thermo-stiky6__article__article.jpg

Η παράδοση λέει και οι Ιστορικοί της αρχαιότητας επιβεβαιώνουν πως οι Σπαρτιάτες απάντησαν σε αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε ψυχολογική επιχείρηση του εχθρού, πως αν τα βέλη του στρατού του Πέρση βασιλιά κρύψουν τον ήλιο, θα είναι καλά γιατί θα πολεμήσουν υπό σκιάν. Σε μια παρόμοια επίθεση, τοκογλύφοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι απαιτούν να αποδεχθούμε την τρέχουσα «κρίση» ως το νέο «φυσιολογικό» και να μετακινηθούμε πέραν της ανάγκης της αντιδράσεως.

Ο χρυσός του Σόρος

Μόνο το 2014, λένε οι αποκαλύψεις, ο εκλεκτός χρηματοδότησε πάνω από ενενήντα διαφορετικές δράσεις με σκοπό την χειραγώγηση της ψήφου των Ευρωεκλογών. Καταγράφονται μάλιστα διακόσια είκοσι έξι μέλη Ευρωβουλευτές, που είναι «αξιόπιστοι σύμμαχοι» της «Ανοιχτής Κοινωνίας». Βέβαια ο Σόρος δεν είναι ο βασιλιάς, αλλά η βιτρίνα της Νέας Τάξης. Αν σπάσει, δεν καταρρέει το οικοδόμημα. Οι παίκτες πιστεύουν ότι είναι δυνατοί και ασφαλείς. Οι θεατές διδάσκονται πως η εισβολή στα σπίτια τους, η αντικατάστασή τους από άλλους ενοίκους, οι βιασμοί και οι αποκεφαλισμοί πρέπει να είναι αποδεκτοί ως το «νέο φυσιολογικό», και συντάσσονται με τον θίασο.

Οι Εθνικιστές

Εμείς, οι Εθνικιστές, μέσα στους πολλούς, και ταυτόχρονα έξω από αυτούς, θέλουμε να ζήσουμε ελεύθεροι, όχι όπως λέει το μυαλό μας μόνο του, όχι όπως μας δίδαξαν,- γιατί και η δειλία και η υποταγή διδάσκονται και γίνονται κτήμα του μυαλού-, μα όπως επιθυμούμε. Η μεγαλύτερη φυλακή του Έλληνα είναι που δεν ακούει την επιθυμία του, αλλά τα κηρύγματα πως πρέπει να βάλει τα σκαρπίνια του ευρωπαίου. Εκεί επάνω είναι σωστό και ωφέλιμο να επαναπροσδιορίσουμε το νόημα της πολιτικής μας δράσης.

Το τελεσίγραφο

Τέτοιες μέρες του Αυγούστου, ο βασιλιάς των ελεύθερων από τα δεσμά του χρυσού, Σπαρτιατών, ακούει τα μηνύματα του βασιλιά των σκλάβων. Εμπρός του ξαπλώνονται ενάμιση εκατομμύριο πολεμιστές, κάτω του, χίλια οκτακόσια καράβια, και πίσω του, λιγότεροι από δυο χιλιάδες Έλληνες. Ο βασιλιάς άφησε τους ανιχνευτές των Περσών να πλησιάσουν το στρατόπεδό του. Αυτό που είχε δικό του, δεν μπορούσαν να το δουν. Οι κρυψίνοες Σπαρτιάτες τους άφησαν να περπατήσουν γύρω τους, να μυριστούν το Ελληνικό αίμα. «Θα πολεμήσουμε υπό σκιαν», σχολίασε η Ελληνική σκέψη την βαρβαρική κομπορρημοσύνη. Κι όταν ήρθε η ώρα του τελεσιγράφου, υπόμονος, συγκαταβατικός στον εγωισμό και την γαλιφιά, δυο λέξεις ξεστάχυσε και του έριξε στο χώμα «Μολών Λαβέ».

