Χωρίς τίτλο.jpg

Η υποδοχή μας στην Συρία είχε τα χαρακτηριστικά της φιλοξενίας που περιμένει κανείς από κατοίκους της Μέσης Ανατολής. Οι βουλευτές που μας περίμεναν στα σύνορα ήσαν ευγενείς, αλλά κατ’ αρχήν, τυπικοί. Η εικόνα σύντομα άλλαξε.

Μόλις είχαν γίνει εκλογές και το θέμα αυτό προφανώς τους απασχολούσε. Εκλογές σε μια χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, με οικονομικό και διπλωματικό αποκλεισμό και με ξένους παρατηρητές να επιβλέπουν τις διαδικασίες. Δεν είναι και κακό το στόρυ της Συρίας και του καθεστώτος Άσαντ. Αναρωτιέμαι τι άλλο θέλουν οι Δυτικοί για να αποδεχθούν την νομιμότητα της κυβέρνησης της Δαμασκού. Η απάντηση είναι, «απολύτως τίποτε». Όπως στην περίπτωση της Ελλάδος, έτσι και στην περίπτωση της Συρίας, η «διεθνής κοινότητα», δηλαδή μερικές δεκάδες χώρες από τις εκατοντάδες του πλανήτη, αποφάσισαν ότι θέλουν να βάλουν κάτι πιο πολύ από πόδι στην Συρία (και τον Λίβανο). Έχοντας προωθήσει γύρω τους καθεστώτα ξεκάθαρα αντιδημοκρατικά και βίαια, αλλά φιλικά και εξαρτώμενα  από αυτές, οι χώρες της συμμαχίας εναντίον της Συρίας προωθούν την διάλυση της χώρας.

Την δρομολογούν βεβαίως εδώ και δεκαετίες, υποδαυλίζοντας πολέμους και συδαυλίζοντας διαμάχες. Τώρα γίνεται, πλέον, ολοφάνερο και, όπως στην περίπτωση της Ελλάδος, βρισκόμαστε σε μια νέα και μάλλον την τελική επίθεση.

Πρόκειται ο Άσαντ και οι γύρω του να υποκύψουν στις ξένες πιέσεις; Η Συρία είχε στενούς δεσμούς με την Ρωσία από την προηγούμενη διακυβέρνηση του πατέρα Χαφέζ με την ΕΣΣΔ και τώρα του γιου, Μπασάρ, με την αναγεννημένη αναδημιουργούμενη αυτοκρατορία του Πούτιν. Αυτοί οι δεσμοί λείπουν από την Ελλάδα. Οι σύμμαχοί της είναι προφανέστατα εναντίον της από εποχής Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τάχθηκε στο πλευρό τους και αιματοκυλίστηκε εν συνεχεία για το «ευχαριστώ» σε έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο, χρηματοδοτούμενο από τις χρυσές λίρες των Άγγλων στους στασιαστές. Το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Όπως τότε η πολιτική ηγεσία βαυκάλισε τα Ελληνόπουλα με τις άνευ πρακτικού αντικρίσματος κολακείες του Τσώρτσιλ, πως «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες», έτσι και τώρα, οι πολιτικοί κρέμονται και κρεμούν τον λαό από τα «καλά λόγια» που είπε η Λαγκάρντ για τις «θυσίες του Ελληνικού λαού», που θα μας βγάλουν στο ξέφωτο το 2070.

Οι Σύριοι μας έδωσαν να καταλάβουμε ότι ο Άσαντ δεν σκοπεύει να χαρίσει την χώρα του στους συμμάχους της Ελληνικής πολιτικής νομενκλατούρας. Και καλά θα κάνει.

Στον δρόμο προς την Δαμασκό, ρώτησα την βουλευτή που με συνόδευε στο αυτοκίνητο, τι θα ήθελε να κάνει ο έξω κόσμος για την Συρία. Μου απάντησε:  «Να μας αφήσουν στην ησυχία μας».

Φοβάμαι ή μάλλον είμαι σίγουρη πως δεν θα το κάνουν. Γι’ αυτό έστησαν τα υπερεθνικά όργανα, τον ΟΗΕ, τα διεθνή δικαστήρια, το ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. για να παρασύρουν τους λαούς με τα ωραία λόγια περί «παγκόσμιας ειρήνης» και «συναδέλφωσης των λαών» στην φωλιά του θηρίου.

