hellenes

Οι Πελασγοί θεωρούνται, με γενικολογία και σχετικώς μεγάλη ασάφεια, ως λαός είτε αυτόχθων της χώρας, είτε ξένος ο οποίος μετεκινήθη στον ελλαδικό χώρο στις αρχές της 3ης χιλιετίας π. Χ. Αναλόγως «θολή» είναι η γλωσσική και η φυλετική τους ταξινόμηση : η συντριπτική πλειονότης των επιστημόνων τούς κατατάσσει σε μια «μεσογειακή», «προελληνική», «προ-Ινδοευρωπαϊκή (ΙΕ)» γλωσσική και ίσως και φυλετική ομάδα -εφόσον τα πολλά τοπωνύμια και τα λίγα ονόματά τους δεν θεωρούνται ινδοευρωπαϊκής ρίζας-, άλλοτε όμως παρουσιάζονται ως «προελληνικός» αλλά IE πληθυσμός, γεγονός που εγείρει το ερώτημα τι συμβαίνει με τα υποτιθέμενα μη ινδοευρωπαϊκά τους ονόματα.

Περί των Πελασγών υφίστανται μαρτυρίες πολλών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από τους μυθικούς χρόνους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι: Όμηρος, Ηρόδοτος, Ησίοδος ο Ασκραίος, Έφορος ο Κυμαίος, Στράβων ο Αμασεύς, Σκύμνος ο Χίος, Μενεκράτης ο Ελαΐτης, Παυσανίας ο Λύδιος ο «Περιηγητής», Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, καθώς και οι Αθηναίοι Θουκυδίδης, Ευριπίδης, Αισχύλος, Αντικλείδης και Πλάτων.

Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδωναίο Δία ως αρχέγονο Θεό των Πελασγών: «Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ τηλόθι ναίων Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, αμφί δε Σελλοί σοι ναίουσι υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι…» («Δία, άρχοντα Δωδωναίε Πελασγικέ, κάτοικε προστάτη της Δωδώνης πέρα της κακοχείμωνης, που γύρω σου παραστέκουν οι χρησμολόγοι, χαμόκοιτοι Σελλοί με τ’ άπλυτα ποδάρια» – Ομήρου «Ιλιάς», Ραψωδία Π, στίχοι 233-235)

Οι κλασικοί Έλληνες τους εντοπίζουν αρχικά στην ορεινή κυρίως Θεσσαλία (γενικότερον η Θεσσαλία φαίνεται να είναι η «κλεις» στο μυστήριο της καταγωγής των Ελλήνων), στην Ήπειρο και στην Αττική, θεωρούμενες παραδοσιακώς ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί.

Σε ό,τι αφορά στην Θεσσαλία, στους Πελασγούς της Φθίας αναφέρεται ο Στράβων (βιβλίον Ε’- 2.4). Κατονομάζει την μία από τις τέσσαρες πόλεις του κράτους Πηλέως – Αχιλλέως, (κράτους το οποίον συμπίπτει με την σημερινή Ανατολική – Βορειανατολική Φθιώτιδα και ευρέα τμήματα των σημερινών νομών Λαρίσης και Μαγνησίας), το Πελασγικόν Άργος, την αποκαλουμένη αργότερον Κρεμαστή Λάρισα (η σημερινή κωμόπολη Πελασγία), στην περιοχή που εξετείνετο από «την Θεσσαλία μεταξύ των εκβολών του Πηνειού και των Θερμοπυλών, μέχρις της ορεινής χώρας σε όλη την έκταση της Πίνδου, αφού οι Πελασγοί ήσαν κυρίαρχοι αυτών των τόπων» ιδιαιτέρως δε πως είχαν επεκταθεί «προπάντων μεταξύ των Αιολέων οι οποίοι ήσαν ανά την Φθία και την Θεσσαλία». Σημειώνεται επίσης ότι αργότερον, κατά τους ιστορικούς χρόνους, το νότιον τμήμα της Θεσσαλίας, μεταξύ Λαρίσης και Φερών διατηρούσε το όνομα Πελασγιώτις.

