Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Ζ΄

ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΑ INCUNABULA

Οι «σκιώδεις» μεν σκηνικώς, αλλά «βαρύτατοι» δραστικώς Ινδοευρωπαίοι

Έως τούδε, ελάχιστα μόνον «παγωμένα μυστικά» και «απολιθωμένες αλήθειες» του απωτάτου παρελθόντος μας έχουμε όντως ανακαλύψει και εξιχνιάσει, χάριν όμως  της νεοτεύκτου «γενετικής σκαπάνης» αρχίσαμε να κατανοούμε σαφέστερον  τι συνέβη όταν ετάκησαν οι παγετωνικοί πάγοι, κατά την Νεολιθική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού οι οποίες επηκολούθησαν.

Όπως όλοι έχουμε «εν πολλοίς» ακουστά, η αρχή του πολιτισμού έγινε «κάπου» στην Ανατολία περί το 9000 π. Χ., όταν οι άνθρωποι ανεκάλυψαν διαδοχικώς την κτηνοτροφία και την γεωργία και εκατόρθωσαν, επιτέλους, να παύσουν αενάως ακολουθούντες αγέλες θηραμάτων, έστησαν πάγια καταλύματα, οίκους, οικισμούς, χωριά και πόλεις… καθώς και όλα τα συμπαρομαρτούντα που επέφεραν την κλιμακωτή κοινωνική οργάνωση των αρχεγόνων κρατών. Αυτή ήταν η νέα μορφή διαβιώσεως η οποία διεδόθη και επέφερε την ίδρυση των πρώτων πόλεων στην Μεσοποταμία, στην Μέσανατολή, στην Αίγυπτο και στην Ευρώπη, (με πρωτοπόρους στην τελευταία τους προ-Ελληνες, Πελασγούς, Λέλεγες και Μινωίτες). Ωστόσον περί το 3000 π. Χ. συνέβη μια φοβερά ανατροπή: η διάδοση της μεταλλουργίας έφερε πραγματική επανάσταση στα όπλα, ενώ μάλιστα συνδυάσθηκε και με την ανακάλυψη των πολεμικών αρμάτων. Πολύ σύντομα, «αρματωμένες», αρματοδρόμες και έφιππες φυλές άρχισαν να κατέρχονται από τον Βορρά προς τους γεωργικώς ανεπτυγμένους οικισμούς και τις πόλεις του Νότου : οι Άριοι στην κοιλάδα του Ινδού, οι Χετταίοι στην Μικρά Ασία και στην Μεσοποταμία, τα ελληνικά φύλα στα Βαλκάνια. Άραγε από πού είχαν έλθει όλοι αυτοί;

Η προέλευση των έφιππων φυλών

Αρχαιολογικώς, οι ενδείξεις «ακολουθούσαν τα ίχνη των ίππων τους» : Όπως μας είπε από το 1956 η σπουδαία Λιθουανή γλωσσολόγος – ανθρωπολόγος – αρχαιολόγος του Χάρβαρντ, Μαρίγια Γκιμπούτας, (Marija Gimbutas – Marija Gimbutiene,1921-1994) η αρχέγονη καταβολή, η ρίζα, η «φύτρα» των «Ινδοευρωπαίων» ευρίσκετο εκεί όπου πρωτοεδαμάσθησαν τα άλογα, περί το 4500 π. Χ., στις αχανείς στέπες οι οποίες εκτείνονται μεταξύ του ποταμού Βόλγα, των Ουραλίων ορέων και της Κασπίας θαλάσσης. Κοινό χαρακτηριστικό του πολιτισμού τους ήταν ο ενταφιασμός των νεκρών σε τύμβους («Κουργκάν» στα ρωσικά, εξ ου και «Πολιτισμός των Κουργκάν»).

Η γλωσσοχρονολογική ανάλυση των γλωσσών που ομιλήθησαν ανά τους αιώνες από τους λαούς του βόρειου ημισφαιρίου εδικαίωσε τον βρετανό ιησουίτη μοναχό Τόμας Στέφενς, ιεραπόστολο στην νήσο Γκόα του Ινδικού Ωκεανού, ο οποίος το 1583 έγραψε πρώτος για τις ομοιότητες μεταξύ σανσκριτικών, ελληνικών και λατινικών. Όπως έχει καταδειχθεί έως σήμερον, από τις 7.472 γλώσσες και διαλέκτους που ομιλούνται στον πλανήτη, οι 445 ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή «γλωσσική οικογένεια», με κοινή αφετηρία και εξάπλωση από την Δυτική Ευρώπη έως την Δυτική Κίνα και την Νότιο Ασία.

