Χωρίς τίτλο.jpg

Ο Στυλιανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στην Στύψη της Λέσβου, την 16η Ιουνίου 1866. Ο πατέρας του Χρυσόστομος καταγόταν από τα Ψαρρά. O παππούς του είχε υπηρετήσει στα καράβια του Κανάρη και του Μιαούλη κατά την Επανάσταση του 1821. Οι γονείς του απέκτησαν άλλα 7 παιδιά (6 κορίτσια και 1 αγόρι), εκ των οποίων 2 απεβίωσαν νωρίς.

Η οικογένεια μετακόμισε στο Αδραμμύτιο, όπου ο πατέρας του άνοιξε εμπορικό κατάστημα. Μετά την ολοκλήρωση των πρωτοβάθμιων σπουδών του, έφυγε για την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, έχοντας λάβει υποτροφία από τον Μητροπολίτη Εφέσου, Αγαθάγγελο.  Aπεφοίτησε με «άριστα» το 1888. Ανήμερα της αποφοιτήσεώς του, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Διονύσιο Ε΄ και έλαβε το όνομα «Γερμανός», προς τιμήν του ιδρυτή της Σχολής Πατριάρχη Γερμανού Δ΄. Συνέχισε τις σπουδές του στην Γερμανία επί μία τριετία, με την οικονομική αρωγή ενός πλούσιου ομογενούς, ονόματι Στεφάνοβικ. Τον Ιανουάριο του 1891, αναγορεύθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Λειψίας, έχοντας εκπονήσει την διατριβή του  υπό την εποπτεία του διάσημου καθηγητού Wilhelm Maximilian Wundt. Συνέχισε τις σπουδές του επί ένα εξάμηνο στην Βόννη κοντά στον γνωστό ιστορικό Langen και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Τον Σεπτέμβριο του 1891,  διορίσθηκε καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το 1896, χειροτονήθηκε επίσκοπος Χαριουπόλεως και τοποθετήθηκε στην θέση του αρχιερατικού προϊσταμένου στην κοινότητα του Πέραν, όπου δραστηριοποιήθηκε για τον περιορισμό της προπαγάνδας των ετεροδόξων και αντιμετώπισε δυναμικά την δράση των Ουνιτών «ιερέων», όπως του Ιλαρίωνα Δόντη.

Το 1900, ανέλαβε επικεφαλής της Μητροπόλεως Καστοριάς. Από την πρώτα ημέρα της ενθρονίσεώς του, ξεκίνησε να εμψυχώνει το ποίμνιό του για να αντιμετωπίσει τους Βουλγάρους Εξαρχικούς, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν κάθε μέσον για να τους προσηλυτίσουν. Δεν εδίστασε να επισκεφθεί προσωπικά σημαίνοντες κομιτατζήδες, όπως ο Βασίλ Τσακαλάρωφ για να τους συνετίσει. Περιόδευσε ένοπλος δεκάδες χωριά και κωμοπόλεις, όπου ενεθάρρυνε τους Έλληνες, ενώ έστειλε στους πολιτικούς των Αθηνών δεκάδες επιστολές για να τους αφυπνίσει. Αν και η προσπάθειά του είχε αρχικώς θρησκευτικό χαρακτήρα, σύντομα εξέλαβε εθνικά στοιχεία. Συμπαραστάτες του ήταν πολλοί κληρικοί και στρατιωτικοί (όπως ο Γεώργιος Τσόντος ή καπετάν-Βάρδας), ιδίως μετά την δραστηριοποίηση του επίσημου ελληνικού κράτους, το 1904.

Σύντομα, ο Μητροπολίτης Γερμανός κατέστη ο μεγαλύτερος εχθρός του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα των περιστάσεων, ενέκρινε την χρήση βίας προς σωτηρίαν του Μακεδονικού ελληνισμού, μη διστάζοντας να υιοθετήσει το σύνθημα  «Βούλγαρος να μη μείνει». Ουδεμία πράξη των κομιτατζήδων έπρεπε να μένει ατιμώρητη, ενώ οι καιροί δεν επέτρεπαν αμφιταλαντεύσεις και δειλίες. Σύγχρονοι Βούλγαροι και Σκοπιανοί ιστορικοί επικρίνουν σφόδρα τις ενέργειές του, γεγονός που καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα του έργου του. Δυστυχώς, υπάρχουν και ορισμένοι «Έλληνες», οι οποίοι τον κατηγορούν για αιματηρή και «εθνικιστική» δράση γιατί κατ’ αυτούς οι ενέργειές του δεν συνάδουν με το ράσο του κληρικού. Αυτοί επιλέγουν να αγνοούν τον ρόλο που έπαιξε η Ορθόδοξη Εκκλησία για την σωτηρία του ελληνισμού στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ πολλοί ιεράρχες ανεδείχθησαν σε εθνομάρτυρες στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία (Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας, Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος, Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο από Τραπεζούντος κ.α.).

