Χωρίς τίτλο.jpg

ΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

 Πτερωτά όντα – Αρπακτικά πτηνά

Οι Άρπυιες, («οι αρπακτικές»)  εικονίζονται συνήθως ως πουλιά με κεφαλή γυναικός. Θεές των ανέμων σχετίζονται άμεσα με το βασίλειον των νεκρών και με την λαϊκή πίστη πως οι ψυχές των πεθαμένων αρπάζουν τις ψυχές των ζωντανών. Είναι πτερωτά πνεύματα, κόρες του υδάτινου Θεού Θαύμαντος και της Ηλέκτρας, μιας Ωκεανίδας. Ανήκουν στην προ-ολύμπια θεϊκή γενιά. Συνήθως είναι δύο η Αελλώ, που ονομάζεται επίσης Νικοθόη, και η Ωκυπέτη αλλά γνωρίζουμε επίσης και μια τρίτη, την Κελαινώ. Τα ονόματά τους αποκαλύπτουν τη φύση τους. Σημαίνουν αντίστοιχα «θύελλα», «γρήγορο πέταγμα» και «σκοτεινή» (όπως ο ουρανός που τον διασχίζει ένα πελώριο σύννεφο καταιγίδας). Τις παριστάνουν ως γυναίκες εφοδιασμένες με φτερά ή ακόμη σαν πουλιά με γυναικείο κεφάλι. Έχουν γαμψά νύχια. Θεωρούνταν πως κατοικούσαν στα νησιά Στροφάδες, στο Ιόνιο πέλαγος. Αργότερα ο Βιργίλιος τις τοποθετεί στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, μαζί με τα άλλα τέρατα.

Οι Άρπυιες «αρπάζουν» παιδιά και ψυχές. Μερικές φορές τις απεικόνιζαν επάνω στους τάφους και τις παρίσταναν να μεταφέρουν την ψυχή του νεκρού μέσα στα νύχια τους. Ο μύθος στον οποίο παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο είναι του βασιλιά Φινέα, που τον είχε χτυπήσει μια κατάρα ό,τι έβαζε μπροστά του, οι Άρπυιες του το άρπαζαν, κυρίως την τροφή ό,τι δεν μπορούσαν να το αρπάξουν, το μόλυναν με τα περιττώματά τους. Όταν πέρασαν από εκεί οι Αργοναύτες, ο Φινέας τους ζήτησε να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες. Τότε ο Ζήτης και ο Κάλαης, οι Βορεάδες (γιοί του Βορέα), κατεδίωξαν αυτούς τους δαίμονες και τους ανάγκασαν να πετάξουν μακριά. Η Μοίρα όμως όριζε πως οι Άρπυιες δεν θα πέθαιναν, παρά μόνο αν τις έπιαναν οι γιοι του Βορέα. Αντίστοιχα θα έπρεπε να πεθάνουν και αυτοί, αν δεν κατάφερναν να τις φθάσουν. Η πρώτη Άρπυια, κατά την διάρκεια της καταδίωξης, έπεσε μέσα σ’ ένα ποτάμι της Πελοποννήσου, που ύστερα από αυτό το γεγονός πήρε το όνομα Άρπυια. Η άλλη έφτασε ως τα νησιά Εχινάδες, που ονομάστηκαν κατόπιν Στροφάδες ή Νησιά της επιστροφής. Αλλά η Θεά Ίρις (ή ο Ερμής) στάθηκε τότε μπροστά στον Κάλαη και στον Ζήτη, εμποδίζοντάς τους να σκοτώσουν τις Άρπυιες, που ήταν οι «υπηρέτριες» του Δία. Ως αντάλλαγμα για την σωτηρία τους υποσχέθηκαν να αφήσουν στο εξής ήσυχο τον Φινέα και κρύφθηκαν μέσα σε μια σπηλιά της Κρήτης.

Οι Άρπυιες έπαιζαν κάποιο ρόλο στο μύθο του Πανδάρεω: ο Πανδάρεως ήταν γιος του Μέροπα και της Νύμφης Εχεμείας. Ο Πανδάρεως πήρε ως σύζυγό του την Αρμοθόη και μαζί απέκτησαν τρεις κόρες: την  Κλεοθήρα, την Μερόπη και την Αηδόνα. Ο Πανδάρεως έκλεψε τον χρυσό σκύλο που φύλαγε το ιερό του Δία στην Κρήτη και τον έδωσε στον Τάνταλο να τον κρύψει στην Λυδία. Ο Δίας μεταμόρφωσε τον Πανδάρεω σε βράχο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο θεός Ερμής ήταν αυτός που ανακάλυψε τον σκύλο που    είχε κρύψει ο Τάνταλος και το ανακοίνωσε στον Δία. Φοβισμένος τότε ο Πανδάρεως βρήκε καταφύγιο μαζί με τη σύζυγο και τις κόρες του στην Αθήνα και μετά στην Σικελία. Αλλά ο Δίας τον βρήκε και τον σκότωσε, όπως και την Αρμοθόη, ενώ τις κόρες τους τις άρπαξαν οι Άρπυιες. Σε μία αναλυτικότερη παράδοση αναφορικά με τις θυγατέρες αυτές, μετά τον θάνατο των γονιών τους ανατράφηκαν από τις θεές Αφροδίτη, Ήρα, Αθηνά και Άρτεμη, οι οποίες τις προίκισαν με πολλά χαρίσματα: η Ήρα τους έδωσε σοφία και ομορφιά, η Άρτεμις χάρη, η Αθηνά επιδεξιότητα στα χέρια. Αλλά όταν πια μεγάλωσαν, η Αφροδίτη έκανε το μοιραίο λάθος (ή είχε το θράσος) και ανέβηκε στον θρόνο του Δία στον Όλυμπο και του ζήτησε τους κατάλληλους συζύγους για αυτές. Τότε οι Άρπυιες άρπαξαν τις κόρες του Πανδάρεω και τις παρέδωσαν ως δούλες στις Ερινύες, στον Άδη.

Έλεγαν πως οι Άρπυιες είχαν ενωθεί με το θεό-άνεμο Ζέφυρο, από τον οποίο γέννησαν άλογα, τον Ξάνθο και τον Βαλίο, τα δύο θεϊκά άλογα του Αχιλλέα, που ήταν τόσο γρήγορα όσο και ο άνεμος, τον Φλογέο και τον Άρπαγο, τα άλογα των Διοσκούρων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

(Φ. 154) 

Advertisements