Χρησιμοποιώντας την επαναστατική ρητορική των μπολσεβίκων και την κοιλιοδουλεία των καπιταλιστών, ο δυτικός άνθρωπος παγιδεύτηκε σε ψεύτικες υποσχέσεις, αποδυνάμωσε την θέλησή του, έμεινε άοπλος απέναντι στους εξοπλισμένους ωσάν αστακούς «ειρηνοποιούς».

Υπάρχει ελπίδα;

Το γνήσιο υπάρχει, και όσο υπάρχει, θα υπάρχει και ο φόβος της ανατροπής της παγκόσμιας καταπίεσης. Γι’ αυτό προωθούνται οι τριτοκοσμικές μάζες ασιατών και αφρικανών στην Ευρώπη. Ένας πρωτοφανής βιολογικός πόλεμος στο όνομα και πάλι της παγκόσμιας ειρήνης.

Η αποδυνάμωση της θέλησης των Ευρωπαίων, η μαζική απαξίωση του πολιτισμού τους, συναντά, όμως, αντίσταση. Η μια της μορφή, είναι αναπάντεχη και διεστραμμένη, η προσχώρηση Ευρωπαίων στο Ισλαμικό Χαλιφάτο. Οι ισλαμιστές τους προσφέρουν τον πόλεμο για τον οποίο τους προετοιμάζει επί δεκαετίες η βιομηχανία του θεάματος, αλλά τους τον στερούν οι πολιτικές αποφάσεις, μέχρις ότου δοθεί το ΟΚ, και οι δυνάμεις αφεθούν στον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον σώμα, είναι και ιδέες. Το Ισλάμ προσφέρει τις ιδέες που αδυνατεί να προσφέρει η Χριστιανική εκκλησιαστική ηγεσία.

Στον αντίποδα, οι υγιείς δυνάμεις της Ευρώπης, αυτές που επέζησαν στα συντρίμμια μιας Ευρώπης ηττημένης, κατακτημένης από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, βρίσκεται μια Ευρώπη που σηκώνεται στα πόδια της, παραπατάει ανάμεσα σε ηγέτες σημαντικούς και ασήμαντους, ιδιοτελείς και ρομαντικούς, ειλικρινείς και αφελείς, που παραπαίουν ανάμεσα στην αποδοχή του status quo και την ανομολόγητη αναγκαιότητα της ανατροπής του. Δεν είναι κι εύκολη δουλειά, με το Σύστημα πανίσχυρο, την έλλειψη  εναλλακτικών πόλων εξουσίας και την απουσία σημαντικών προσωπικοτήτων που θα προσήλωναν τους αποπροσανατολισμένους Ευρωπαίους.

Ο Μπασάρ αλ Άσαντ είναι ένας ηγέτης σε πολιορκία. Όπου όμως, κι αν μιλήσαμε, ο λαός της Συρίας τον αγαπά και τον θαυμάζει. Είναι υπερήφανος για την διακυβέρνησή του. Δεν δυσανασχετεί, δεν γογγύζει. Πόσο θα αντέξει να βλέπει τα διαμελισμένα μωρά στο Μαιευτήριο του Χαλεπιού; Πόσο θα αντέξει την αβεβαιότητα των επιθέσεων αυτοκτονίας στα αναρίθμητα check points;

Το αν θα τα καταφέρει να διώξει τους ξενοκίνητους μισθοφόρους που επιτίθενται στην πατρίδα του και την κάνουν συντρίμμια, θα εξαρτηθεί από την ψυχολογική και πνευματική του αντοχή, τις αντοχές του λαού του, και από πρακτικά, όπως η ειλικρίνεια των συμμάχων του, οι ικανότητες του στρατού του, η δυνατότητα ανανέωσης του πληθυσμού του.

Ναι, ο πόλεμος είναι μια μηχανή του κιμά. Αλλά το ίδιο ακριβώς είναι και η ειρήνη της παρακμής. Οι απώλειες ανθρώπων στην Ελλάδα από τις αμβλώσεις είναι απείρως μεγαλύτερες απ’ τις απώλειες πληθυσμού στην Συρία σε καιρό πολέμου. Ας μην μιλά λοιπόν κανείς «πολιτικά ορθός» για σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Είναι δικαίωμα του ανθρώπου να αποφασίσει αν θα πεθάνει όρθιος και πολεμώντας για ό,τι πιστεύει πως αξίζει στην ζωή ή διασωληνωμένος κοιτάζοντας το ταβάνι ενός νοσοκομείου.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Φ. 148) 

Advertisements