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ήταν απολύτως βέβαιος ότι θα ερχόταν η ώρα της τελικής αναμέτρησης με τους Τούρκους, αλλά πρώτευε η καταστολή της προπαγάνδας και των ένοπλων ενεργειών των Βουλγάρων Εξαρχικών και κομιταταζήδων. Η δράση του προκάλεσε την αντίδραση των Βουλγάρων, αλλά και των Τούρκων, οι οποίοι έπεισαν την Υψηλή Πύλη να παρέμβει. Τελικώς, ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ εξαναγκάστηκε να τον ανακαλέσει στην Κωνσταντινούπολη. Εντούτοις, ο σπόρος που άφησε ο Γερμανός καρποφόρησε και η Μακεδονία είχε πλέον σωθεί από τους Βουλγάρους. Η εν όπλοις απελευθέρωσή της θα γινόταν με το αίμα των ανδρών του Ελληνικού Στρατού (υπό τον Βασιλέα Κωνσταντίνο), λίγα χρόνια αργότερα. Το Πατριαρχείο δεν μπορούσε να αφήσει αναξιοποίητη μία τέτοια προσωπικότητα και ο Γερμανός εξελέγη Μητροπολίτης Αμασείας (στον πολύπαθο Πόντο), τον Φεβρουάριο του 1908. Εκεί, έγραψε νέες λαμπρές σελίδες της εθνωφελούς δράσεώς του. Έχοντας ως έδρα την Σαμψούντα, περιόδευσε όλη την επαρχία του και ενεθάρρυνε το ποίμνιό του. Πρωτοστάτησε στην δημιουργία σχολείων, αλλά και στην συγκρότηση ενόπλων ομάδων προστασίας των γηγενών από την δράση Τούρκων ατάκτων, οι οποίοι λυμαίνονταν την περιοχή.

Το 1913, διετέλεσε τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως. Αντιστάθηκε σθεναρά στις διώξεις των Νεοτούρκων, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την σωτηρία όχι μόνον των Ελλήνων αλλά και των Αρμενίων. Τον Οκτώβριο του 1917, συνελήφθη και εστάλη σιδεροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εφυλακίσθη. Μετά την τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επανήλθε στον Πόντο. Εργάστηκε άοκνα για την σωτηρία του Ποντιακού Ελληνισμού και ήταν από τους θιασώτες της συνεργασίας Ελλήνων, Αρμενίων και Κούρδων εναντίον του Κεμάλ. Δυστυχώς, οι προτάσεις του εκρίθησαν ανεδαφικές απ’ όλες τις κυβερνήσεις των Αθηνών της περιόδου εκείνης. Σύντομα, κατέστη ο υπ’ αριθμ. 1 εχθρός του Κεμάλ στην περιοχή, ο οποίος τον κατεδίκασε εις θάνατον. Ο Γερμανός, όμως, κατόρθωσε να διαφύγει στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί κατέφυγε στην Αθήνα.

Το 1922 εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ενώ το όνομά του ακούστηκε και για τον θρόνο της Μητροπόλεως Αθηνών, το 1923, αλλά δεν προκρίθηκε. Το 1924, διορίσθηκε έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αρτισύστατη Μητρόπολη Κεντρώας Ευρώπης με έδρα την Βιέννη. Εκεί, απεβίωσε πάμφτωχος, την 10η Φεβρουαρίου 1935. Το 1959, το «Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου» από κοινού με την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» επιχορήγησαν την μεταφορά των οστών του με τιμητική συνοδεία αρχικώς στην Θεσσαλονίκη και εν συνεχεία στην Καστοριά, όπου και ετοποθετήθησαν σε κρύπτη κάτω από τον ανδριάντα του.

Ο Γερμανός, πέραν της σημαντικής ποιμαντικής και εθνικής δράσεώς του, υπήρξε ιδιαιτέρως παραγωγικός και στον συγγραφικό τομέα. Ως καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης ανέλαβε, κατ’ εντολήν του Πατριάρχη Άνθιμου Ζ΄, να απαντήσει στην ενωτική εγκύκλιο του Πάπα Λέοντος ΙΓ΄, με την οποία επεδίωκε να καθυποτάξει τους Ορθοδόξους της Ανατολής. Παράλληλα, εδημοσίευσε ο ίδιος μία επιστημονική πραγματεία υπό τον τίτλο «Πραγματεία Ιστορική επί της κατά Ιούνιον του παρελθόντος έτους Απολυθείσης Εγκυκλίου του πάπα Λέοντος ΙΓ΄». Συνέγραψε και άλλα έργα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η «Επιστημονική Ιστορική Διατριβή περί της εορτής του Πάσχα». Τα απομνημονεύματά του για τον Μακεδονικό Αγώνα εξεδόθησαν από την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών», το 1959.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 139) 

 

Advertisements