skitso-empros__article.jpg

Μερικές εβδομάδες πριν, στις 5 Μαρτίου 2016, δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», όργανο του ΣΥΡΙΖΑ, ένα πρωτοσέλιδο το οποίο αφορούσε τους «εθελοντές» και το ζήτημα της ασιατικής εισβολής το οποίο αποκαλεί «προσφυγικό», κατά τις γνωστές αριστερές και φιλελεύθερες πρακτικές. Ως εδώ καμία έκπληξη. Οι συμβουλές που προσφέρει στους «αλληλέγγυους» έχουν ενδιαφέρον.

Πρώτον γιατί προέρχονται από Πανεπιστημιακό (Γιώργος Αγγελόπουλος, ΑΠΘ). Και ως γνωστόν, η μεταπολεμική κοινωνία έχει σε μεγάλη υπόληψη τους γιατρούς, τους δικηγόρους και τους μηχανικούς και, από την Μεταπολίτευση και μετά, και τους Πανεπιστημιακούς, χωρίς να εξετάζει το περιεχόμενο του ανθρώπου και της συμβολής του, αλλά μετρώντας τις απολαβές και την απορρέουσα από αυτές ανωτερότητα της κοινωνικής του θέσεως. Μιλώντας όμως με παλαιότερους, μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους, και ιδιαίτερα με ανθρώπους της επαρχίας, μου έχει κάνει εντύπωση πως θεωρούν τον δάσκαλο, τον γιατρό και τους λοιπούς, μάλλον υποδεέστερούς τους, που λειτουργούν συμβουλευτικά, επικουρικά της ανώτερης, δικής τους παλλόμενης από ζωή και δράση, συμμαχίας των παραγωγών.

Εκεί ίσως να βρίσκεται και το κλειδί της αντιστροφής των ρόλων στην σημερινή κοινωνία, η οποία οδήγησε στην επιβολή και αποδοχή της ανωτερότητας κάποιων ελεγχόμενων και χειραγωγούμενων επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες με την σειρά τους δίνουν σχήμα και περιεχόμενο στις σκέψεις και στις αποφάσεις της κοινωνίας του μόχθου. Θα σταθώ σε μερικά μόνο από τα όσα αναφέρει ο «σοφός» Πανεπιστημιακός στην «Αυγή». Ενδεικτικό της ποιότητας και της προέλευσης της σκέψεώς του είναι πως γράφει με λέξεις και εκφράσεις των αντιγραφέων, αυτών των οκνηρών και κουτοπόνηρων που νομίζουν ότι δεν θα τους πάρουν είδηση και ότι θα δοξάζονται εσαεί κρυπτόμενοι. Είναι προφανές ότι ο διδάσκων αλληλεγγύη στους πρόσφυγες εισβολείς της Πατρίδας μας, από κάποιο έντυπο της αλλοδαπής έχει πάρει τις συμβουλές που δίνει. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούν οι ξένοι καραγκιοζοπαίκτες για να κινούν τις εδώ μαριονέτες τους: Έτοιμες λύσεις για τους αριβίστες που σέρνουν πρόθυμα το άρμα τους και προωθούν τους σκοπούς τους. Έτσι αποφεύγονται λάθη και παρεκκλίσεις και διαχέεται ομοιόμορφα και συντονισμένα η προπαγάνδα τους.

Έχει ενδιαφέρον πως ο αρθρογράφος παραθέτει πράγματι κάποιες αλήθειες, τις οποίες όμως διαστρέφει ώστε να καταλήξει στα συμπεράσματα που θέλει. Λέει, για παράδειγμα, πως «οι πρόσφυγες χρησιμοποιούνται ως όπλο σε έναν πόλεμο διεθνών, περιφερειακών και εθνικών επιδιώξεων». Τω όντι, οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η ΕΕ και άλλοι «θεσμοί» ενδιαφέρονται για το εμπόριο των μεταναστών, τα χρήματα που ίδιοι «κόβουν» στην Fed για να πληρώσουν τους εαυτούς τους μέσω των υπερεθνικών προγραμμάτων, και κάποιοι από αυτούς έχουν ιδεολογικούς και ακόμη περισσότερο εμμονικούς λόγους για τους οποίους επιδιώκουν «να πληρώσουν οι Ευρωπαίοι» τον λογαριασμό που πληρώνουν από το 1945 και μετά. Πώς άλλωστε να μη αποθρασυνθούν, αφού κανείς πολιτικός δεν τόλμησε να πει «όχι» στις πιέσεις τους.

