Χωρίς τίτλο.jpg

(Μέρος ‘B)

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος στα τεκταινόμενα στον αραβικό κόσμο αναλύθηκε η θρησκευτική διάσταση των διαφορών που χωρίζουν τους μουσουλμάνους. Αυτή έχει σαφή αντανάκλαση στον τομέα της (εξωτερικής και εσωτερικής) πολιτικής των κρατών της Μ. Ανατολής. Ρόλο-κλειδί στις εξελίξεις παίζει το Ιράν. Πολλοί θεωρούν ότι η πτώση του Σάχη και η ανάδειξη του θεοκρατικού καθεστώτος του Αγιατολλάχ Χομεϊνί στο Ιράν (1979) απετέλεσε το σημείο καμπής στα τεκταινόμενα στην ευρύτερη περιοχή. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Τεχεράνης διεκήρυττε ότι οι κληρονομικές μοναρχίες δεν μπορούσαν να ηγηθούν του μουσουλμανικού κόσμου. Κατ’αυτόν, η έννοια της κληρονομικής μοναρχίας αντίβαινε τις δοξασίες του Μωάμεθ. Οι απόψεις του Χομεϊνί αποτελούσαν ευθεία πρόκληση για τα βασίλεια της αραβικής χερσονήσου και ιδίως για την δυναστεία των Σαούντ.

Το νέο θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν απομακρύνθηκε από τους Αγγλοαμερικανούς, οι οποίοι προσεπάθησαν να το απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο, φοβούμενοι ότι τα μηνύματα που εξέπεμπε θα συγκινούσαν ευρείες μάζες μουσουλμάνων. Αρχικώς, η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο επέτυχαν τον σκοπό τους. Εν τούτοις, η απομόνωση μίας μεγάλης πετρελαιοπαραγωγού χώρας δεν θα μπορούσε να διαρκέσει επί μακρόν. Σταδιακά, η Τεχεράνη απέκτησε νέους συμμάχους, τους οποίους βρήκε στην Μόσχα και το Πεκίνο. Επίσης, άρχισε να παίζει έναν παρεμβατικό ρόλο στις εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής, συγκροτώντας έναν άξονα με την Συρία και εξοπλίζοντας την Χεζμπολά, ενώ έφθασε μέχρι του σημείου να στηρίξει την σουνιτική Χαμάς στον αγώνα της εναντίον του Ισραήλ. Η πολιτική αυτή απετέλεσε την θρυαλλίδα των εξελίξεων. Ο παραδοσιακός «αραβικός εθνικισμός», ο οποίος κυριαρχούσε στα πολιτικά δρώμενα της ευρύτερης περιοχής από τις αρχές του 20ου αιώνος και ιδίως μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαταλείφθηκε προς χάριν μίας αυστηρά ωφελιμιστικής πολιτικής για κάθε κράτος ξεχωριστά. Τα γεγονότα αντιμετωπίζονταν πλέον υπό το πρίσμα του ενδεχομένου οφέλους για το κάθε κράτος και η πολλάκις διακηρυχθείσα «αραβική αλληλεγγύη» εγκαταλείφθηκε.

Τα πρώτα δείγματα γραφής εδόθησαν κατά τον Α΄ Πόλεμο του Κόλπου, όταν οι πολιτικές και φυλετικές συμμαχίες στην περιοχή επαναδιατάχθηκαν. Τότε, όμως, το νέο σκηνικό ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση. Επηκολούθησε μία μεταβατική δεκαετία, η οποία ολοκληρώθηκε με τα τρομοκρατικά κτυπήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση του Τζωρτζ Μπους Τζούνιορ, ο οποίος είχε δεσμευθεί προεκλογικά για κλείσιμο των πολλών βάσεων στο εξωτερικό και περιορισμό της αμερικανικής παρεμβατικής πολιτικής σε όλα τα σημεία της υφηλίου, μετέβαλλε πολιτική. Το 2003, η Ουάσινγκτον απεφάσισε να επέμβει στρατιωτικά στο Ιράκ για να απομακρύνει από την εξουσία τον Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος εφέρετο ότι κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής. Η έξωθεν επέμβαση των «απίστων» προκάλεσε λαϊκή αγανάκτηση σε πολλές αραβικές κοινωνίες, η οποία τότε δεν έγινε ευρέως αντιληπτή από τους Δυτικούς. Στο ίδιο το Ιράκ, οι Σουνίτες συνυπήρχαν ειρηνικά (στις περισσότερες των περιπτώσεων) με τους Σιΐτες και δεν υπήρχε έντονο θρησκευτικό μίσος. Αυτό αποδεικνύεται από τον περιορισμένο έστω, αριθμό των μεικτών γάμων μεταξύ πιστών των δύο δογμάτων. Άλλωστε, οι κάτοικοι της χώρας προσδιορίζονταν ως Ιρακινοί ή Κούρδοι και όχι με βάση το δόγμα τους.