Σχετικώς με το πού ακριβώς ευρίσκετο αυτή η κοινή αφετηρία, η κοιτίς, η «Πρωτοπατρίς» των Ινδοευρωπαίων  και επί πόσον καιρό ομιλήθηκε εκεί η κοινή πρωτο-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, (άλλως καλουμένη και «Πρωτόγλωσσα») προτού διασκορπισθούν οι αρειμάνιες έφιππες ορδές στα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος και «εμβολιάσουν» την γλώσσα τους με τις ντοπιολαλιές των κατακτωμένων γεωργών, είναι κάτι στο οποίον οι αρχαιολόγοι και οι γλωσσολόγοι δεν ημπορούσαν να συμφωνήσουν. Οι μεν έστρεφαν το βλέμμα στις πέραν του Καυκάσου στέπες, οι δε επέμεναν ότι μόνον από τους γεωργούς και μεταλλουργούς της Ανατολίας ήταν δυνατόν να είχε προέλθει εκείνη η «προ του Πύργου της Βαβέλ» κοινή γλώσσα.

Τελικώς, οι αναγκαίες απαντήσεις ήρχισαν και πάλιν να απορρέουν κατόπιν   της μοιραίας εμπλοκής της γενετικής αναλύσεως, τόσον στην εξέταση των αρχαιολογικών ευρημάτων, όσον και στην γλωσσοχρονολόγηση. Έχει ήδη εμφανιστεί  και  ωριμάζει τάχιστα ένας (εδραιούμενος πλέον) ολόκληρος κλάδος «γενετικής γλωσσολογίας», ο οποίος προσφέρει εξόχως σημαντικά και σκιαλυτικά πορίσματα με  διεπιστημονική χρησιμότητα. Οι  εξόχως ενδιαφέρουσες πτυχές, αντανακλάσεις, διασυνδέσεις και συσχετίσεις του νέου τούτου κλάδου ανεφέρθησαν τον Σεπτέμβριο του 2010 από τον Dan Dediu της ερευνητικής ομάδος «Βιολογικής Εξελίξεως και Διαφοροποιήσεως των Γλωσσών» (BEDLAN–«Biological Evolution and Diversification of Languages»)– Πανεπιστήμια του Ελσίνκι, Τάμπερε, Τούρκου)  και  του «Ινστιτούτου Ψυχογλωσσολογίας Max Planck» του Νιμέγκεν, με την αποκαλυπτική σύνοψή του : «Γλωσσική ποικιλομορφία και οι σχέσεις της με τα γονίδια, την ιστορία και τον χώρο» («Language diversity and its relationships with genes, history and space»).

Ένα χρόνο μετά, στο ίδιο πλαίσιο, εξεπτύχθη η εργασία «Μητρική Γλώσσα και Υ Χρωμοσώματα» («Mother Tongue and Y Chromosomes») στο περιοδικό «Science» (Σεπτέμβριος 2011, τόμος 333, τεύχος  6048, σελίδες 1390-1391) από τους Peter Forster και Colin Renfrew, με υλικό και συνεργάτες από  τα ιδρύματα «Κολλέγιο Murray Edwards» και «Ινστιτούτο Αρχαιολογικής Ερεύνης McDonald» του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ,  καθώς και το «Ινστιτούτο Ιατροδικαστικής Γενετικής» του Πανεπιστημίου του Μύνστερ. Εκεί οι ερευνητές εδήλωναν ότι : Υπάρχουν περίπου 6000 διαφορετικές γλώσσες οι οποίες ομιλούνται σήμερα ανά τον κόσμο, ενώ η ανίχνευση της προϊστορίας των γλωσσών και της γλωσσικής αλλαγής μέσω της χρησιμοποιήσεως γενετικών δεικτών είναι ήδη από καιρού ένας σαφής  επιστημονικός σκοπός. Ωστόσον, αυτό έχει αποδειχθεί ότι είναι δυσχερέστερο έργο από ότι υπήρξαν απλώς η ανίχνευση και ο εντοπισμός των διαφόρων εποικισμών. Παρ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από γενετικές μελέτες έχουν αρχίσει να εξετάζουν την γλώσσα και την αλλαγή της γλώσσης προ της καταγεγραμμένης ιστορίας.

Μια γλωσσο-γενετική συσχέτιση που προκύπτει είναι ότι, η αλλαγή γλώσσης σε μιαν ήδη πυκνοκατοικημένη περιοχή ημπορεί να απαιτεί ένα ελάχιστο ποσοστό συγκεκριμμένων αρρένων μεταναστών, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται σε τύπους DNA του χρωμοσώματος Υ. Αντιθέτως οι θηλυκές γραμμές κληρονομικότητος – καταγωγής («οι μανογενιές» της λαϊκής παραδόσεως), όπως υποδεικνύεται από τους τύπους του μιτοχονδριακού DNA (mtDNA), δεν αντανακλούν την επιβιώσασα γλώσσα των δυνατών και διασωθέντων, αλλά περισσότερον αντιπροσωπεύουν την αρχαίαν αποίκιση.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 164)

Advertisements