Προειδοποιεί («Κάντε οικονομία δυνάμεων. Προετοιμαζόμαστε για τα πολύ χειρότερα») και προσφέρει οδηγίες προπαγάνδας: «Μην παρουσιάζετε την εθελοντική προσφορά σας ως κάτι εξαιρετικό. Αν την παρουσιάσετε ως αυτονόητη, θα έχει μεγαλύτερη απήχηση». Κάνει λόγο για έναν από τους κύριους μοχλούς χειραγώγησης των μαζών, την ανασφάλεια. Πρόσφυγες, εθελοντές, στρατιωτικοί («είναι ανασφαλείς για να μην κατηγορηθούν για λάθη»), τοπικές αρχές και άνθρωποι των υπουργείων που «είναι ανασφαλείς για την εικόνα που θα δώσουν στο εθνικό και διεθνές κοινό», όλοι είναι επιρρεπείς στην ψυχολογική επίθεση που εξαπολύουν τα κέντρα χειραγώγησης της ανθρώπινης σκέψεως. Ως είναι αναμενόμενο από την εθελόδουλη πάστα ανθρώπων που παράγει το Σύστημα, προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματα που έχει προαποφασίσει, καταφεύγει σε παράλογους συλλογισμούς, και προτείνει τα αντενδεικνυόμενα: «Αν κυριαρχήσει ο ανθρωπισμός, θα επιβιώσουμε ως κοινωνία. Αν κυριαρχήσει η ξενοφοβία, θα αυτοκαταστραφούμε».

Γράφει πως «Αν αρχίσουμε να πνίγουμε τους πρόσφυγες θα μας «πνίξουν» για την στάση μας, υποκριτικά επικαλούμενοι τα ευρωπαϊκά ιδεώδη», και όμως προτείνει να εξακολουθούμε να υποτασσόμαστε στους υποκριτές. Ο πλέον ενδιαφέρων συλλογισμός του όμως, είναι αυτός που αφορά στον ίδιο τον Ελληνικό λαό: «Μην αναλίσκεστε σε αντιπαραθέσεις με τους «αλλά-δες» («δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…»). Έχουν απολέσει την δυνατότητα κοινωνικής παρέμβασης. Μιλήστε με θετικούς όρους απέναντι στα φοβικά τους σύνδρομα». Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αλήθεια. Το απολογητικό ύφος, έκφραση, τρόπος σκέψης, που έχουν υιοθετήσει πολλοί Έλληνες με καλές προθέσεις, νομίζοντας πως έτσι αποκτούν διεισδυτικότητα στις συζητήσεις, πως γίνονται αποδεκτοί και μπορούν να επηρεάσουν αυτούς που παπαγαλίζουν την προπαγάνδα των καναλιών, είναι στην πραγματικότητα αδυναμία. Το γνωρίζουν και το αποκαλύπτουν αυτοί που εκ πεποιθήσεως και εξ επαγγέλματος αντιμάχονται το Έθνος.

Η ανάγκη των Ελλήνων, εν δικαίω ευρισκομένων, να ζητήσουν συγγνώμη από όσους επιδιώκουν την εξόντωσή τους, αριστεριστές, νεοφιλελεύθερους, πανεπιστημιακούς και «αλληλέγγυους», αποτελεί μια πνευματική και νοητική αναπηρία τα αίτια της οποίας δεν είναι της παρούσης να εκθέσουμε. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε εδώ είναι πως παρασυρόμενοι στην αποδοχή μιας ανύπαρκτης ενοχής απέναντι σε άτομα που δεν έχουν καμία ενοχή για τις δικές τους απόψεις, οι οποίες επιπλέον είναι αντίθετες με την επιβίωση των Ελλήνων και της Ελλάδας, νομιμοποιούν de facto και αποδέχονται την εξουσία τους, την ανωτερότητα των απόψεών τους και το δίκαιο των επιχειρημάτων τους. Οι Έλληνες και πολύ περισσότερο οι Έλληνες Εθνικιστές, δεν έχουμε να ζητήσουμε συγγνώμη για τίποτε και από κανέναν όταν πρόκειται να υπερασπιστούμε τις ιδέες μας. Αρκεί να τις γνωρίζουμε, να τις έχουμε ξεκαθαρίσει στην σκέψη μας, να τις έχουμε κάνει κτήμα μας, και να είμαστε έπειτα από αυτά σε θέση να τις υποστηρίξουμε με σταθερότητα, σοβαρότητα, επιμονή και πειστικότητα.

Η «δυνατότητα κοινωνικής παρέμβασης» των Ελληνικά σκεπτομένων πρέπει να είναι το κύριο μέλημά μας. Χρειάζεται να προσεγγίζουμε τους συμπατριώτες μας με θετικούς όρους, με όρους δημιουργίας, ελπίδας, οράματος για την Ελλάδα που θέλουμε, την Ελλάδα που πιστεύουμε.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 145) 

Advertisements