Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΣΤ΄

Η  ΠΑΛΑΙΟΓΕΝΕΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Οι χρήσεις των νυν διαθεσίμων νέων γενετικών τεχνολογιών μας προσφέρουν τεράστιο διαγνωστικό εύρος και εξαιρετικά λεπτομερή ακριβολογία σχετικά με αδιαμφισβήτητες, παλαιότερα απρόσιτες και άρα ακούσια «κρυμμένες» γενετικές πληροφορίες, αποκαλύπτουσες τις καταβολές των μεγάλων εθνοφυλετικών  ομάδων και γενικότερον την διαχρονική τροχιά ιστορικών συλλογικοτήτων όπως π.χ. οι «πολύσημοι» Ινδοευρωπαίοι.

Στους  προηγουμένους δύο αιώνες οι αρχαιολόγοι προχωρούσαν με εφαλτήρια την αφοσίωση στον σκοπό, την  υπομονή και την πίστη, και με όργανα   την σκαπάνη και τα ιστορικά κείμενα. Η επιστήμη τους ήταν  ταγμένη στην έμπρακτη, στην πειραματική επαλήθευση και διακρίβωση  ή διάψευση και απόρριψη των όσων είχαν γράψει ή υπονοήσει οι ιστορικοί του παρελθόντος. Αναπόδραστα συνεπώς, η «επικράτειά» τους στον γνωσιακό χώρο σταματούσε εκεί που άρχιζαν τα σύνορα της παλαιοντολογίας. Άρα το τι είχε ακριβώς συμβεί στην Προϊστορία των ανθρώπων αφορούσε για αυτούς σε αναπόδεικτες εικασίες, ευφάνταστες ή λογικοφανείς υποθέσεις ή ίσως και σε «χρήσιμες» για κάποια συμφέροντα μυθολογίες, με διατατική  μάλιστα  ερμηνεία.

DNA και παλαιογενετική έρευνα

Στις τρεις τελευταίες δεκαετίες συνέβη μια κολοσσιαία αλλαγή στην αρχαιολογία: «τα εργαλεία μετήλλαξαν την τέχνη». Δηλαδή οι σύγχρονες τεχνολογίες εντοπισμού ιχνών του μακρινού παρελθόντος, η πολύ αμεσοτέρα διεπιστημονική επικοινωνία και συνεργασία, καθώς και οι νέες δυνατότητες αναλύσεως γενετικού υλικού, επέτρεψαν στην αρχαιολογία όχι μόνον την πληρεστέρα ερμηνεία των ιδικών της, αυστηρώς αρχαιολογικών ευρημάτων, αλλά και να διεισδύσει στο παλαιοντολογικό πεδίο. Το αποτέλεσμα είναι μια θεαματική μετεξέλιξη, γεμάτη απρόσμενες νέες ερμηνείες του «ημείς πόθεν;» Ταυτοχρόνως δε αυτή η θαυμαστή μετεξέλιξη στηρίζει πλέον ακλονήτως την απαγορευμένη γνώση του μεσοβραχυπροθέσμου περιθωριοποιημένου παρελθόντος και ζωπυρώνει την θεωρία του Εθνικισμού.

Το πώς ακριβώς συμβαίνει αυτή η μετεξέλιξη και πού μας οδηγεί, λειτουργούσα πλέον ως ζώσα και δραστική επιστήμη αναψηλαφήσεως της ιστορίας και  της φυσικής υφής της ανθρωπίνης κοινωνίας, υπέροχη σύγχρονη προέκταση της φυσικής ανθρωπολογίας, εξετάζεται ακολούθως με την αναφορά στοιχείων  σχετικών προς την σύγχρονη έρευνα  του «παλαιογενετικού» υλικού (αρχαίου σκελετικού  DNA), καθώς και την σημαντικοτάτη συμβολή της στη γνώση μας για την βιολογική ιστορία του ανθρώπου. Τα διαδοχικά στάδια της παλαιογενετικής ερεύνης είναι σαφώς καθορισμένα, διακριτά, μετρητά και αναπαραγώγιμα:

H συλλογή και δειγματοληψία του υλικού, οι επακόλουθες εργαστηριακές αναλύσεις του και η επεξεργασία και ερμηνεία των απορρεόντων χαρακτηριστικών.

