Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Η΄

Η αδρή συνολική εικών της Προϊστορίας, η οποία πλέον συντίθεται από την διαδραστική σύζευξη των όσων μας είχε αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη με όσα τώρα διαφωτίζει η γενετική ανάλυση σκιαγραφείται περίπου ως ακολούθως: Η κλιμακούμενη ξηρασία μιας κλιματικής αλλαγής προ 60.000 περίπου ετών οδήγησε τον «Έμφρονα Άνθρωπο» – «Homo sapiens» να εγκαταλείψει την Αφρική και, μέσω της Εγγύς Ανατολής, να ανέλθει στις γεμάτες πρόσφορα θηράματα πεδιάδες της Ρωσίας και της Ευρώπης. Όμως η έλευση της τελευταίας «Εποχής των Παγετώνων» τον εξώθησε σε μιαν αγωνιώδη αναζήτηση προσφόρων θηρευτικών τόπων, αναζήτηση  η οποία  τον παρέσυρε από τους παχείς λειμώνες της Ισπανίας έως τις πλατείες στέπες της Ανατολικής Σιβηρίας  και απ’ εκεί στην αμερικανική ήπειρο, μέσω της βεριγγείου χερσαίας γεφύρας.

Οι χρόνοι των περιπετειωδών «κόπων και βασάνων» των θηρευτών – τροφοσυλλεκτών έπαυσαν οριστικώς περί το 9000 π. Χ., όταν ο Homo sapiens ανεκάλυψε τον τρόπο να εκθρέφει εξημερούμενα ζώα, να καλλιεργεί την γη και να μεταμορφώνει τα μεταλλεύματα σε όπλα και σκεύη. Οι καταλυτικές αυτές εξελίξεις επήλθαν στα υψίπεδα της Ανατολίας, απ’  όπου πηγάζουν ο Τίγρης και ο Ευφράτης. Εκεί εγεννήθη ο «πολιτισμός των πόλεων», τον οποίον φέρουμε έως σήμερα, αλλά εκεί εγεννήθησαν επίσης και οι μαζικοί πόλεμοι των ανθρωπίνων συλλογικοτήτων, προγόνων των κρατών.

Από τα μετρητά, αναπαραγώγιμα και αδιαμφισβήτητα δεδομένα που μας  προσφέρουν οι γενετικές αναλύσεις προκύπτει ότι, τόσον τον πολιτισμόν όσον και τις γλώσσες της Ευρώπης τα διεμόρφωσαν δύο μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Το πρώτο ήταν εκείνο των «κτηνοτρόφων-αγροτών» της Ανατολίας, οι οποίοι έφθασαν στην ήπειρό μας εισδύοντες γενετικώς στους υπάρχοντες πληθυσμούς θηρευτών. Το δεύτερο ρεύμα ήταν εκείνο των κτηνοτρόφων της στέπας, οι οποίοι είχαν αφήσει την Ανατολία και – μέσω Καυκάσου – είχαν εξαπλωθεί στους ατέρμονες λειμώνες των σημερινών Ουκρανίας, Ρωσίας και Καζακστάν. Αυτοί οι δεύτεροι ήσαν πτωχότεροι συγκριτικώς προς τους γεωργούς και τους «οικιστές» του Νότου, αλλά συντόμως απέκτησαν ένα έξοχο και ακαταμάχητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα : εδάμασαν τον ίππο και εφηύραν τον τροχό, την άμαξα και το πολεμικό άρμα. Επιπλέον, η μόνιμη και συνεχής ενασχόλησή τους με τις αγέλες των γαλακτοπαραγωγών ζώων τους επέφερε εξελικτικώς την ευλογημένη γενετική μετάλλαξη, η οποία τους εχάρισε την ανοχή στην λακτόζη. Εμεταλλούργουν τον χαλκό με προσμίξεις κασσιτέρου και εκατασκεύαζαν  χάλκινα και ανθεκτικά ορειχάλκινα όπλα. Έτσι ημπορούσαν να μετακινούνται καλώς εξοπλισμένοι, ανέτως, έφιπποι πλέον, σε μεγάλες αποστάσεις, ασχέτως εποχής, βασιζόμενοι στους ίππους τους  και στην τυροκομία του γάλακτος των κοπαδιών τους.

Εν πολλοίς η συνέχεια της ιστορίας είναι grosso modo γνωστή : αντί να μεταναστεύουν πλέον διαρκώς για να ανεύρουν θηράματα ή προσφόρους βοσκοτόπους, οι ιπποφορβοί της στέπας μετεκινήθησαν σε ορδές προς τα μέρη όπου αφθονούσαν μεταλλεύματα για τα όπλα τους και… επερίσσευαν τα «πλούτη».

Συνεπώς οι Ινδοευρωπαίοι έφθασαν κατά κύματα στα πέρατα της Ευρασίας, από την Ισλανδία και την Σκανδιναβία έως την Ινδία και την δυτική Κίνα. Μια αντιπαραβολή του χάρτη εξαπλώσεως των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών με τον χάρτη διαδόσεως της μεταλλουργίας είναι υπεραρκετή ώστε να πείσει αδιαμφισβητήτως για του λόγου το αληθές.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 166)

 

 

 

Advertisements