BELIOS

 

Του «τέλους» δεν ήθελα να ‘ναι «προσφώνηση», τούτο το κείμενο. Μας πώς να μπορέσεις να κρύψεις το νότισμα, που υγραίνει τα μάτια αθέλητα, όταν το ανερμήνευτο «είναι» της αληθινής έκφρασης «καπακιάζει» τα περιττά και τα …έχοντα «στόχους», «σκοπούς» και «ωφέλη», …σκευάσματα λόγου ;

Κι’ είναι αληθινή η προσμονή, όλα τούτα ν’ ακυρωθούν απ’ την εξέλιξη, κι’ ας μοιάζει ο γράφων ηλίθιος, σαν κι’ εκείνον που πρόκαμε να «προβλέψει», εκείνο που τελικά έμεινε έρμαιο, ως γεγονός κι’ «αποτέλεσμα», κι’ αποδείχτηκε «ψεύτης».

Το ‘χω ξαναγραμμένο σε τούτο το «βήμα», πως είναι ο θάνατος που επικυρώνει τη μεγαλοσύνη του βίου ή ακυρώνει ό,τι πρωτύτερα φάνταζε μεγαλειώδες, στομφώδες κι’ εν τέλει δεν ήταν παρά λόγου ανάξιο και «μικρό».

Μα ο συνειδητός δρόμος για τον βέβαιο θάνατο, ο δρόμος που εξαγνίζει, είναι ό,τι ξεμακραίνει τον άνθρωπο από τις «μετριότητες» του Μοντερλάν, απ’ τους «παλιανθρώπους» του Σαρτρ, κι’ όπως σοφά ο «αιρετικός» Μπενουά μας κατέδειξε, απελευθερώνει τους «υπηκόους» στο χαϊντεγκεριανό «βασίλειο του κανείς», και τους προσδίδει την Όντως Οντότητα.

Σ’ αυτό Σου το ταξείδι «για τη λευκή μα πένθιμη Ελβετία», της καββαδιακής ποιητικής εξιστόρησης της αξιοπρέπειας που βλασταίνει μέσ’ απ’ τον πόνο, να ξέρεις πως κάποιοι δεν ξέχασαν.

Και πώς να ξεχάσουν, πως, όταν έμειναν ολομόναχοι, καταδιωγμένοι μέσα στον ορυμαγδό της ΥΒΡΕΩΣ, που συλλήβδην τους βάφτισε «δολοφόνους», οι Χρυσαυγίτες βρήκαν στον λόγο Σου εντιμότητα και φιλότιμο ;

Γι’ αυτό και δέξου ΑΝΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΑ την ευχή : Μακάρι, ζωντανό να Σε ξαναδούμε κοντά μας, που θα Σε ξαναδούμε έτσι κι’ αλλοιώς, γιατί, για τούτη τη δράκα των αριθμητικά ΛΙΓΩΝ, αυτό που οι πολλοί ονόμασαν «βίο», παρασάγγες απέχει από κείνο που οι λίγοι επέλεξαν ν’ αποκαλούνε «Ζωή».

Καλό Σου ταξείδι Αλέξανδρε Βέλιε…

 

ΟΔΥΣΣΕΥΣ  ΠΑΤΕΡΑΚΗΣ

Advertisements