Χωρίς τίτλο.jpg

Ούτε ανόητοι, ούτε ανίκανοι. Αυτοί που μας κυβέρνησαν και κυβερνούν βλέπουν πού οδηγούν τον Ελληνικό λαό με τα μέτρα που παίρνουν. Μορφωμένοι άνθρωποι είναι, απόφοιτοι Πανεπιστημίων, καθηγητές Πανεπιστημίων, δικηγόροι, μηχανικοί, το enfant gate της Ελληνικής κοινωνίας. Καταλαβαίνουν. Διαβάζουν. Ακούνε τον κόσμο να τους καταριέται όπου τολμήσουν να ξεμυτίσουν.

Κάποιοι είναι και «ελληνόψυχοι», με μεγάλους σταυρούς, μεγάλες μετάνοιες και μεγάλα λόγια. Κι αυτοί οι «καθωσπρέπει πατριώτες», δεν μπορεί, βλέπουν πού πηγαίνει η εθνική ανεξαρτησία και η κυριαρχία της Ελλάδος. Σε περίπατο άνευ επιστροφής. Αλλά εξακολουθούν να εξαπατούν τον εαυτό τους και να παίρνουν στον λαιμό τους τους γύρω τους.

Κι όσο κοροϊδεύουν και κοροϊδεύονται, αρνούμενοι να αντικρύσουν την αλήθεια, τόσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν, και λαός και Πατρίδα θα βυθίζονται στο κώμα, αιμορραγώντας από τα γαμψά νύχια των τοκογλύφων.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Καμία ανάκαμψη δεν θα συμβεί, καμία ανάπτυξη δεν θα έρθει.

Η κατάσταση θα χειροτερεύει. Οι Έλληνες θα γίνονται πιο φτωχοί, πιο απελπισμένοι, η Ελλάδα πιο μικρή.

Δεν ξέρω αν τους ενδιαφέρει η Ελλάδα. Όσο μπορούν να κάνουν το κέφι τους στα μαγαζιά, στα καφέ, στα μπαράκια και στα μπουζουξίδικα, όσο το δρεπάνι κόβει τον γείτονα και δεν χτυπά την πόρτα τους, ελπίζουν. Τα δικά τους έρχονται, αργά, βασανιστικά, η τελετουργική αφαίμαξη του Ελληνικού λαού θα συνεχίζεται με την συνενοχή πολιτικών και πολιτών.

Ρωτούν πολλοί. Εσείς έχετε λύση;

Χωρίς στρογγυλέματα, χωρίς χρυσώματα, χωρίς ζάχαρη στο κουτάλι με το κινίνο, αυτή είναι η πραγματικότητα.

Η Αλήθεια είναι σκληρή, αλλά λυτρωτική: Για να βάλουμε σε λειτουργία ξανά την ζωή μας, πρέπει να δουλέψουμε. Πολύ. Να ιδρώσουμε, να σκληρύνουν τα χέρια μας, να κάνουμε οικονομίες, να ξεχάσουμε τις αστικές συνήθειες και τους σουσουδισμούς.

Ξέρω κάποιον που σε μικρή ηλικία διάβαζε πάλι και πάλι το μοναδικό βιβλίο που είχε δικό του, το αναγνωστικό. Διάβαζε μόλις τελείωνε από τα πρόβατα και το χωράφι, με ένα κερί. Διάβαζε κρυφά, στην τουαλέτα του σπιτιού του που ήταν μέτρα μακριά,  με βροχή και με κρύο. Γιατί ήθελε να μάθει.

Ποιος να το έλεγε πως στην πλούσια μικροαστική Ελλάδα, η μόρφωση θα γινόταν κάτεργο και βραχνάς;

Θα δουλέψουμε λοιπόν. Κι επειδή οι καιροί έχουν προχωρήσει, μπορούμε να διαβάζουμε πιο πολλά βιβλία, κι όποτε θέλουμε. Το πρόβλημα αυτού του λαού είναι ότι έπαψε να θέλει. Μπούκωσε καλοπέραση. Μπούχτισε και ζαλίστηκε.

Αλλά να και τα καλά. Όταν αποφασίσουμε να δουλέψουμε,  θα δουλεύουμε για μας. Θα ζούμε για μας. Θα αναλάβουμε δυνάμεις. Θα σηκωθούμε από το κρεβάτι της αρρώστειας και θα βγούμε στον καθαρό αέρα.

Θέλετε;

Ας βγάλουμε λοιπόν τα χέρια από τα μάτια μας. Στον φόβο μας στηρίζουν τα σχέδιά τους. Στην δειλία, την οκνηρία, την υποταγή στον καθωσπρεπισμό.

Το τρένο του τρόμου θα ακολουθήσει το δρομολόγιό του ως το τέλος. Μια λύση υπάρχει, να φτάσουμε στον μηχανοδηγό, να κόψουμε ταχύτητα, να κατεβούμε, και να το αφήσουμε να πάει μόνο του στον χαμό του. Κι εκεί, στα χωράφια, στα δάση, στις παραλίες που θα είναι δικά  μας, να σταθούμε και να δούμε την αυγή που θα ανατέλλει. Και κάθε αυγή. Με την ίδια λαχτάρα για κάθε ξημέρωμα ελευθερίας που θα αξιωνόμαστε.

Ειρήνη Δημοπούλου – Παππά

(Φ. 150) 

Advertisements