Χωρίς τίτλο.jpg

… και θα υποστηρίξουμε την προστασία της οικογενείας ως θεμελιώδους μονάδας του Έθνους…

θα καταργήσουμε το νόμο που νομιμοποίησε τις αμβλώσεις (χειροκροτήματα)… προτεραιότητα στις πολυμελείς οικογένειες για αγορά ή ενοικίαση σπιτιού…

θα αναδείξουμε την ελληνική ΑΟΖ σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας στο κυβερνητικό μας πρόγραμμα (χειροκροτήματα)…

η στροφή προς τον πρωτογενή τομέα είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για την παραγωγική αναζωογόνηση της Πατρίδας μας…

θα καταγγείλουμε το χρέος ως προϊόν συνωμοσίας των διεθνών τοκογλύφων και εγχωρίων αχυρανθρώπων τους (ζωηρά, παρατεταμένα χειροκροτήματα)…

θα εθνικοποιηθούν όλοι οι οργανισμοί που περιήλθαν υπό τον έλεγχον ξένων προς το εθνικό συμφέρον εκμεταλλεύσεων με παράνομες ιδιωτικοποιήσεις…

οι ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας θα αφεθούν απερίσπαστοι στο έργο τους όπως αυτό καθορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους…

θα θωρακίσουμε τα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορά μας, ώστε να καταστή αδύνατη η παράνομη είσοδος οιουδήποτε στην Χώρα (ζωηρά χειροκροτήματα)…

Οι παράνομες «ελληνοποιήσεις» αλλοδαπών θα ακυρωθούν, οι δράστες θα παραπεμφθούν στην Δικαιοσύνη και οι λαθρομετανάστες θα απελαθούν (χειροκροτήματα και ζωηρές ζητωκραυγές επιδοκιμασίας)…

το Έθνος θα εγερθή και θα αγωνισθή με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις να αποκτήση ξανά το κύρος και την αξιοπρέπεια που του αρμόζει στην διεθνή κοινότητα (η ατμόσφαιρα δονείται από παρατεταμένα χειροκροτήματα και ενθουσιώδεις ζητωκραυγές)…

– Αλέξη… Αλέξη… ξύπνα… ξύπνα σου λέω…

– Τι… τι συμβαίνει… ποιος… ποιος είναι;

– Έλα βρε Αλέξη, ξύπνα επιτέλους. Τι κακό είν’ αυτό! Ξεφυσάς και μουγκρίζεις, λες και σε στραγγαλίζουν!

– Πω, πω! Τι ήταν αυτό! Χριστέ μου, Παναγία μου! (η δύναμη της συνήθειας). Τι εφιάλτης, Θε μου! Μούσκεψα στον ιδρώτα!

– Κάτσε να σου φέρω μια πετσέτα.

– Τι να την κάνω την πετσέτα! Να ρίξω λίγο νερό επάνω μου, να συνέλθω (κατευθύνεται στην τουαλέτα και επιστρέφει μετά από λίγο παίρνοντας βαθειές ανάσες).

– Μα τι έγινε; Τι είδες;

– Μην τα ρωτάς! Α, πα, πα! Ούτε στον χειρότερο εχθρό μου!

– Μα, θα μου πης επιτέλους;

– Τι να σου πω; Είναι για να λέγεται τέτοιο πράγμα;

– Τόσο άσχημο ήταν;

– Πιο άσχημο δεν γίνεται! Είδα, αν έχης το Θεό σου, πώς ήμουνα, λέει, ο… Μιχαλολιάκος κι έβγαλα λόγο σε συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής!

– Ο Χριστός και η Παναγία! (τρομερή τελικά αυτή η δύναμη της συνήθειας). Απίστευτο!

– Απίστευτο κι όμως έγινε! Ακόμα ιδρώνω! Δεν μπορώ να το χωνέψω! Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Έβγαλα ένα πάθος, έναν πηγαίο ενθουσιασμό, που δεν τον είχα ούτε τότε που ήμουνα πρόεδρος στο δεκαπενταμελές!

