Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Β’

To 1867 ολοκληρώθηκε η δημοσίευση της «Ελληνικής Ιστορίας» («Griechische Geschichte» – Berlin 1857 – 1861,  του Ernst Curtius, όπου στο πρώτο μέρος «Από των πρωταρχών έως του θανάτου του Περικλέους» («Von den Uranfδngen bis zum Tode des Perikles») οι Έλληνες, «ως οι κατ’ εξοχήν» Ινδοευρωπαίοι (από τούδε θα αναγράφονται συντομογραφικώς ως IE), παρίστανται ως οι πλέον «ελεύθεροι» νοητικώς σε σχέση με άλλες φυλές. To έργο του είχε τεραστία διάδοση στα γερμανικά και αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια, ενώ ολίγες δεκαετίες αργότερον ένας άλλος Γερμανός, ο Karl Julius Beloch (1854 – 1929), στην ιδική του «Griechische Geschichte» (τόμος 1 – «Die Zeit vor den Perserkriegen»), ενώ ελάμβανε υπ’ όψιν τις γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες μιας πλεονεκτικής τοποθεσίας όπως η Ελλάς, ετόνιζε πως από μόνες τους αυτές οι συνθήκες δεν αρκούσαν για να πραγματοποιηθεί μια πολιτιστική εξέλιξη τέτοια όπως η ελληνική, εάν δεν προσετίθετο σε αυτές «η ύπαρξη ενός λαού αρίας φυλής». Κατά την γνώμη του, ένας άλλος ινδοευρωπαϊκός λαός στην ιδία χώρα ενδεχομένως να επιτύγχανε την ίδια πολιτιστική εξέλιξη με τους Έλληνες.

To 1909 ο φιλόλογος Paul Kretschmer (1866-1956), αφού εμελέτησε τις διαφορές των ελληνικών διαλέκτων, εντόπισε τρεις βασικές ομάδες, την ιωνική, την αχαϊκή και την δωρική και παρετήρησε  στο βιβλίο του «Εισαγωγή στην ιστορία της ελληνικής γλώσσης» («Einleitung in die Geschichte der griechischen Sprache»-1896) ότι,  κατά την διάρκεια της Εποχής της Χαλκοκρατίας (2900 – 1100 π. Χ.) εφαίνετο πως είχαν λάβει χώρα τρεις αντίστοιχες εισβολές, εκ των οποίων την πρώτη τοποθετούσε ενωρίτερον από το 2000 π. Χ. και την τελευταία, (την ταυτιζομένη τότε με την «Κάθοδο των Δωριέων»), περί το 1200 π. Χ. Βέβαιος ων περί την τελευταία εισβολή (σχετικώς προς την  οποίαν είχαν πράγματι ανακαλυφθεί «στρώματα καταστροφής» σε προτέρους των Δωριέων οικισμούς) εθεώρησε πως οι υφιστάμενες διαφορές στις διαλέκτους εχρειάσθησαν μερικούς αιώνες για να διαμορφωθούν, οπότε ευλόγως προέτεινε την χρονολόγηση του πρώτου «ελληνικού κύματος εισβολέων» οκτώ περίπου αιώνες παλαιότερον του τελευταίου.

Ο Belloch έφθασε στο συμπέρασμα ότι η διασπορά των IE συνέβη περί το 2500 π. Χ. Όπως ο πολύς Kretschmer, ομοίως και ο Eduard  Meyer (1855-1930) στο περιβόητο βιβλίο του «Ιστορία της αρχαιότητος» («Geschichte des Altertums», 1884-1902) ετοποθέτησε την πρώτη έλευση IE στην Ελλάδα προ του 2000 π.Χ., εφόσον οι διαφορές ελληνικής και σανσκριτικής γλώσσης είχαν ήδη διαμορφωθεί, συμφωνών ουσιαστικώς με τον Belloch. Παρετήρησε πως, αντιθέτως προς τους Ισραηλίτες, οι Έλληνες δεν είχαν μύθους αναφορικώς με την είσοδό τους στην χώρα, ενώ η παράδοση τους επικεντρωνόταν κατά το πλείστον στους «Ηρωικούς Χρόνους». Ο δε Belloch έφθασε στο οξυδερκέστατο συμπαγές συμπέρασμα πως οι διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσης είχαν ήδη διαμορφωθεί στο τέλος της Εποχής της Χαλκοκρατίας, οπότε το φαινόμενο αυτό δεν ημπορούσε παρά να έλαβε  χώρα εντός του ελλαδικού χώρου.