Σχετικώς προς την Ήπειρο, αναφέρεται στην προσευχή του Αχιλλέως  στην Ιλιάδα ο Ζευς, ο οποίος προσφωνείται «άρχων – βασιλεύς της Δωδώνης και των Πελασγών». Η Ήπειρος και ιδιαιτέρως η Δωδώνη (σε κλειστή, βατή επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600 μέτρων) αποτελούσε το κέντρο των Πελασγών. Ο Στράβων μνημονεύει τον Ησίοδο, ο οποίος είχε αποκαλέσει την Δωδώνη «Πελασγών έδρανον» (fragmentum / θραύσμα κειμένου 225). Εδώ υπήρχε και το μέγα ιερό του Δωδωναίου Διός, το περίφημο ομώνυμο μαντείο, καθώς και ένα από τα αρχαιότερα θέατρα του ελλαδικού χώρου.

Για την Αττική ο Ηρόδοτος αναφέρει την ύπαρξη πελασγικού έθνους («Ιστορίαι», Βιβλίον Α’, 57 – «…το Αττικόν έθνος εόν Πελασγικόν…») και συμπληρώνει πως όταν ο Κροίσος της Λυδίας ηθέλησε να μάθει ποιοι Έλληνες είναι οι ισχυρότεροι, ανεκάλυψε πως πρώτοι ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι και μετά οι Αθηναίοι, οι πρώτοι από την φυλή των Δωριέων και οι δεύτεροι από εκείνην των Ιώνων. «Πράγματι αυτοί οι λαοί ήσαν οι πλέον εξέχοντες, οι δεύτεροι μεν καταγωγής Πελασγικής, οι πρώτοι δε καταγωγής ελληνικής».

Αργότερον εντοπίζουν τους Πελασγούς και στην Πελοπόννησο (στην Αρκαδία, στην Αργολίδα, στην Αχαΐα, στην Σικυώνα), στο Αιγαίον Πέλαγος (Σαμοθράκη, Ίμβρος – Λήμνος, Λέσβος, Κυκλάδες, Σκιάθος ), στην Κρήτη και στην Μικρασία.

Το όνομα Πελασγοί εχρησιμοποιείτο αποκλειστικώς από τους αρχαίους προγόνους μας συγγραφείς, οι οποίοι ανεφέροντο στους πληθυσμούς αυτούς τους οποίους θεωρούσαν είτε ως προγόνους των Ελλήνων, είτε ως ανθρώπους που ευρίσκοντο προ των Ελλήνων σε μέρη τα οποία  σήμερον αποτελούν την Ελλάδα. Ο Ηρόδοτος λέγει για τους Πελασγούς «… ήντινα δε γλώσσαν ίεσαν οι Πελασγοί ουκ έχω ατρεκέως ειπείν …. ήσαν οι Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ιέντες» («.. ωστόσο ποια γλώσσα συνήθιζαν να ομιλούν οι Πελασγοί  δεν δύναμαι να ειπώ νε βεβαιότητα … οι Πελασγοί συνήθιζαν να ομιλούν μια βάρβαρη γλώσσα»).

Μερικοί όμως, κυρίως μεταγενέστεροι, χρησιμοποιούν το όνομα τούτο για να περιγράψουν και αμιγώς ελληνικούς πληθυσμούς. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους «Πελασγούς», (όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο), με διαφόρους υλικούς πολιτισμούς και γλωσσολογικές ομάδες, αλλ’ όμως δίχως απαρτιωθείσα άποψη, δηλαδή πρόκειται περί σπουδαίου «ζητήματος» αλύτου όμως έως τούδε.

