geo

Για την πλήρη κατανόηση των πνευματικών ρευμάτων που σχηματοποίησαν ή και ακόμη σχηματοποιούν την ασυνεχή και ασταθή γεωστρατηγική του Ελληνικού Κράτους, είναι οπωσδήποτε απαραίτητη η αναφορά στα επί μέρους ιδεολογικοπολιτικά και ιστορικά τους χαρακτηριστικά, στις πηγές προελεύσεώς τους, αλλά και στις ορθές ή εσφαλμένες ερμηνείες οι οποίες κατά καιρούς τους απεδόθησαν και εν τέλει απετυπώθησαν στην κρατική γεωστρατηγική.

Κατά την δεκαετία του 1830, μετά τον τιτάνιο Αγώνα της Εθνεγερσίας ιδρύθηκε στην Νότιο Βαλκανική Χερσόνησο το Νέο Ελληνικό Κράτος. Αυτό προδήλως ήταν ένα ιστορικό υποκείμενο «σύγχρονο» προς την εποχή εκείνη, το οποίον εξέφραζε και αποτύπωνε την «Δυτική» λογική του Έθνους-Κράτους, ενώ συνάμα λειτουργούσε και ως γεωπολιτικό εργαλείο των Δυτικών «Μεγάλων Δυνάμεων», ιδία δε της τότε Μεγάλης Βρετανίας και εν μέρει της αποικιακώς φιλοδόξου Γαλλίας.

Αμφότερες οι χώρες αυτές επεδίωκαν να αποδομήσουν επ’ ωφελεία τους την νοσούσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με απώτερο αντικειμενικό τους σκοπό να εφαρμόσουν την γεωοικονομική τους στρατηγική στην Μείζονα Μέση / Εγγύς Ανατολή, αλλά και να διανοίξουν νέες εμπορικές οδούς, δραστηριότητα που περιελάμβανε σαφέστατα και την σκοπουμένη διάνοιξη της Διώρυγος του Σουέζ. Διάνοιξη για την μείωση του χρόνου των θαλασσίων ταξιδιών προς τα ασιατικά λιμάνια (καθώς τα πλοία έπρεπε να κάνουν τον διάπλου της αφρικανικής ηπείρου), την σημαντική μείωση του κόστους μεταφοράς αγαθών (με ό,τι αυτό σημαίνει για το δρώμενο της οικονομίας), αλλά και για να καταστούν πλέον προσβάσιμες και ευεπίφορες σε επιρροές οι χώρες της Μέσης Ανατολής και γενικότερον οι ασιατικές χώρες.

Επισημαίνεται ότι ο Γάλλος βασιλεύς Λουδοβίκος ΙΔ’ ενδιεφέρθη εντόνως για την διώρυγα. Ο μέγας Γκότφριντ Βίλχελμ Λάϊμπνιτς είχε υποβάλει σχετικό υπόμνημα και ο ηγεμών εζήτησε δια του πρέσβεως της χώρας του στην Υψηλή Πύλη να δεχθεί να βελτιώσουν το ατελές πρϋπάρχον έργο Γάλλοι μηχανικοί. Όταν ο Ναπολέων μετέβη στην Αίγυπτο, ο «Δίαυλος του Τραϊανού», (μετά τις Αραβικές κατακτήσεις «Διώρυξ των Χαλιφών» ή «Διώρυξ του Ηγεμόνος των Πιστών») δεν υπήρχε, και έδωσε εντολή στους μηχανικούς του να μελετήσουν την δυνατότητα δημιουργίας μιας νέας διώρυγος που θα συνέδεε την Ερυθρά Θάλασσα με τη Μεσόγειο. Όμως ο αρχιμηχανικός Ζακ Μαρί Λεπέρ (Jacques-Marie Le Pθre), διεπίστωσε πως υπήρχε υψοσταθμική διαφορά 10 μέτρων μεταξύ των δύο θαλασσών και μόνον εάν το κανάλι δεν γινόταν ευθύγραμμο θα ήταν δυνατή η κατασκευή του, αλλά θα ηύξανε κατά πολύ το κόστος του. Επί βασιλέως Λουδοβίκου Φιλίππου η διώρυξ σχεδιάστηκε να έχει μήκος 400 χιλιόμετρα, γεγονός απαγορευτικό για την πρόοδο της κατασκευής.

Συνεπώς προς τα προστάγματα και ζητούμενα των Αγγλογάλλων, το Νεοελληνικό Κράτος εδημιουργήθη ως κράτος «περιορισμένης εντολής» και «ειδικού σκοπού», για να εξυπηρετήσει γεωστρατηγικές και γεωοικονομικές σκοπιμότητες των δυτικών του πατρώνων, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, σε σχέση με την γενική γεωπολιτική διαχείριση των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της εκτεταμένης παρακμής, του προϊόντος εκφυλισμού και της κλιμακουμένης αποσυνθέσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των αποικιακών – κοσμοκρατορικών βρετανο-γαλλικών σχεδίων.