Η συνακόλουθη σύνθεση των  δεδομένων παρέχει σαφείς ποικίλες κατηγορίες αποτελεσμάτων. Το ανωτέρω παλαιογενετικό υλικό πλαισιούται συνδυαστικώς από τα οιαδήποτε αρχαία αντικείμενα αποκαλύπτουν οι αρχαιολογικές έρευνες στις ίδιες αρχαιολογικές θέσεις του χώρου εκ των οποίων προέρχεται και το σκελετικό υλικό επί του οποίου διεξήχθη η έρευνα. Με τον τρόπο αυτόν η παλαιοανθρωπολογία και η γενετική αρχαιολογία φιλοδοξούν να ενοποιήσουν τα δεδομένα από τις δύο κατηγορίες υλικού, το σκελετικό-ανθρωπολογικό και το αρχαιολογικό.

Η αρχαιολογία κατανοεί πλέον πληρέστατα τα πλεονεκτήματα τα οποία  προσέφερε στην εγκληματολογία η ανάλυση του DNA. Αυτό σημαίνει ότι ένας σκελετός που ήλθε  στην επιφάνεια από την αρχαιολογική σκαπάνη, ενδέχεται να μας αποκαλύψει την αιτία θανάτου του ή και να ταυτοποιηθεί ! Η παλαιογενετική έρευνα αφορά ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο των νέων μεθοδολογικών δυνατοτήτων,  δυνατοτήτων εξιχνιάσεως ιστορικών «μυστηρίων». Μάλιστα  η «γενετική αρχαιολογία» ανάγεται εν τέλει σε πραγματική επιστημονική επανάσταση, καθώς καλύπτει και την εξιχνίαση της Προϊστορίας.

Η περίπτωση των  πρώτων κατοίκων της αμερικανικής ηπείρου

Το τεύχος 6246 του περιοδικού «Science» της 24ης  Ιουλίου 2015,  Τόμος 349, περιελάμβανε ένα ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό βραχύ άρθρο (σελίδες 354  – 355) του  βιολόγου Michael Balter, το οποίο  περιελάμβανε μια τέτοια συγκλονιστική εξιχνίαση του σπουδαίου ερωτήματος: Πότε και πόθεν έφθασαν στην αμερικανική ήπειρο οι πρώτοι της κάτοικοι, σε ένα ή περισσότερα «μεταναστευτικά κύματα»; Για να επιλύσουν το πρόβλημα, επιστήμονες των Πανεπιστημίων της Κοπεγχάγης και του Μπέρκλεϋ ανέλυσαν τις αλληλουχίες του γονιδιώματος 31 ζώντων Ινδιάνων της Αμερικής, Σιβηριανών αλλά και νησιωτών του Ειρηνικού Ωκεανού, και τις συνέκριναν με εκείνες 23 σκελετών της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, με χρονολογία θανάτου 200 ως 6.000 χρόνια πριν, όπως και  ενός παλαιολιθικού παιδικού σκελετού που είχε ευρέθη  στην Μάλ’ τα της Νοτιο-Ανατολικής Σιβηρίας – δυτικώς του Ιρκούτσκ. Το πόρισμα στο οποίο  κατέληξαν διελεύκανε καταλυτικώς την καταγωγή των «Ινδιάνων» και επέλυσε ένα κομβικό αίνιγμα το οποίον εταλάνιζε αρχαιολόγους, ανθρωπολόγους και παλαιοντολόγους επί  80 περίπου έτη : την «Εικασία της Βεριγγείας».

Όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος πρωτοσυνήντησε ιθαγενείς στην Αμερική δεν χρειάσθηκε  καν δευτέρα σκέψη για να τους ονομάσει «Ιndios», καθ’ όσον αυτός … για την Ινδία είχε αποπλεύσει. Οταν όμως στα επόμενα πενήντα χρόνια ο Βάσκο Νούνιες (ή Νούνιεθ) ντε Μπαλμπόα (Vasco Nϊρez De Balboa) ανεκάλυψε τον Ειρηνικό Ωκεανό και ο Φερδινάνδος Μαγγελάνος (Fernγo de Magalhγes, το όνομα στην γλώσσα της πατρίδας του επροφέρετο  Μαγαλιάϊς) τον διέσχισε, διενεργών  τον πρώτο περίπλου της Γης, όλοι κατενόησαν ότι οι Indios της Αμερικής ουδεμίαν σχέση είχαν με την Ινδία. Τότε όμως πόθεν και πότε είχαν έλθει αυτοί οι άνθρωποι;

