Χωρίς τίτλο.jpg

(Μέρος ‘Α)

Πριν από περίπου 1.400 χρόνια, δημιουργήθηκε ένα σχίσμα μεταξύ των πιστών του Μωάμεθ, το οποίο παραμένει αγεφύρωτο έως σήμερα. Έκτοτε, δημιουργήθηκαν δύο μεγάλες (και αρκετές μικρότερες) «ομάδες» στους κόλπους του μουσουλμανικού κόσμου, τα μέλη των οποίων αλληλομισούνται θανάσιμα. Όλα ξεκίνησαν το 632. Τότε, πέθανε ο Μωάμεθ, ο οποίος διέδιδε ότι ήταν επικεφαλής- ορισμένος από τον Άλλαχ- όλου του αραβικού κόσμου. Ως εκ τούτου, προέκυψε κρίση ηγεσίας για τους μουσουλμάνους. Αυτή επεκτάθηκε σε όλες τις περιοχές των οποίων οι κάτοικοι είχαν ασπαστεί το Ισλάμ. Η λύση εδόθη με τον διορισμό ενός κοσμικού και θρησκευτικού ηγέτη που ονομάστηκε «χαλίφης».

Tο Ισλάμ ως επεκτατική ιδεολογία, ξεκίνησε από τον Μωάμεθ που εξετέλεσε διάφορες ασήμαντες αποστολές εκτός της ερήμου της αραβικής χερσονήσου. Οι πραγματικές εξορμήσεις και κατακτήσεις, πραγματοποιήθηκαν μετά τον θάνατο του Μωάμεθ, από τους αρχηγούς των διαφόρων μουσουλμανικών κοινοτήτων. Ο Μωάμεθ σεβόταν μεν τους πιστούς των «ιερών βιβλίων», δηλαδή τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, αποδεχόταν δε την εξάπλωση του ισλαμισμού με βίαια μέσα, καθώς και τις διώξεις των «αλλοπίστων».

Ο θάνατος του Μωάμεθ δίχασε τους ακολούθους του. Οι περισσότεροι εξ αυτών επιθυμούσαν να τον διαδεχθεί ο πεθερός και ένας από τους πιο πιστούς οπαδούς του, ο Αμπού Μπακρ. Αυτοί βασίζονταν στην ρήση του ιδίου του Μωάμεθ ότι «η αγάπη και η ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπο του Αμπού Μπακρ είναι καθήκον όλων των Μουσουλμάνων». Έγιναν γνωστοί ως Αχλ αλ-Σούνα ουα αλ-Τζαμά’αχ (άνθρωποι της παράδοσης και της ενότητας), δηλαδή Σουνίτες. Άλλοι πίστευαν ότι χαλίφης έπρεπε να είναι εξ αίματος συγγενής του Μωάμεθ και πρότειναν τον ξάδερφο και σύζυγο της θυγατέρας του, τον Αλή Ιμπν Αμπί. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι του Αλή, δηλαδή «Σιάτ Αλή» στα αραβικά, εν συντομία Σιΐτες. Οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την μετά θάνατον ζωή και αποδίδουν σημασία στο μαρτύριο ως ύψιστη έκφραση της πίστεως. Τελικώς, επεβλήθη εν είδη πραξικοπήματος ο Αμπού Μπακρ, ο οποίος σύντομα πέθανε λόγω γήρατος. Ακολούθησε μία περίοδος αστάθειας, κατά την οποία δολοφονήθηκαν τόσο ο Αλή, όσο και ο γιος του, Χουσεΐν ιμπν Αλή. Και οι δύο είναι μεγαλομάρτυρες για τους Σιΐτες. Μάλιστα, μία φορά τον χρόνο, οι Σιΐτες αυτομαστιγώνονται εις ανάμνησιν των μαρτυρίων του Χουσεΐν.

