Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Γ’

Η ιστορία του αρχαίου κόσμου κατά την δευτέρα χιλιετία π. Χ. αποτελεί πράγματι μιαν έντονο διαδραστική σύνθεση «φωτός», ηλίου φαεινοτέρου και «σκότους» ερεβώδους. Περί μερικών μειζόνων θεμάτων διαθέτουμε επαρκείς αποδείξεις, αλλά για άλλα εξίσου σπουδαία θέματα, ουσιαστικώς  δεν έχουμε  καμία απολύτως απόδειξη. Μολονότι η πολυθρύλητος «έλευση των Ινδοευρωπαίων» συμπίπτει (και αυτό ουδόλως τυχαίο είναι) με ένα από τα σκοτεινότερα πεδία της προϊστορικής και πρωτοϊστορικής μας συνθέσεως, το αρχέγονο αυτό εθνογενετικό επεισόδιο εν μέρει το φωτίζουν ελαφρώς παρεμφερή θέματα. Επειδή αυτό καθαυτό το εν λόγω επεισόδιο ίσως θα παραμείνει ατεκμηρίωτο στο διηνεκές, πρέπει να αποτυπωθεί αρτίως, ούτως ώστε να συμφωνεί με τις ελάχιστες, μετρητές και αναπαραγώγιμες αποδείξεις αλλά και τις αρκετές, αποχρώσες μεν ανεπαίσθητες δε, ενδείξεις που διαθέτουμε. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου εκπτύσσεται η παρούσα κειμενογραφία.

Προανεφέρθη ότι, επί αρκετόν εφάνη απολύτως λογικό το συμπέρασμα περί ελεύσεως των Ελλήνων περί το 1900 π.Χ., δεδομένου ότι  αντιστοίχως η εισβολή των Αρίων στην Ινδία εχρονολογείτο προ του 1500 π. Χ. -στοιχείο όχι ακλόνητο πλέον-. Συνήγετο συνεπώς και ευλόγως αφ’ ενός μεν ότι η διάσπαση των IE επήλθε περί το 2500 π.Χ., αφ’ ετέρου δε ότι κατόπιν επήλθε η κατά κύματα περιπλάνηση των κλάδων τους από την δυτική Κίνα και την Ινδική υποήπειρο έως την Μεσανατολή, τα Βαλκάνια και την Μεσευρώπη.

Η χρονολόγηση αυτού του τύπου υπήρξεν η πλέον δημοφιλής. Όσον καιρό όμως ήταν άγνωστο πως η Γραμμική Β’ (χρονολογημένη στο 1450 π. Χ. περίπου) ήταν ελληνική, κάποιοι υπεστήριζαν πως οι Έλληνες ήλθαν αργότερα, γύρω στο 1200 π. Χ., βασιζόμενοι στις ενδείξεις καταστροφής της εποχής αυτής. Η άποψη δεν βρήκε απήχηση, διότι, εκτός του ότι η πλειονότης των επιστημόνων δέχεται από πολλού πλέον χρόνου πως η Γραμμική Β’ είναι ελληνική, (αφήνοντας ολότελα χωρίς έρεισμα την σαθρή βάση της θεωρίας περί δήθεν οψίμου αφίξεως των προγόνων μας), αφενός είναι πλέον δεκτόν ότι το «στρώμα καταστροφής» των οικισμών περί το 1200 π. Χ. οφείλεται στις ταραχές τις παλαιότερον αποκαλούμενες υπεραπλουστευτικώς «κάθοδος των Δωριέων» (οπότε, μετα βεβαιότητος, οι Έλληνες ήσαν ήδη στην χώρα), αφετέρου η Μυθολογία των Ελλήνων είχε καταγράψει πολλά συμβάντα της περιόδου (μεταξύ άλλων και τις πρώτες μετακινήσεις Ελλήνων προς την Μικρασία), χωρίς όμως να αναφέρει πουθενά σαφώς μιαν «έλευση» από αλλού ή κάποιαν εισροή νέων πληθυσμών στον καθαυτό ελλαδικό χώρο.

Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσης, αποτελεί δε μεταγενεστέρα μορφή της Γραμμικής Α, η οποία είναι μια μινωική γραφή που ανακαλύφθηκε στην Κρήτη από τον Βρετανό αρχαιολόγο Άρθουρ Έβανς το 1900, δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί και αποτελεί ένα των μεγαλυτέρων μυστηρίων της συγχρόνου αρχαιολογίας. Θεωρείται πρόγονος της Γραμμικής Β, η οποία είναι μυκηναϊκή – ελληνική. Η αποκρυπτογράφησή της Γραμμικής Α θα αποκαλύψει την γλώσσα και ενδεχομένως και την καταγωγή των Μινωιτών. Ο Σερ Άρθουρ Τζον Έβανς, Sir Arthur John Evans, (1851 –  1941), απεκάλυψε συνολικώς τον πολιτισμό που ονόμασε «Μινωικό», ο οποίος προ αυτού ήταν μια αμυδρά μυθική ανάμνηση.