Οι θεωρίες που ανεπτύχθησαν από ανθρωπολόγους, αρχαιολόγους, αποκρυφιστές, ψυχικούς ερευνητές και… απλούς ανειδικεύτους φαντασιοκόπους στα πεντακόσια περίπου επακόλουθα έτη ήσαν πάμπολλες και μυθοπλαστικώς συναρπαστικές: περιελάμβαναν από τους απογόνους της Ατλαντίδος έως αποίκους εκ της Αρχαίας Αιγύπτου και από βορειοαμερικανούς χαλκοθήρες των Μινωιτών ή νοτιοαμερικανούς απογόνους των Αργοναυτών έως… τις χαμένες φυλές του Ισραήλ, αλλά ακόμη και μετανάστες εκ της Δυτικής Αφρικής ή και Μαυριτανούς … διωχθέντες από τους Βανδάλους ! Όλες όμως αυτές οι θεωρίες, ολότελα φανταστικές ή και αυθαιρέτως θεμελιωμένες με επιλεκτικές γενικεύσεις επί μερικών ανεξηγήτων πραγματικών ευρημάτων, αδυνατούσαν να απαντήσουν σε μιαν απλή ανατομική παρατήρηση : όλοι ανεξαιρέτως οι Ινδιάνοι της Αμερικής είχαν «βραχύευρο» σκελετό, στοιχείο το οποίον υπεδείκνυε καταγωγή από ανθρώπους που είχαν ζήσει επί πολλές χιλιετίες σε ιδιαιτέρως ψυχρό κλίμα.

Ο πρώτος που έδωσε μια ταιριαστή απάντηση ήταν ένας Σουηδός βοτανολόγος και φυτογεωγράφος, ο Όσκαρ Έρικ Γκούναρ Χουλτέν (Oskar Eric Gunnar Hultιn, 1894-1981), ο οποίος επί μία τριετία εμελέτησε την χλωρίδα και την πανίδα της χερσονήσου Καμτσάτκα της Σιβηρίας, των Αλεουτίων νήσων και της Αλάσκας. Στην σπουδαία διδακτορική του διατριβή, το 1937, («Outline of the history of arctic and boreal biota during the quaternary period: their evolution during and after the glacial period as indicated by the equiformal progressive areas of present plant species»), διετύπωσε για πρώτη φορά την «Εικασία της Βεριγγείου Ανάπαυλας» (γνωστή και ως «Beringian Incubation Model – ΒΙΜ»). Κατ’ αυτήν, η τελευταία Εποχή των Παγετώνων (προ 30.000 ετών) είχε δημιουργήσει την «Βερίγγεια γέφυρα ξηράς» («Beringlandbryggan»), η οποία συνέδεε την Σιβηρία με την Αλάσκα. Ο ισθμός αυτός – που ο Χουλτέν εβάπτισε «Βερίγγεια» – βρίσκεται τώρα βυθισμένος υπό τον Βερίγγειο Πορθμό, περικυκλωμένος από μιαν αλυσίδα ενεργών υποθαλάσσιων ηφαιστείων. Βάσει των δειγμάτων χλωρίδος που εμελέτησε ο Χουλτέν, απεφάνθη ότι κατά την Εποχή των Παγετώνων η Βερίγγεια είχε βλάστηση και κλιματικές συνθήκες τούνδρας, άρα συνιστούσε μιαν ιδιάζουσα  «Γη της Επαγγελίας» για τα ζώα της Σιβηρίας καθώς και τις φυλές θηρευτών που τα κυνηγούσαν. Είκασε λοιπόν ότι τέτοιοι πληθυσμοί είχαν εισρεύσει στη Βερίγγεια αλλά εγκλωβίστηκαν επί χιλιετίες σε αυτήν από τους παγετώνες της οροσειράς Βερχοβάνσκ της Σιβηρίας στα δυτικά και εκείνους της κοιλάδας του ποταμού Μακένζι της Αλάσκας στα ανατολικά. Όταν το κλίμα ήλλαξε επαρκώς, οι πάγοι έλιωσαν και η στάθμη της θαλάσσης ανυψώθηκε υπερκαλύπτουσα την Βεριγγεία, οπότε οι κάτοικοί της εξηναγκάσθησαν να διαφύγουν στην Αλάσκα και εκείθεν διεσπάρησαν σε ολόκληρο την αμερικανική ήπειρο.