– Τέλος πάντων, ησύχασε τώρα. Πάει, πέρασε. Επιτέλους, ένα κακό όνειρο ήταν. Ξέχνα το. Ηρέμησε. Προσπάθησε να κοιμηθής. Είναι πέντε παρά τέταρτο και ξημερώνει μέρα με βαρύ πρόγραμμα. Υπουργικό, δείπνο με τον Ρέντζι, ξεναγήσεις, συνέντευξη τύπου… Λοιπόν, ξέρεις τι πρέπει να ‘φταιξε; Το χοιρινό με σέλινο. Έφαγες ένα σωρό, δεν τρώει έτσι ο κόσμος βραδιάτικα.

– Μόνο το χοιρινό; Τα σουτζουκάκια τι τα ‘θελες και τα ‘βγαλες κι αυτά;

– Ώρα είναι τώρα να τα ρίξης σ’ εμένα. Στο ‘χω πει τόσες φορές. Κάνε και λίγο κράτει. Τελευταία έχεις αφεθεί κι αυτό δεν είναι κακό μόνο στην υγεία σου, αλλά και στην δημόσια εικόνα σου. Οι δημοσιογράφοι κάτι τέτοιες ευκαιρίες περιμένουν για να κάνουν την τρίχα τριχιά. Έχουν στόχο και τους υπουργούς, αλλά τον πρωθυπουργό θέλουν όλοι να κατασπαράξουν.

– Άσε με, βρε γυναίκα τώρα. Βρήκες την ώρα για μουρμούρα. Εγώ ακόμα δεν έχω συνέλθει… Πάρε μου τηλέφωνο τον υπουργό προστασίας του αλήτη… Τι είπα; Του αλήτη; Α! Δεν είμαστε καλά! Πάει! Το ‘χασα! Του πολίτη ήθελα να πω. Και κείνον τον άλλον, τον πώς τον λένε. Αυτόν ντε, με τα θέματα μεταναστευτικής πολιτικής.

– Τέτοια ώρα; Μα, θα κοιμούνται οι άνθρωποι.

– Σοβαρά; Τι μας λες; Κι εγώ που είμαι κι ο πρωθυπουργός; Ποιος είμαι κι είμαι ξύπνιος; Ο ηλίθιος του χωριού; Πάρ’ τους, σε παρακαλώ. Αυτόν πρώτα. Της μεταναστευτικής πολιτικής…

(Η γυναίκα σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο και περιμένει. Μια νυσταγμένη φωνή ακούγεται στο ακουστικό της).

– Ναι; Ποιος είναι; Τι τρέχει τέτοια ώρα;

– Κύριε υπουργέ, σας δίνω τον κ. πρωθυπουργό… (δίνει το ακουστικό στον άντρα της).

– Ναι;

– Καλημέρα κ. Πρόεδρε. Είμαι στην διάθεσή σας.

– Ντύσου κι έλα στο Μαξίμου. Έχουμε πολλή δουλειά. Πνιγόμαστε.

– Συνέβη κάτι;

– Η Μέρκελ. Μας στέλνει κι άλλους. Ούτε ξέρω πόσους. Δεν τολμώ να μαντέψω.

– Κι άλλους; Μα, πού θα τους βάλουμε; Δεν χωράμε άλλους. Όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος τους στριμώξαμε! Αν τους στριμώξουμε πιο πολύ, θα ξεχυθούν να μας φάνε ζωντανούς!

– Αυτό είναι πρόβλημά σου, αγαπητέ μου. Γι’ αυτό σου δώσαμε το υπουργείο. Όχι για το ωραίο σου χαμόγελο.

– Μα φτάσαμε σχεδόν στα όριά μας.

– Α, μπράβο! Αυτό το «σχεδόν» περίμενα ν’ ακούσω. Βάλ’ τους όπου βρεις.

– Δηλαδή, κάτι πιο συγκεκριμένο;

– Α, μα εσύ θα με σκάσης πρωί – πρωί. Και στραβοκοιμήθηκα. Ξέρω ‘γω; Βάλ’ τους στην Μητρόπολη, στο Ερεχθείο, στην πλαζ της Βουλιαγμένης, στην Ακαδημία Αθηνών…

– Μα…

– Δεν έχει μα και ξεμά! Βάλ’ τους σπίτι σου!

(Σταματάει για λίγο έτοιμος να κλείση, αλλά κάτι σκέφτεται και συνεχίζει).

– Όχι, όμως, στο δικό μου!

Μόρας

(Φ. 167)

Advertisements