Οι συνεχείς επεξεργασίες και συνδυαστικές ανασυνθέσεις των ελληνικών μύθων και παραδόσεων καθιστούν εξόχως δυσχερή τον διαχωρισμό μεταξύ σαφών «αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων» και μυθοπλασίας, όσον αφορά στις πληροφορίες που δίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς (όπως σαφώς επισημαίνεται από την Christiane Sourvinou-Inwood : «Herodotus -and others- on Pelasgians», στο «Herodotus and his world», των εκδόσεων Oxford University Press, 2003 και από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου : «Pelasgιs», στο «Peuple prιhellιniques d’origine indo – europιenne», της Εκδοτικής Αθηνών, 1977.) Ως γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με το όνομά του συνεδέθησαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.

Οι Λέλεγες εμφανίζονται στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων, χωρίς όμως να πληροφορούμεθα την κοιτίδα τους. Ο Αλκαίος συσχετίζει την Άντανδρο της Τρωάδος με τους Λέλεγες, αργότερον όμως ο Ηρόδοτος ομιλεί για εκεί Πελασγούς. Τους Λέλεγες ανακαλύπτει κανείς στα Μέγαρα, στην Λακεδαίμονα, στην Ήπειρο εγγύς των Μολοσσών, στην Θεσσαλία (παραλλήλως ή μετά τους Πελασγούς), στα Μέγαρα, στις Κυκλάδες, στην Μικρασία, σε πολλά μέρη της σημερινής Στερεάς Ελλάδος, στην Λευκάδα και στην Μεσσηνία. Αναφέρονται ως και τον 5ο π. Χ. αιώνα μεμονωμένες λελεγικές κοινότητες στην Κρηστωνία και στην Προποντίδα. Ο Φερεκύδης από την Λέρο, ο οποίος εν πολλοίς θεωρείται ως αξιόπιστος ιστορικός, τους περιγράφει κατοικούντες στην ακτή της Καρίας (νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια) από την Έφεσο ως την Φώκαια, ενώ για τους Κάρες λέει πως ζούσαν νοτιότερον, προς την Μίλητο, διαφορίζοντάς τους έτσι από τους Λέλεγες, πράγμα  που δεν έκαναν όλοι οι Ελληνες ιστορικοί.

Συνολικώς οι κλασικοί Ελληνες δεν είναι σαφείς ως προς τους προγενεστέρους τους Πελασγούς, Λέλεγες και άλλους λαούς που αναφέρονται παραλλήλως. Ίσως δεν τους ενδιέφερε διόλου, διότι θεωρούσαν ως προδήλως δεδομένα κάποια πράγματα. Αλλού εμφανίζονται ως πρόγονοι ημών και αλλού ως πρώιμοι κάτοικοι της χώρας. Ίσως να υπήρχαν εθνολογικές διαφορές ή ίσως να ήσαν όλοι μέρος του ενιαίου παράκτιου πολιτισμού που γνωρίζουμε πλέον πως άνθισε σε αμφότερες τις πλευρές του Αιγαίου.

Παρά τις ανερμήνευτες εμμονές και ιδεοληψίες μερικών ή τις ανομολόγητες σκοπιμότητες άλλων οι ινδοευρωπαϊκές θεωρίες δεν θα εγκαταλειφθούν. Πρώτον, διότι η βάση τους, η γλωσσολογική συγγένεια, δεν ημπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά. Δεύτερον, οι Ελληνες –είτε ΙE είτε όχι- παραμένουν η μοναδική περίπτωση λαού με τόσο πολλά στοιχεία διαθέσιμα προς διερεύνηση, με αποτέλεσμα να μην επιθυμούν οι ινδοευρωπαϊστές να αποκόψουν τον παράγοντα «Ελληνες» από την διαρκή και διευρυνομένη διεπιστημονική συστηματική τους αναζήτηση.