Ο δρόμος προς το «Μολών Λαβέ»

Πόσο διαφορετική θα είναι η πατρίδα μας, όταν οι Έλληνες θα έχουν αρχηγό τους έναν Σπαρτιάτη που θα τολμήσει το «Μολών Λαβέ»! Ίσως να μην το καταφέρουν με την πρώτη, γιατί, τους προγόνους τους, για να σταθούν εμπρός στα στίφη των Οθωμανών στο Βαλτέτσι, τους προετοίμασαν αιώνες επαναστάσεων με δρεπάνια και τσουγκράνες. Πριν τις σιδηρόφρακτες ευρωπαϊκές μεραρχίες, τάνυσαν τα χέρια τους με γκράδες και ξιφολόγχες. Και πότισαν την ύπαρξή τους με την πενία και την φιλοκαλία, την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια. Ακόμη πιο πολύ σήμερα από τότε, θέλει εξάσκηση να ακούς τα μύχια, με όλο τον θόρυβο τριγύρω, και μέσα στο μυαλό. Οι Σπαρτιάτες αιώνες λάξευαν τις καρδιές τους στην ομορφιά του παρθένου ανθρώπου, και σμίλευαν τα σώματά τους με μαυροζούμι και κρύα λουτρά στον Ευρώτα, για εκείνη την αποφασιστική στιγμή που έγραψε η Ιστορία, εκείνη που κρεμάστηκε από την αλυσίδα με τα πολλά «Μολών Λαβέ» που προηγήθηκαν.

Αυτές οι δύο λέξεις, οι πιο σοφές που έχουν ειπωθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο, αποθησαυρίζουν κι αποκαλύπτουν το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. «Μολών», σαν να λέμε πόσο κοντά είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τον άλλον να πλησιάσει, και πόσο δρόμο τολμά ο άλλος να κάνει προς τα σένα, και «Λαβέ», που σημαίνει «αν έχεις το θάρρος να ‘ρθείς τόσο κοντά μου, ένα χέρι τόπος, μια ματιά να κονταροχτυπηθεί με την δική μου, θα δούμε αν μπορέσεις να πάρεις αυτό που θέλεις, κι αν το καταφέρεις, χαλάλι σου». Ούτε χρυσά σιδερικά στα δάχτυλα, ούτε ανάκτορα με πισίνες, ούτε χαρτιά να στοιβάζονται σε θυρίδες τραπεζών. «Αυτά που έχω είναι δικά μου, και τα θέλω να είναι δικά μου, κι αν τα θέλεις εσύ, έλα να τα πάρεις». Πώς να πάρεις κάτι που δεν δίνεται;

Πριν τις Θερμοπύλες, ο Μιλτιάδης και οι Αθηναίοι του θα κατασφάξουν τους Πέρσες στην πεδιάδα του Μαραθώνα, κι ύστερα ο Θεμιστοκλής θα τους πνίξει στα νερά της Σαλαμίνας. Εκείνοι μπορεί να ήσαν καλύτεροι οδηγοί και σκοπευτές στο όχημα της διονυσιακής μάχης, γιατί κανείς ανατολίτης εισβολέας δεν ξανατόλμησε να περάσει την θάλασσά μας. Αργότερα, ο Αλέξανδρος του Φιλίππου ο Μακεδών, μπόρεσε κι έριξε στην μηχανή της καρδιάς το κάρβουνο του μυαλού, και ξεπάστρεψε την μανία του Ασιάτη μες στο βασίλειό του. Όμως όλα ξεκίνησαν με αυτές τις δυο λέξεις.

