίλ (Auguste ή Andrι Siouville /1855-1933) ιερέας στην Επισκοπή του Παρισιού, βαθύτατα συνδεδεμένοι με τις μυστικές εταιρείες της τεκτονικής μήτρας, συνέχισαν στον εικοστό αιώνα τον ίδιο δρόμο με τον Αβά Ροκά. Η αρχή της εγκόσμιας πανταχού παρουσίας του θείου προπαρασκευάστηκε από τον Δόκτορα Alta ως ένα εννοιολογικό πλαίσιο ευρύτερης σύνδεσης με το εργατικό κίνημα. Ο Αβάς Ροκά υποστήριζε επίσης ότι, οι θρησκευτικές αρχές πρέπει να συμπορεύονται με την ιστορία και να υποβάλλονται σε διαδικασία ενημέρωσης και σταθερής αναθεώρησης, σκοπεύοντας στην γενικευμένη κοινωνική πρόοδο. Ο Σιουβίλ «αγκιστρώθηκε» σ’ αυτήν την άποψη, την οποία και παρουσίασε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο πρίγκιπας του Κόσμου Τούτου και το Προπατορικό Αμάρτημα», το 1925. Σε αυτό ισχυρίστηκε ότι, η χριστιανική εκκλησία είχε προδώσει και εγκαταλείψει τις αληθινές διδασκαλίες του Χριστού για περισσότερα από χίλια χρόνια και ως εκ τούτου επιβάλλεται η αναγέννηση της ίδιας της Εκκλησίας, μέσω της δημιουργίας ενός δημοκρατικού μυστικισμού, εμπνευσμένου ακριβώς από την σύλληψη του ενυπάρχοντος στον άνθρωπο θείου.

Η σύλληψη του δημοκρατικού μυστικισμού, τείνει να παρουσιάσει και να διαπιστεύσει στην κοινή γνώμη τον αρχέγονο Χριστιανισμό ως γονέα του Σοσιαλισμού, «εκκαθαριστή» της εκμετάλλευσης και Λυτρωτή. Επιδιώχθηκε μάλιστα να τοποθετηθεί στα θεμέλια του επερχόμενου συναρχικού κυβερνητικού συστήματος και αντιστοιχήθηκε (στην πολιτιστική περιοχή της γαλλικής γλώσσας), με την χρεία μετατόπισης του συναρχικού έργου από το επίπεδο της θεωρητικής πρότασης σε εκείνο της πολιτικής λειτουργίας. Το 1922, συγκροτήθηκε στην Γαλλία το «Συναρχικό Κίνημα της Αυτοκρατορίας» («Mouvement Synarchique d’ Empire» – MSE), μυστική οργάνωση που είχε ρητό της σκοπό την προώθηση της συναρχικής Νέας Παγκόσμιας Τάξης, με κάθε μέσον. Η «βίβλος» της οργάνωσης ήταν το «Επαναστατικό συναρχικό σύμφωνο για την γαλλική αυτοκρατορία» («Pacte synarchiste rιvolutionnaire pour l’empire franηais»). Την ίδια χρονιά ο Ελευθεροτεκτονισμός ήταν πλέον έτοιμος να δώσει το σήμα για να ξεκινήσει η νέα φάση αντιθρησκευτικής και αντιεκκλησιαστικής δραστηριότητας: «Δεν πρέπει να έχουμε οποιονδήποτε δισταγμό για την διεξαγωγή πολέμου ενάντια σε όλες τις θρησκείες. Ας συνεχίσουμε επομένως τον ανηλεή αγώνα μας ανανεώνοντας την κραυγή του Βολταίρου για την Εκκλησία: “Συντρίψτε την άτιμη” («ιcrasez l’ infβme»)

Α. Κωνσταντίνου

(φ. 138) 

Advertisements