Ευλόγως λοιπόν το Νέο Ελληνικό Κράτος είχε από την ίδρυσή του, ως επί το πλείστον, μιαν αστική τάξη εκτρωτική, χαλαρή, ανώριμη, ετερόφωτη και ετεροκαθοριζόμενη από τους Δυτικούς πάτρωνες και επικυριάρχους του.

Η προέλευση της «Εθνικής Ιδεολογίας»

Αναλόγως ετεροτοπική προέλευση είχε και η φερ’ ειπείν «Εθνική Ιδεολογία» του συγγενώς ελλειμματικού Κράτους περιορισμένης εντολής «ειδικού σκοπού», διαμορφωθείσα εν πολλοίς από την «πολιτειακή σχολή» του γερμανικού ρομαντισμού και από τις κοσμοθεωρητικές αναζητήσεις Γερμανών φιλολόγων και φιλοσόφων. Οι συστατικοί και λειτουργικοί θεσμοί του απετελέσθησαν από ένα μη ομογενοποιημένο και μη αφομοιωμένο μείγμα δυτικοευρωπαϊκών νομικών και πολιτικών παραδόσεων (κυρίως γερμανικών και εν μέρει γαλλικών). Συνεπώς τα «αφηρημένα» συστατικά δεδομένα της νεωτέρας Ελλάδος ήσαν θρεμμένα με γερμανικό ελληνοκεντρισμό και ενέσεις γαλλικών σχεδίων, αλλά οι υλικές υποστασιοποιήσεις της, ήσαν αγγλοτραφείς, αγγλοστρεφείς και εν τέλει αγγλοκίνητες ή αγγλόδουλες !

Η αυθεντική ελληνική ταυτότης, η οποία είχε τεθεί υπό απηνή διωγμόν από την Άλωση της Βασιλευούσης (1453) και μετά (ήτοι κτηνωδώς επί Οθωμανοκρατίας και με αδίστακτο «πολιτισμένη» σκληρότητα επί Βαυαροκρατίας), συνέχισε να επιβιώνει στο νεώτερο Κράτος, κυρίως υποσυνειδήτως μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων (ιδίως μέσω των πατρίων ηθών και εθίμων, της λαϊκής – παραδοσιακής τέχνης, καθώς και της ελληνορθοδόξου λατρείας), καθόσον οι κυρίαρχοι «λόγιοι» του ελλαδικού ελληνισμού εσπούδαζαν και διεμορφούντο στην Δύση, οπότε ήσαν, αμέσως ή εμμέσως, εναρμονισμένοι ή και συντονισμένοι με την πολιτιστική διπλωματία των δυτικών κρατών, ερμηνεύοντες την «ελληνικότητα» συμφώνως προς τις δυτικές σχολές σκέψεως.

Η Εκκλησία απέναντι

στον εκδυτικισμό

Οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι και συνάμα Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας Νικόδημος Αγιορείτης, Μακάριος Νοταράς και Αθανάσιος Πάριος, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν απέναντι στο πρόγραμμα πνευματικού «εκδυτικισμού» της ελληνικής κοινωνίας, κατά τον 18° αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνος, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αόκνου προσπαθείας υπερασπίσεως της αυθεντικής ελληνικής παραδόσεως, όπως αυτή διεμορφώθη κατά τον ελληνικό Μεσαίωνα. Σε αυτούς οφείλεται το κίνημα της φερομένης ως «Φιλοκαλικής – Ησυχαστικής Αναγεννήσεως» του 18ου και του 19ου αιώνος (ιδέ Αρχιμανδρίτου Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, «Η Φιλοκαλική Αναγέννησις του XVIII και XIX Αιώνος και οι Πνευματικοί Καρποί της», Εκδόσεις Ιδρύματος Γουλανδρή-Χορν, 1984).

Αφ’ ετέρου, το καθεστώς της εν Ελλάδι Βαυαροκρατίας, δηλαδή η τριμερής Αντιβασιλεία των Βαυαρών κατά την διάρκεια της Μοναρχίας του Όθωνος, η οποία επεβλήθη στην χώρα το 1833, επεδίωξε μεθοδικώς να ελέγξει την διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας και την ακαδημαϊκή θεολογία του νεοσύστατου κράτους. Πρωταγωνιστές του σχεδίου εκείνου ήσαν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Βαυαρός Αντιβασιλεύς Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (Georg Ludwig von Maurer). Επί Βαυαροκρατίας, το Κράτος είχε υπουργό «Παιδείας και Θρησκευμάτων» τον Βαυαρό Μάουρερ, που ήταν Προτεστάντης. Ο Φαρμακίδης ετοποθετήθη από τον Μάουρερ σύμβουλος Εκκλησιαστικών Υποθέσεων και Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΛΑΜΑΝΟΣ

(Φ.162)

 

Advertisements