Οι Σουνίτες ασπάζονται την πρακτική («σούνα») μόνο του Μωάμεθ, του οποίου οι λόγοι («χαντίθ») συνιστούν γι’ αυτούς άγια λόγια. Είναι η μεγαλύτερη αριθμητικά ομάδα μουσουλμάνων και οι ίδιοι διαιρούνται σε σέχτες. Η πιο σημαντική σέχτα είναι αυτή των Ουαχαμπί, με επίκεντρο την αραβική χερσόνησο, και επικεφαλής την δυναστεία των Ιμπν Σαούντ, η οποία κυβερνά σήμερα την Σαουδική Αραβία. Οι Ουαχαμπιστές πήραν το όνομά τους από έναν δικαστή της περιοχής Νατζντ, ονόματι Αμπτ αλ Ουαχάμπ (1703-1791). Κατά την περίοδο της οθωμανικής επεκτάσεως, αυτός ίδρυσε μια σέχτα που βασιζόταν σε έναν αυστηρό αντι-μυστικιστικό πουριτανισμό. Στο όνομα της αγνότητος, ο Αμπτ αλ Ουαχάμπ κατήγγειλε όλες τις ακόλουθες εκδοχές της πίστεως και της τελετουργίας ως δεισιδαιμονικές καινοτομίες, ξένες προς το Ισλάμ. Ο ασπασμός του Ουαχαμπιτικού δόγματος από τον Εμίρη του Νάτζντ Μοχάμεντ Ιμπν Σαούντ έδωσε στην σέχτα μία αναπάντεχη στρατιωτική και πολιτική ισχύ, με αποτέλεσμα αυτή να εξαπλωθεί με ραγδαίους ρυθμούς. Οι οπαδοί της κατέκτησαν το μεγαλύτερο τμήμα της κεντρικής Αραβίας, αποσπώντας τις ιερές πόλεις της Μέκκας και της Μεδίνας από τους Σαρίφ που τις κυβερνούσαν στο όνομα των Οθωμανών. Οι Αλαουΐτες («οι ακόλουθοι του Αλή») είναι μέλη της σιϊτικής μουσουλμανικής σέχτας, όπως είναι ως έναν βαθμό και οι Δρούζοι (που κατάγονται από την Αίγυπτο), αλλά και οι Ισμαηλίτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η θρησκεία των Δρούζων αποτελεί μάλλον ένα κράμα ισλαμισμού, ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και αρχαίας ελληνικής φυσιολατρείας. Οι Σιΐτες ισχυρίζονται ότι ο Αλή έχει και μια θεϊκή ιδιότητα, κάνοντάς τους να φαίνονται «άπιστοι» στους σουνίτες μουσουλμάνους.

Οι διαφορές δεν είναι μόνον θρησκευτικής, αλλά και πολιτικής φύσεως. Ο ανταγωνισμός στον αραβικό κόσμο είναι πρωτίστως μία διαπάλη μεταξύ της σουνιτικής Σαουδικής Αραβίας και του σιϊτικού Ιράν, ενώ σημαντικοί παίκτες είναι η Αίγυπτος, η Τουρκία (αμφότερες σουνιτικές), καθώς και πολλά από τα κράτη του Περσικού Κόλπου, όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η δυναστεία των Σαούντ νιώθει ιδιαιτέρως ανασφαλής μετά από την εξομάλυνση των σχέσεων της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη, καθώς γνωρίζει τόσο την στρατιωτική της ανεπάρκεια (η οποία αποδεικνύεται περίτρανα από την αδυναμία της να καταστείλει το ανταρτικό κίνημα στην γειτονική της Υεμένη) όσο και από την απόλυτη εξάρτηση της οικονομίας της από τις πωλήσεις στον ενεργειακό τομέα. Το Ριάντ συναίνεσε στην αμερικανική πολιτική καταβαράθρωσης της τιμής του πετρελαίου προκειμένου να πληγεί η ρωσσική οικονομία και να σταματήσει η ραγδαία ανάκαμψη της Μόσχας στην γεωπολιτική σκακιέρα. Αυτό, όμως, οδήγησε σε μία πρωτοφανή οικονομική κρίση στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η χώρα αυτή διαθέτει έναν από τους νεαρότερους πληθυσμούς στην Μέση Ανατολή, ένα μεγάλο τμήμα του οποίου είναι άνεργοι. Μάλιστα, έχει υπολογισθεί πως περίπου το 25% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας. Η κυβέρνηση του Ριάντ διέθεσε 130.000.000.000 δολλάρια στην οικονομία, αυξάνοντας μισθούς και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας, θέλοντας να αποτρέψει μία εξέγερση υπό το όραμα της «αραβικής άνοιξης».

Επιπλέον, το Ριάντ προσεπάθησε να αναβαθμίσει τον ρόλο του, βοηθώντας του τζιχαντιστές στην Συρία και συνάπτοντας συμμαχία με την Τουρκία, με την οποία ανταγωνίζεται κατά βάθος για την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των σουνιτών. Επίσης, είναι γνωστό στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» ότι οι Σαουδάραβες συνεργάζονται στενά και με τους Ισραηλινούς προς αντιμετώπιση των κοινών εχθρών: του αλαουΐτη Σύρου Προέδρου Χαφέζ αλ Άσσαντ και της σιϊτικής οργανώσεως Χεζμπολά που εδρεύει στον Λίβανο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συμμαχίες στην περιοχή είναι προσωρινές και συχνά οι πρώην φίλοι μεταβάλλονται σε άσπονδους εχθρούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε ο πολυετής πόλεμος μεταξύ δύο κατά πλειοψηφία σιϊτικών κρατών, του Ιράν και του Ιράκ κατά την δεκαετία του 1980. Τότε, σύσσωμος ο σουνιτικός κόσμος στήριξε τον ηγέτη του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν έναντι των επίφοβων μουλάδων της Τεχεράνης. Λίγα μόλις έτη μετά την λήξη του προαναφερθέντος πολέμου, οι πάλαι ποτέ σύμμαχοι μετετράπησαν σε θανάσιμους εχθρούς του Ιράκ στο πλαίσιο του α΄ Πολέμου του Κόλπου! (συνεχίζεται)

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 141) 

Advertisements