Η εικασία της Βεριγγείας προσέφερε μεν μιαν αρκούντως  πιστευτή εξήγηση, αλλά έμενε δίχως πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία επί μισόν αιώνα. Τότε, το 2007, μια γενετική ανάλυση μιτοχονδριακού DNA (mtDNA) 623 δειγμάτων από 20 φυλές της Αμερικής και 26 της Ασίας, κατέδειξε κάτι μοναδικό: οι περισσότεροι Ινδιάνοι της Αμερικής διεφοροποιούντο από τους Ασιάτες μόνον από ένα σύνολον απλοομάδων (A2, B2, C1b, C1c, C1d*, C1d1, D1 και D4h3a) το οποίον είχαν κοινό μεταξύ τους.

[Στην μοριακή μελέτη της εξελίξεως, μία Απλοομάς (αγγλιστί haplogroup) είναι μία ομάς παρόμοιων απλοτύπων (δηλαδή συνόλων αλληλομόρφων γονιδίων – όπου  αλληλόμορφα γονίδια είναι γονίδια που δρουν για το ίδιο γνώρισμα αλλά με διαφορετικό τρόπο. Επί παραδείγματι αν υπάρχουν δύο διαφορετικά γονίδια που ελέγχουν το χρώμα του άνθους ενός φυτού, τότε μεταξύ τους είναι αλληλόμορφα-),  τα οποία μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο με μιαν ενιαία μεταλλαγή πολυμορφικής νουκλεοτίδας (SNP). Επειδή μία απλοομάς αποτελείται από παρόμοιους απλοτύπους, αυτό καθιστά μιαν απλοομάδα προβλέψιμη από τους απλοτύπους. Μία δοκιμή SNP επιβεβαιώνει μία απλοομάδα. Οι Απλοομάδες συμβολίζονται με τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου και οι εξακριβώσεις αποδίδονται από τους προσθέτους συνδυασμούς αριθμών και μικρών γραμμάτων. Π.χ. το αρχικό R γίνεται R1b1, με μεγαλυτέρα ανάλυση του απλοτύπου. Το Υ-χρωμόσωμα και το μιτοχονδριακό DNA έχουν διαφορετικούς προσδιορισμούς απλοομάδων με διαφορετικά γράμματα. π.χ. R για Υ- χρωμόσωμα και L για μιτοχονδριακό DNA. Η απλοομάς αναφέρεται στην βαθυτάτη προγονική προέλευση, χιλιάδες έτη στο παρελθόν.

Στην ανθρώπινη γενετική οι απλοομάδες που μελετώνται συνηθέστερον είναι οι απλοομάδες του Υ-χρωμόσωματος (Υ-DNA) και η απλοομάς του μιτοχονδριακού DNA (mtDNA). Αμφότερα τα σύνολα  ημπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθορίσουν τους γενετικούς πληθυσμούς της Γης. Το Υ-DNA «περνά» συμφώνως με την «πατρική γραμμή», από τον πατέρα στον υιό, ενώ το mtDNA ακολουθεί την μητρική γραμμή, από την μητέρα στην κόρη. Ουδέν των δύο ανασυνδυάζεται, οπότε οι όποιες αλλαγές Υ-DNA και mtDNA επέρχονται  μόνον από μεταλλάξεις. Δηλαδή, το γενετικό υλικό των δύο γονέων δεν ανταλλάσσεται.]

Οι Απλοομάδες της προαναφερθείσης ερεύνης δεν ημπορεί παρά να είχαν συγκροτηθεί μετά την αναχώρηση των προγόνων τους από την Ασία, αλλά προ της διασποράς τους στην αμερικανική ήπειρο. Κάτι τέτοιο ήταν όντως συμβατό με μια «βερίγγεια ανάπαυλα χιλιετιών» (περί τα 28.000 – 18.000 χρόνια πριν από σήμερα).

Η πολύ πρόσφατη εφετινή δημοσίευση των δανών και αμερικανών επιστημόνων στο «Science»  επεβεβαίωσε πλήρως με νέες γενετικές αναλύσεις την εμπνευσμένη εικασία του Χουλτέν: Η συντριπτική πλειονότης των Ινδιάνων της Αμερικής προήλθε από ένα και μόνον μεταναστευτικό ρεύμα Σιβηριανών – της μείζονος περιοχής του Ιρκούτσκ – οι οποίοι έφθασαν στη Βερίγγεια όχι ενωρίτερον του 21000 π. Χ. και εγκλωβίσθηκαν εκεί επί 7.000 έως και 9.000 χρόνια. Επηκολούθησε η διέλευσή τους στην Αλάσκα, όπου και άφησαν τα πρώτα ευρήματα του πολιτισμού τους, ο οποίος σήμερον ονομάζεται «πολιτισμός των Κλόβις» (12000 – 10600 π. Χ.). Στην περίοδο εκείνη επήλθε ο διαχωρισμός τους σε ένα μεταναστευτικό ρεύμα το οποίον εξηπλώθη στην Βόρειο Αμερική (οι Αθαμπάσκοι και οι Αμερινδοί) και σε ένα έτερο μεταναστευτικό ρεύμα, το οποίον κατήλθε στην Κεντρική και στην Νότιο Αμερική (οι πρόγονοι των Τολτέκων, Αζτέκων, Μάγιας και Ίνκας). Η κάθοδος του δεύτερου ρεύματος έως την Παταγονία  απήτησε  2.000  επιπλέον έτη.