Ταυτοχρόνως όμως, ειδικώς ως προς την καταγωγή των Ελλήνων, οι ίδιες αυτές ινδοευρωπαϊκές θεωρίες ενέχουν κάποιες δομικές αδυναμίες : Αν οι Έλληνες είναι IE, δεν είναι μεν αυτόχθονες, όμως ουδείς είναι σε θέση να ειπεί κατηγορηματικώς από πού ήλθαν, εφόσον δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί οριστικώς το πρόβλημα «ποιοί IE μετεκινήθησαν, πότε, από και προς τα πού;»

Επιπλέον, οι Ελληνες, ως IE, μπορούν να ερευνηθούν στην βάση του ότι η Γραμμική Β’ είναι γλώσσα ελληνική. Οι πινακίδες της Γραμμικής Β’ εμφανίζονται τον 15ο  π. Χ. αιώνα, σαφές χρονικό σημείο το οποίον αποτελεί την πρωιμοτέρα γλωσσική εμφάνιση των Ελλήνων, έτσι ώστε η έλευσή τους στην περιοχή μοιραίως και ευλόγως τοποθετείται ολίγο ενωρίτερον, (ειδικότερον το πλείστον έως έξι αιώνες πριν). Αυτό αποτελεί μεν μιαν ασφαλή και ακλόνητο ένδειξη ότι οι πρόγονοί μας δεν ήλθαν αργότερον, δεν καλύπτει όμως την πιθανότητα να υπήρχε η γλώσσα πολύν καιρό προ της δημιουργίας του αντιστοίχου συστήματος γραπτής εκφράσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η εμφάνιση της Γραμμικής Β’  ταυτίζεται με την άφιξη ενός νέου λαού, ενώ θα ημπορούσε να είναι απλώς μια εξέλιξη γραπτής αποδόσεως της γλώσσης ενός ήδη παλαιότερον ελθόντος λαού.

Τα στρώματα καταστροφής, βάσει των οποίων έγινε προσπάθεια εντοπισμού και χρονολογήσεως εισβολών, ποικίλλουν πολύ περισσότερον από όσον εφαίνετο  αρχικώς, οι δε  μετακινήσεις φαίνεται ότι ήσαν διαρκείς, από και προς τον ελλαδικό χώρο, ενώ η πλέον πρόσφατη ερμηνεία τους σχετίζεται με την απλή – άρα και μεγαλυτέρα πιθανότητα- εντοπίων πολεμικών συγκρούσεων, εντός της μείζονος χώρας. Η  σχετικώς δημοφιλής προ μερικών ετών άποψη περί μετακινήσεως από την Ανατολία δεν επιβεβαιώθηκε.

Προφανώς, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός πως οι Ελληνες στους μύθους τους δεν διετήρησαν κάποια σαφή ανάμνηση εισόδου στη χώρα που κατοίκησαν, είτε μεταναστεύσεως είτε εισβολής. Προφανώς όσοι ισχυρίζονται ότι η παράδοση αφ εαυτής δεν είναι ασφαλής ένδειξη για ιστορικά γεγονότα, έχουν μεν δίκιο, όμως δεν υπήρξε ερευνητής που να μην χρησιμοποίησε τους μύθους, έστω και ως συμπληρωματική μέθοδο εξαγωγής συμπερασμάτων  (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και αυτών που εκφράζουν αμφιβολίες). Τέλος πρέπει να προστεθεί  και το γεγονός ότι ορισμένες οψιμότερες της αρχικής εθνογενέσως παραδόσεις των Ελλήνων διέσωσαν γεγονότα τα οποία επαλήθευσε η αρχαιολογική έρευνα, όπως επί παραδείγματι ο Τρωικός Πόλεμος.

Οι περί αυτοχθονίας θεωρίες έχουν επίσης τα ελαττώματά τους. Παραβλέπουν τις ενδείξεις ομογλωσσίας σε λαούς τόσον απομεμακρυσμένους όσο η Ιρλανδία από την Ινδία. Βασίζονται κατά κόρον και επιμόνως μόνον στα κοινά σημεία της θρησκείας των Πελασγών με αυτήν των κλασικών Ελλήνων, ενώ τέτοια και πολύ περισσότερα χαρακτηριστικά σημεία υπάρχουν και μεταξύ των Ελλήνων και πολλών άλλων ινδοευρωπαϊκών λαών. Παραλλήλως δεν έχει διασαφηνιστεί η σχέση των πολυθεϊστικών και πατριαρχικών θρησκευτικών συστημάτων που χαρακτήριζαν τους IE με την ευρέως διαδεδομένη και πολύμορφη «μητριαρχική θρησκεία», την λατρεία της «Μητέρας Θεάς» η οποία ήταν ίσως γενικευμένη στον χώρο σε αρχαιότερη εποχή. Οι κλασικοί Έλληνες έχουν σε κάποια σημεία λίνα θολή ανάμνηση του παρελθόντος τους, συγκεκριμένα διατηρούν συγκρουόμενες παραδόσεις σε σχέση με την ταυτότητα κάποιων λαών όπως οι Πελασγοί, με συνέπεια τις απότοκες διαφοροποιημένες επιστημονικές ερμηνείες.