Η Νεοελληνική παρελθοντολαγνεία

Οι Νεοέλληνες διαλέγουν τον χρυσό των βαρβάρων και το σκυμμένο κεφάλι. Κάποιοι πού και πού πολεμούν στην σκιά των εχθρικών βελών, και βγαίνουν στον ήλιο για να χτενίσουν τα μαλλιά πριν απ’ την μάχη. Να έλειπε το παράπονο και η γκρίνια κι η λατρεία της βαρβαροσύνης, και να πήγαινε το μυαλό να υποταχθεί στην επιθυμία της καρδιάς που κυβερνά το Αίμα! Ελευθερία, δεν υπάρχει λέξη που να μπορεί να σε αντικαταστήσει! Μα ακόμη και σ’ όσους θυμούνται και τιμούν στα λόγια τον σπαρτιάτη βασιλιά, η καρδιά είναι παγωμένη και το μυαλό, του δίνει διαστάσεις γιγαντιαίες, κι από άνθρωπο τον κάνει σκιά.

«Έλα να τα πάρεις!»

Ας ακουμπήσουμε τις πέτρινες πλάκες με τις εντολές της Ελληνοπρέπειας δίπλα στο αρτεσιανό της Πίστης, όχι στην στέρνα όσων διαβάσαμε ή μας είπαν, αλλά της Πίστης που πάλλεται μαζί με την καρδιά μας. Εκεί, πέρα, κάτω από την μουριά, στο μονοπάτι με τις ελιές, περπατάει ο αριστοκράτης χωρικός. Καλοκαμωμένος σαν τα αρχαία αγάλματα, όχι ιδιαίτερα ψηλός ή τρομαχτικός, προχωρεί αγέρωχος. Οι ώμοι γέρνουν λίγο καθώς περνά ανάμεσα από τα κλαδιά, τα βήματά του ελαφριά στο χώμα. Τα μακριά μαλλιά του ακουμπούν στους ώμους κι ανεμίζουν καθώς προχωρεί. Ένα χαμόγελο ανθίζει στις άκρες των χειλιών του. Τώρα σταματά κι απλώνει το χέρι του στις λεμονιές, με τα μάτια να λαχταρούν το πράσινο των καρπών που δένουν πάνω τους. Σε λίγο καιρό θα είναι χρυσαφένιοι, το μοναδικό χρυσάφι που θα αντικρύσει στην ζωή του, μα που αρκεί για να γεμίσει τον κόσμο του.

Το μεγαλείο του Λεωνίδα δεν μυρίζει γεροντάματα που μάζεψαν τσιφούτικα την ζωή. Η συλλογική συνείδηση των Λευκών Ανθρώπων θα θυμάται το πώς σαΐτεψε η σκέψη του Σπαρτιάτη, ελεύθερη απέναντι στην λογική. «Πάρε το χρυσάφι του Πέρση και πήγαινε να το γλεντήσεις», συστρέφεται το σκουλήκι του μυαλού που παλεύει για τα αντίθετα από αυτά της καρδιάς, αν τα δυο δεν έχουν κάνει την ειρήνη τους. «Έλα να τα πάρεις!», δίνει ο Λεωνίδας απάντηση αψιά σαν το αγουρόλαδο, αυταπόδεικτη αλήθεια του αγοριού. Η ματιά του γεμίζει από το γέννημα που δένει τις λεμονιές και τις ελιές του, το πράσινο των φύλλων και την σάρκα των καρπών. Αιώνες αργότερα, στην Γαλιλαία, ένας Βασιλιάς με χρυσά μαλλιά, κοντά στα χρόνια του, θα επιβεβαιώσει το δίκαιο του Σπαρτιάτη, επιπλήττοντας τους δήθεν εκλεκτούς

«Αν δεν γίνετε σαν τα μικρά παιδιά, δεν θα μπείτε στο βασίλειο των ουρανών». Στην Σπάρτη, στην Μικρασία, στις Θερμοπύλες, ένας Μεγαλέξανδρος κι ένας Λεωνίδας θα κόβουν δεσμούς που δεν λύνονται, με το σπαθί της παιδικής τους καρδιάς. Μολών Λαβέ.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 163) 

Advertisements