Ούτε το Ριάντ ούτε η Τεχεράνη αντέδρασαν ανοικτά στην αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση, καθώς η επιτυχής έκβασή της θα απεμάκρυνε από την σκακιέρα έναν απρόβλεπτο αντίπαλο. Αντιθέτως, καιροφυλακτούσαν για να καλύψουν το κενό που θα εδημιουργείτο. Προς τούτο, συνεκρότησαν και εξόπλισαν διάφορες παραστρατιωτικές ομάδες, τα μέλη των οποίων ανήκαν στο ίδιο δόγμα. Στο πεδίο αυτό, το Ιράν είχε σαφές πλεονέκτημα για δύο λόγους: πρώτον διότι η πλειοψηφία των Ιρακινών είναι Σιΐτες και δεύτερον διότι γειτνιάζει με το Ιράκ, ενώ η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πολύ μακρύτερα. Επιπλέον, οι μουλάδες του Ιράν γνωρίζουν καλώς ότι έχουν μαζί τους ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης στο εσωτερικό της χώρας τους, κάτι που δεν ισχύει για την δυναστεία των Σαούντ. Είναι κοινό μυστικό στους διπλωματικούς κύκλους ότι οι Σαουδάραβες πολίτες δεν τρέφουν μεγάλη εκτίμηση για την βασιλική οικογένεια της χώρας τους, ενώ η σχετικά πρόσφατη εκτέλεση του κληρικού Νιμρ αλ-Νιμρ, την απεμάκρυνε οριστικά από την πολυπληθή μειονότητα των Σιϊτών.

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό προβλημάτισαν έντονα το Ριάντ και ενέτειναν την ανασφάλειά του, η οποία έχει ενταθεί μετά το ξέσπασμα της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης», το 2011. Κατά την διάρκειά της, κλονίστηκαν ή και ανετράπησαν πολλά καθεστώτα, οι ηγέτες των οποίων κυβερνούσαν μουσουλμανικά κράτη επί μακρόν. Η Σαουδική Αραβία επέλεξε να ενισχύσει την αναταραχή σε άλλες χώρες, όπως η Συρία, αποβλέποντας τόσο στην αποσταθεροποίηση του «απίστου» (αλαουΐτη) Άσσαντ όσο και στην εξασθένηση της επιρροής της Τεχεράνης στην ευρύτερη περιοχή. Προς τούτο παρείχε κάθε είδους αρωγή αρχικώς προς την λεγόμενη «μετριοπαθή» αντιπολίτευση και κατόπιν προς τους τζιχαντιστές. Σύντομα δε, το ίδιο έπραξαν και οι άλλες μοναρχίες του Κόλπου. Ξαφνικά, η θρησκεία έγινε όπλο στα χέρια των πολιτικών, οι οποίοι υπεδαύλισαν τα πάθη και τα μίση των απλών ανθρώπων.

Πολλές φορές, όμως, το μαχαίρι κόβει και από τις δύο πλευρές. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Δύση (όπως αυτή στο Παρίσι την 13η Νοεμβρίου 2015) και η ενεργός ανάμειξη της Ρωσσίας άλλαξαν τα δεδομένα και απεκάλυψαν τον πραγματικό ρόλο του Ριάντ. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας υπεχρεώθη επισήμως να αποκηρύξει τους τζιχαντιστές. Επιπλέον, η πολιτική αυτή εξόργισε την Τεχεράνη, η οποία παρείχε αφειδώς την υποστήριξή της στους ομοδόξους της αντάρτες στην Υεμένη, που βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Σαουδικής Αραβίας. Το Ριάντ παρενέβη στρατιωτικά στην περιοχή, αλλά απέτυχε να διευθετήσει την κρίση με αποτέλεσμα το κύρος του να μειωθεί κατακόρυφα στα μάτια άλλων δρώντων στην περιοχή, όπως των Ισραηλινών.

Το γεωπολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό και ουδείς δύναται να προβλέψει με ασφάλεια πώς θα διαμορφωθεί ο χάρτης της περιοχής στο εγγύς μέλλον. Οι θρησκευτικές διαφορές που έχουν έρθει στο προσκήνιο μπορούν να αποσταθεροποιήσουν φαινομενικά πανίσχυρα καθεστώτα. Η Δύση ακολουθεί μία ασυνάρτητη πολιτική και ο μόνος που φαίνεται να γνωρίζει τι θέλει είναι ο Ρώσσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν. Η ανάγκη χάραξης μίας εθνικής πολιτικής καθίσταται επιτακτικότερη παρά ποτέ. Δυστυχώς, όμως, η σημερινή ελληνική συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ βρίσκεται δέσμια των ιδεοληψιών και των προκαταλήψεών της.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

(Φ. 142) 

Advertisements