Οι μετακινήσεις των IE εγένοντο αντιληπτές ως μαζική μετανάστευση ποιμενικών λαών. Στην δεκαετία του 1910 ορίσθηκε -από κάποιους Βρετανούς και Αμερικανούς αρχαιολόγους- το 1900 π. Χ. ως η εποχή εισόδου στην χώρα μας ενός νέου επήλυδος λαού. Εκείνη την εποχή η πορεία και η εξέλιξη των διαφόρων φύλων της προϊστορικής Ελλάδος ερευνάτο και εκαθορίζετο βάσει των ευρημάτων της κεραμικής. Έτσι υπήρχε ταύτιση μιας συγκεκριμένης περιόδου με συγκεκριμένο τύπο αγγείων.

Ο ελληνολάτρης Άγγλος αρχαιολόγος Alan John Bayard Wace (1879-1957 στην Αθήνα) και ο Αμερικανός Carl William Blegen (1887-1971) κατέληξαν ότι η έλευση των πρώτων Ελλήνων από την Μικρασία (και μάλιστα με πιθανή διέλευσή τους από την Τροία) συνεδέετο άμεσα με τα αποκαλούμενα «μινυακά» αγγεία, τα οποία ενεφανίσθησαν σε μια περίοδο γενικής ομοιομορφίας στην κεραμική. Όμως στην τωρινή περίοδο οι αρχαιολόγοι θεωρούν πλέον εξόχως ριψοκινδυνευμένο να αντιστοιχήσουν έναν τύπο αγγείου σε κάθε λαό, τα δε «μινυακά» αγγεία τα οποία ανεκαλύφθησαν αργότερον στην βόρειο Ελλάδα, εχρονολογήθησαν εν τέλει ως παλαιότερα των τρωικών.

Πρόκειται για έναν τύπο αγγείου που ανεκάλυψε ο Σλήμαν στον Ορχομενό το 1885 (και στην συνέχεια, κατά τις ανασκαφές του 1903 και 1905). Τροχοποίητο, με ομαλή και στιλβωμένη επιφάνεια, «λιπαρή» αφή, από σκούρο πηλό, αλλά και σε υποκιτρίνη και σε φαιά απόχρωση, το «μινυακό» αγγείο ήταν πολύ διαφορετικό και σαφώς περισσότερο εξελιγμένο από τα παλαιότερα δείγματα κεραμικής με την άχαρη και άκομψη επιφάνεια. Οι σύγχρονοι του Σλήμαν τα ονόμασαν «αγγεία του Ορχομενού», ο ίδιος όμως προετίμησε την ρομαντική ονομασία «μινυακά αγγεία», η οποία ανακαλούσε στην μνήμη αυτήν την μυθική και ένδοξη πρωτοελληνική φυλή. Ουδεμία όμως απόδειξη υπήρχε πως τα αγγεία αυτά (δείγματα των οποίων έκτοτε ανευρέθησαν στην Βοιωτία, στην Αττική, στην Πελοπόννησο και αλλού) είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους Μινύες της ελληνικής παραδόσεως και οι ερευνητές χρησιμοποιούσαν τον όρο καταχρηστικώς, δίχως να τον συσχετίζουν αναγκαστικώς με αυτούς.