Η Γραμμική Β εχρησιμοποιήθη στην Μυκηναϊκή Περίοδο, από τον 17ο ως τον 13ο  αιώνα π. Χ., κυρίως για την τήρηση ανακτορικών λογιστικών αρχείων. Ανεκαλύφθη στην Κνωσό από τον Έβανς, ο οποίος την ονόμασε έτσι επειδή χρησιμοποιούσε χαραγμένους σε πήλινες πινακίδες, γραμμικούς χαρακτήρες και όχι εικονιστικούς, όπως η μινωική ιερογλυφική γραφή. Διέφερε όμως από την πρωιμοτέρα παρόμοια γραφή, την Γραμμική Α, που επίσης ευρέθη στην Κνωσό και στην νότιο Κρήτη. Αργότερον ευρέθησαν πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου, στην Μεσσηνία, καθώς και σε άλλες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Συνολικώς έχουν ευρεθεί περί τα 5.000 κείμενα σε Γραμμική Β (κυρίως πινακίδες και δευτερευόντως αγγεία). Από αυτά περί τα  3.000 προέρχονται από την Κνωσό, 1.400 από την Πύλο, 300 από την Θήβα και 90 από τις Μυκήνες, ενώ μικρότερος αριθμός προέρχεται από τα Χανιά, τα Μάλια, την Τίρυνθα, την Ελευσίνα, τον Ορχομενό και αλλού.

Η χρονολόγηση των κειμένων είναι αμφισβητούμενη. Το αρχαιότερο κείμενο χρονολογείται γύρω στα 1450 π. Χ. και είναι γραμμένο σε πήλινη πινακίδα η οποία ανεκαλύφθη το θέρος του 2010 στην Ίκλαινα Μεσσηνίας από τον καθηγητή Μιχάλη Κοσμόπουλο. Άλλα κείμενα, γραμμένα κατά τι αργότερον, προέρχονται από την Κνωσό και ανήκουν στην Υστερομινωική ΙΙ περίοδο (περί τα 1400 π. Χ.). Τα υπόλοιπα κείμενα από την Κνωσό κατά την κρατούσα γνώμη είναι από το 1370 π. Χ., ήτοι προ της καταστροφής του μυκηναϊκού ανακτόρου. Υφίσταται όμως και εναλλακτική άποψη ότι είναι κατά έναν αιώνα νεότερα. Τα λοιπά κείμενα χρονολογούνται από του 13ου  αιώνος π. Χ. Μάλιστα, με γνώμονα τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30.

Το εύρημα της Ίκλαινας είναι βεβαίως η παλαιοτέρα Γραμμική Β γραφή επάνω σε πήλινη πινακίδα, αλλά δεν είναι ακριβώς η παλαιοτέρα ανάλογη γραφή της Ευρώπης, γιατί Γραμμική Β γραφή έχει ευρεθεί και επάνω σε ένα βότσαλο, το οποίον ανεκαλύφθη  από την αρχαιολόγο Ξένη Αραπογιάννη το 1994 σε αρχαία ιδιωτική οικία, σε τοποθεσία έξω από το χωριό Καυκανιά της Ολυμπίας, στο νομό Ηλείας, φέρει δε επάνω του σύμφωνα με τους αρχαιολόγους και με ειδικές μελέτες στον «Δημόκριτο» την αρχαιότερη ελληνική επιγραφή της γραμμικής γραφής Β΄. Το εν λόγω βότσαλο χρονολογείται στον 17ο  αιώνα προ Χριστού!. Η γραφή εκείνη είναι μεσοελλαδικής εποχής (1.600 π. Χ.) Το βότσαλο φέρει από την μία όψη του επιγραφή με τρεις λέξεις, ενώ από την άλλη έναν διπλούν πέλεκυ με δυο σύμβολα γραμμικής Β΄. Εκ των λέξεων επάνω στο βότσαλο με ασφάλεια αναγιγνώσκεται το κύριον όνομα Κa – ro – qo (Χάρωψ). Το κύριον όνομα Χάρωψ (γενική : Χάροπος) αναφέρεται στην Ιλιάδα στον στίχο Λ 426, είναι δε πρόσωπο που εφονεύθη στην Τροία από το χέρι του Οδυσσέα («…Ιππασίδην Χάροπ’ ούτασε δουρ’.»)

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 160)

Advertisements