Πολύ ολίγα στοιχεία μπορεί κανείς να θεωρήσει ως ακλόνητο βεβαιότητα, πάντοτε δε βάσει της προόδου των αρχαιολογικών ανασκαφών σε λεπτομερή συνδυασμό των πολιτιστικών και ανθρωπολογικών στοιχείων με τα γλωσσολογικά δεδομένα. Δεν υπάρχει ενιαία κάλυψη του ελλαδικού χώρου από νέους πληθυσμούς, ούτε και ομοιόμορφη εικόνα καταστροφής. Τέτοια φαινόμενα, όπου εντοπίζονται, θεωρούνται πλέον ως μάλλον τοπικά. Υπάρχει τουλάχιστον από την 3η  π. Χ. χιλιετία μια ομοιόμορφη πολιτιστική βάση, με διαφοροποιημένη πρόοδο κατά  τόπους. Μεταξύ 2100 και 1900, αλλά και στην συνέχεια μεταξύ 1700 και 1600 π. Χ. επραγματοποιήθησαν μετακινήσεις ή και πολεμικές συγκρούσεις και επιδρομές, με συνέπεια την καταστροφή αρκετών τοποθεσιών. Κατά την ίδια περίοδο, σε γενικά πλαίσια, τα εδάφη γύρω από το Αιγαίο πέλαγος, αλλά και εκείνα προς την Ανατολική Μεσόγειο φιλοξενούν πληθυσμούς με σημαντικές μεταξύ τους πολιτιστικές ομοιότητες και αλληλεπιδράσεις, σε σημείον ώστε να διαφαίνεται ένας ενιαίος πολιτισμός. To 1450 π. Χ. κάποιοι στο έδαφος της χώρας μας ομιλούσαν Ελληνικά, ενώ είναι πλέον αποδεκτό πως η διαφοροποίηση των ελληνικών διαλέκτων έλαβε χώρα εντός των ελληνικών γεωγραφικών πλαισίων και πιθανότατα ολοκληρώθηκε μεταξύ 14ου  και 11ου  αιώνος π. Χ. Οι πληθυσμοί οι οποίοι μετά βεβαιότητος ομιλούσαν αυτήν την γλώσσα φαίνεται ότι είχαν διαφορετικές αφετηρίες εντός του ελλαδικού χώρου. Όντες πολιτιστικώς εγγύτατοι, δεν ήσαν πολιτικώς ενωμένοι, υπάρχουν δε ίχνη των μετακινήσεών τους μέσα στον ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον από τον 19ο  αιώνα.

Μετά τις γενικότερες ή επι μέρους ερμηνευτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι παλαιές θεωρίες, μοιραίως θα εμφανιστούν νεότερες και αρτιότερες. Αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι, ολιγότερον δε και ανθρωπολόγοι,  φαίνεται ότι εξετάζουν πλέον το ζήτημα με πλέον ριζοσπαστική διάθεση μεν, υπό ισχυροτέρα πίεση μεταπολεμικής «πολιτικής ορθότητος» δε. Οπότε επί τέλους αναμένονται με έντονο ενδιαφέρον κάποια απροκατάληπτα, τολμηρά και αναγκαία, εργώδη βήματα στον μαγευτικό πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο χώρο της έκπαλαι αναζητήσεως περί των Ινδοευρωπαίων Ελλήνων.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(φ.162)

Advertisements