Χωρίς τίτλο.jpg

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά»

Του Βαγόρη

Το Ημερολόγιο έδειχνε 1η Απριλίου 1955, όταν αντήχησε στην Κύπρο η φωνή του Διγενή και συγκλονίζει τον όπου γης Ελληνισμό.

Τότε, πριν 61 χρόνια, άρχιζε στην μαρτυρική μεγαλόνησο ο απελευθερωτικός αγώνας για την αποτίναξη του βρετανικού αποικιοκρατικού ζυγού, από την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), με αρχηγό τον Στρατηγό Γεώργιο Γρίβα – Διγενή.

Ο αγώνας διήρκεσε μέχρι το 1959, οπότε και υπογράφονται οι κατάπτυστες Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, οι οποίες υπήρξαν και η απαρχή των μετέπειτα δεινών του Κυπριακού Ελληνισμού, αφού έβαζαν στο παιχνίδι ως εγγυήτρια δύναμη και την Τουρκία, μέχρι τότε ουδεμίαν ισχύν έχουσα, αλλά και την αριθμητικώς ασήμαντη, τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Τόσο πολύ «συμφέρουσες» για την Ελλάδα και την Κύπρο ήσαν αυτές οι επαίσχυντες συμφωνίες, ώστε μετά μόλις τρία χρόνια, ο υπογράψας Μακάριος ζήτησε να αλλάξουν σε 13 σημεία τους…

Όμως, το τι έκαναν οι πολιτικοί, Ελλαδίτες και Κύπριοι, δεν είναι τίποτε διαφορετικό από αυτό που κάνουν πάντα. Προδοσίες και ξεπουλήματα.

Το  1955-59, η ΕΟΚΑ έγραψε μία ιστορία, όπως μόνον ο απλός λαός ξέρει να γράφει, μακριά από πολυτελή γραφεία, διπλωματικές τρικλοποδιές και πολιτικές ραδιουργίες.

Ο αγώνας δεν ήταν ρόδινος. Ποιoς αγώνας άλλωστε είναι ρόδινος. Εκτός των «πολιτισμένων» βρετανών, η ΕΟΚΑ, είχε να αντιμετωπίσει και την κομμουνιστική δολιότητα.  Μόλις 25 ημέρες από την έναρξη του αγώνα, ο Ρ/Φ σταθμός του ΚΚΕ χαρακτήρισε τον αγώνα της ΕΟΚΑ ως «τυχοδιωκτισμό με πασχαλινά βαρελότα», ενώ λίγες μέρες μετά, στις 5 Μαΐου η «ΑΥΓΗ» (όχι τότε δεν ήταν ο Φίλης αρχισυντάκτης) έγραφε ότι οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ είναι «διασπαστές της ενότητας του κυπριακού λαού, που παριστάνουν τους νταήδες με τυχοδιωκτικές ενέργειες».

Όμως, παρά την λύσσα των Βρετανών και των ερυθρών προδοτών (αυτοί απεκάλυψαν την πραγματική ταυτότητα του Διγενή), ο αγώνας τη ΕΟΚΑ ήταν ένας αγώνας – Έπος που τροφοδότησε με πολλούς ήρωες το Ελληνικό Πάνθεον.  Νέα ονόματα, κυρίως νεαρών αγωνιστών, προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα του Λεωνίδα, του Κολοκοτρώνη, του Δαβάκη. Μιχαήλ Καραολής, Ανδρέας Δημητρίου, Κυριάκος Μάτσης, Στυλιανός Λένας, Μιχαήλ Κουτσόφτας,  Φώτης Πίττας, Μάρκος Δράκος, Γρηγόρης Αυξεντίου και τόσοι άλλοι.

Ανάμεσά τους και ένα 19χρονο παιδί από την Πάφο. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Συλλαμβάνεται σε ένα συλλαλητήριο και καταδικάζεται σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Λίγο πριν την δίκη, η οποία είχε αναβληθεί, αφήνει στο θρανίο του ένα ποίημα. Οι στίχοι του συγκλονίζουν: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια  να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά».

Στις 13 Μαρτίου του 1957, ο Ευαγόρας ανεβαίνει αγέρωχος το ικρίωμα τραγουδώντας για την Ελλάδα και την Ένωση. Και μένει Αθάνατος.

Ο Ρόδιος ποιητής και φιλόλογος Φώτης Βαρέλης γράφει το 1957, ένα ποίημα για τον Ευαγόρα, με τίτλο «Του Βαγόρη». Ένα ποίημα που κάνει τις Ελληνικές ψυχές να ατσαλώνονται και τις Ελληνικές καρδιές να πετάνε προς τα Υψηλά ιδανικά της Πατρίδας και της Ελευθερίας.

Απολαύστε το και αφήστε την Ελλάδα να σας πλημμυρίσει:

Του Βαγόρη

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα

μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.

Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,

οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

η νια που τον ορμήνευε δεν άκ’σε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

– Παρόντες όλοι;

– Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

– Παρόντες, λέει ο δάσκαλος · και με φωνή που τρέμει:

– Σήκω, Βαγόρη, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.

– Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ, που μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα ‘στα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.

Το  1955-59, η ΕΟΚΑ έγραψε μία ιστορία, όπως μόνον ο απλός λαός ξέρει να γράφει

 Ο όρκος των Αγωνιστών

«Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι:

  1. Θα αγωνισθώ με όλας μου τας δυνάμεις δια την απελευθέρωσιν της Κύπρου από τον Αγγλικόν ζυγόν, θυσιάζων και αυτήν την ζωήν μου.
  2. Δεν θα εγκαταλείψω τον αγώνα υπό οιονδήποτε πρόσχημα παρά μόνον όταν διαταχθώ υπό του Αρχηγού της Οργανώσεως και αφού εκπληρωθή ο σκοπός του αγώνος.
  3. Θα πειθαρχήσω απολύτως εις τας διαταγάς του Αρχηγού της Οργανώσεως και μόνον τούτου.
  4. Συλλαμβανόμενος θα τηρήσω απόλυτον εχεμύθειαν τόσον επί των μυστικών της Οργανώσεως όσον και επί των ονομάτων των συμμαχητών μου, έστω και εάν βασανισθώ δια να ομολογήσω.
  5. Δεν θα ανακοινώ εις ουδένα διαταγήν της Οργανώσεως ή μυστικόν το οποίον περιήλθεν εις γνώσιν μου παρά μόνον εις εκείνους δι’ ους έχω εξουσιοδότησιν υπό του Αρχηγού της Οργανώσεως.
  6. Τας πράξεις μου θα κατευθύνη μόνον το συμφέρον του αγώνος και θα είναι απηλλαγμέναι πάσης ιδιοτέλειας ή κομματικού συμφέροντος.
  7. Εάν παραβώ τον όρκον μου θα είμαι ΑΤΙΜΟΣ και άξιος πάσης τιμωρίας».

X.M.

(Φ. 143) 

Advertisements