Οι περίπτωση των Ινουίτ και των φυλών του Αμαζονίου

Αυτοί όλοι συναπαρτίζουν την μεγάλη πλειονότητα των προγόνων του συνόλου των Ινδιάνων της Αμερικής. Υπήρξαν όμως και δύο γενετικώς διαφοροποιημένες περιπτώσεις : η των Ινουίτ του Καναδά και εκείνη μερικών φυλών του Αμαζονίου. Η περίπτωση των Ινουίτ σχετίζεται  με την μεταγενεστέρα και πολύ μικροτέρα πληθυσμιακώς μετανάστευση από τη ΒΑ Σιβηρία (περί το  7000 π. Χ.), ενώ εκείνη των φυλών του Αμαζονίου εμφανίζει γονίδια όμοια με των ιθαγενών της Αυστραλίας και της Μελανησίας, οι οποίοι εικάζεται ότι επίσης έφθασαν στην Αμερική μέσω των Αλεουτίων νήσων, περί το 6000 π. Χ.

Η ευρωπαϊκή καταγωγή των Ινδιάνων

Όπως προανεφέρθη, ο πολύτιμος κρίκος συνδέσεως των συγχρόνων  «Ινδιάνων» με τους παλαιολιθικούς τους προγόνους υπήρξε ένας παιδικός σκελετός ο οποίος ανευρέθη εγγύς της λίμνης Βαϊκάλης της Σιβηρίας, ηλικίας 24.000 ετών. Η γενετική ανάλυση τόσον του μιτοχονδριακού DNA, όσον και του χρωμοσώματος Υ από υλικό αυτού του παιδικού σκελετού κατέδειξε ότι οι Ινδιάνοι κατήγοντο από την ίδια φυλή με αυτόν, αλλά επίσης έδειξε και κάτι άλλο: έως και 38% του εν λόγω γενετικού υλικού – συνεπώς και του γενετικού υλικού των Ινδιάνων της Αμερικής – είναι… ευρωπαϊκής καταγωγής!

Ακούγεται όντως απίστευτο, αλλά προτού μας το ειπούν οι γενετικές αναλύσεις, μας το είχαν επισημάνει – από το 1998 – κάποιοι αρχαιολόγοι, όπως ο Ντένις Στάνφορντ του Ιδρύματος Σμιθσόνιαν και ο Μπρους Μπράντλεϊ του Πανεπιστημίου του Έξετερ : Η λιθοτεχνία κατασκευής των όπλων των Ινδιάνων του πολιτισμού Κλόβις ήταν εντελώς όμοια με εκείνη του «Σολουτραίου πολιτισμού» που άφησε τα ίχνη του στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Γαλλία από το 20.000 έως το 15.000 π. Χ. Αν λοιπόν η μετανάστευση της Εποχής των Παγετώνων η  οποία κατέληξε στην Αμερική είχε αρχική αφετηρία την Δυτική Ευρώπη, συνταρακτικά ερωτήματα, εικασίες και προβληματισμοί αναφύονται σχετικώς με τα συμβάντα σε εκείνα τα παγωμένα «πέτρινα χρόνια» του ανθρωπίνου είδους, ώστε μάζες ανθρώπων να μεταναστεύουν από τις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού έως τις στέπες της Ασίας και από εκεί να προβαίνουν σε μιαν εργώδη και επικίνδυνη «Υπερσιβηρική Πορεία», που κατέληγε στην διέλευσή τους στην αμερικανική ήπειρο.

Τέτοια ζητήματα σπουδαία προσεγγίζει, εξετάζει και συχνά επιλύει με ρηξικέλευθο τρόπο η Παλαιογενετική, η Γενετική Αρχαιολογία, με την οποία θα επανέλθουμε στα πάτρια.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 163)

Advertisements