To 1912 οι Wace και Maurice Scott Thompson (Άγγλος αρχαιολόγος, μέλος της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών μεταξύ 1907-1912), ταξινομούντες τα έως τότε δείγματα αυτού του αγγειακού τύπου, τοποθετούσαν την παρουσία του λαού που τα κατασκεύασε στον Ορχομενό μεταξύ Πρωτοελλαδικής III και Μεσοελλαδικής I (2100 με 1800 π. Χ.), αλλά και στην Φυλακωπή της Μήλου περίπου στο 1800 με 1700 π. Χ. (παρά το ότι θεωρούσαν τα ευρήματα της Φυλακωπής αρχαιότερα αυτών του Ορχομενού). Αυτά δε της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τα θεωρούσαν μεταξύ Υστερομινωικής I και III (1550 με 1200 π. Χ.) και της Θεσσαλίας στην Υστερομινωική III (1400 με 1200 π. Χ.) με σπανιότερα δείγματα της Υστερομινωικής II, δηλαδή πενήντα περίπου ετών παλαιότερα. Περίπου σύγχρονη με τη θεσσαλική θεωρούσαν την κοινωνία της περιοχής του Λιανοκλαδίου. Γενικώς, η πυκνότης των ευρημάτων στov Ορχομενό, σε συνδυασμό με την σπανιότητά τους στην Θεσσαλία και στη Νότιο Ελλάδα, εσήμαινε για τους δυο επιστήμονες ότι η Εποχή της Χαλκοκρατίας δεν είχε παράλληλο και ομαλή εξέλιξη σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Ανέφεραν επίσης το γεγονός ότι, ταυτοχρόνως προς τον ελλαδικό χώρο τα μινυακά αγγεία εμφανίζονται και στην Τροία VI (2100 με 1400 π. Χ.).

To 1918 οι  Wace και Blegen έδειξαν, με σημαντικά για την εποχή τους επιχειρήματα και πάντα βάσει των έως τότε ευρημάτων, ότι τα λεγόμενα «μινυακά» αγγεία ενεφανίζοντο αιφνιδίως περί το 1900 π. Χ. και εδήλωσαν πως αυτό το γεγονός ευλόγως αποτελούσε αψευδή μαρτυρία της ελεύσεως ενός νέου λαού στον ελλαδικό χώρο. To 1928 o Wace στην μνημειώδη συνεργασία του με τον φιλόλογο J. B. Haley («The Coming of the Greeks» στο έγκριτο American Journal of Archeology,  τεύχος 32 (1928), σελ. 141-54) κατέληγε στο συμπέρασμα πως ο λαός αυτός, ο δημιουργός των «μινυακών» αγγείων, αντιστοιχούσε στα πρώτα ελληνικά φύλα εισβολέων, υπεύθυνα της καταστροφής των πελασγικών κοινωνιών.

Ο σπουδαίος φιλόλογος J. Β. Haley που συνεργάσθηκε με τον Blegen, προσέθεσε μιαν ισχυρή επιπλέον ένδειξη, ταξινομώντας τα θεωρούμενα ως προελληνικά τοπωνύμια (συχνά με κατάληξη -νθος, -νόος, -σσος), τα οποία εντοπίζονται, πλην του ελλαδικού χώρου, σε ολόκληρο το Αιγαίο και στην Μικρασία. Έτσι, διακρίνεται εμφανώς η αρχέγονη ύπαρξη ενός προελληνικού λαού, με κοινή γλώσσα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου,  λαού τον οποίον αργότερον οι Έλληνες κατέγραψαν ως «Πελασγούς» και «Λέλεγες», και ο οποίος εδέχθη αίφνης πολυάριθμα νέα πολιτιστικά στοιχεία ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως.

Εφαίνετο λοιπόν απολύτως λογικό το συμπέρασμα για έλευση των Ελλήνων το 1900 π.Χ., δεδομένου ότι τότε η εισβολή των Αρίων στην Ινδία εχρονολογείτο προ του 1500 π.Χ. -στοιχείο το οποίο πλέον αμφισβητείται- οπότε εξ όλων αυτών συνήγετο αφ’ ενός η διάσπαση των IE περί το 2500 π.Χ., αφ’ ετέρου δε η συνακόλουθη περιπλάνηση των κλάδων τους από την Ινδία έως τα Βαλκάνια, την Μεσανατολή και την Μεσευρώπη.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 159) 

 

Advertisements