Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Θ΄

ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΑ  INCUNABULA

Kαταγράψαμε προσφάτως τα συνοπτικά χαρακτηριστικά μιας σπουδαιοτάτης  εργασίας με τίτλο: «Η μαζική μετανάστευση από την στέπα ήταν η πηγή για τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες στην Ευρώπη», την οποίαν εδημοσίευσαν προ έτους στο περιοδικό «Nature» της 11ης  Ιουνίου 2015, πολλοί επιφανείς επιστήμονες 25 πανεπιστημίων και ερευνητικών ινστιτούτων από ολόκληρο τον κόσμο, (μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες Ιωσήφ Λαζαρίδης – Τμήμα Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, και Χρήστος Οικονόμου – Εργαστήριον Αρχαιολογικής Ερεύνης του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης).

Οι ερευνητές καταγράφουν σαφώς  και  διαφωτιστικώς στην σύνοψή τους: «Δημιουργήσαμε μια δεξαμενή γενετικών δεδομένων ανθρωπείου γενώματος- από 69 Ευρωπαίους που έζησαν 8.000-3.000 χρόνια πριν από σήμερα, με τον εμπλουτισμό των «βιβλιοθηκών» αρχαίου DNA και στόχο εξετάσεως περίπου 400.000 πολυμορφισμούς (μεταλλάξεις). Καταδείξαμε ότι προ 8.000-5.000 ετών οι πληθυσμοί της Δυτικής Ευρώπης και της Άπω Ανατολικής Ευρώπης ηκολούθησαν αντίρροπες τροχιές. Κατά την έναρξη της νεολιθικής περιόδου στην Ευρώπη (πριν 8.000-7.000 χρόνια), στενώς συγγενείς ομάδες αγροτών οι οποίοι διέφεραν από τους αυτόχθονες θηρευτές-τροφοσυλλέκτες ενεφανίσθησαν στην Γερμανία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία, ενώ η Ρωσία εκατοικείτο από έναν διακριτό πληθυσμό θηρευτών-τροφοσυλλεκτών, ο οποίος είχε μείζονα – υψηλή συγγένεια με έναν σιβηριανό (σκελετό) 24.000 ετών. Προ  6.000-5.000 ετών, οι αγρότες μεγάλου μέρους της Ευρώπης κατήγοντο από τροφοσυλλέκτες – θηρευτές κατά πολύ περισσότερον των προκατόχων τους, αλλά και στην Ρωσία εκείνων των χρόνων, οι κτηνοτρόφοι Γιαμνάγια της στέπας, κατήγοντο όχι μόνον από τους προαναφερθέντες θηρευτές της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και από ένα πληθυσμό μεσανατολικής  καταγωγής. Η Δυτική και η Ανατολική Ευρώπη ήρθαν σε επαφή πριν από 4.500 χρόνια, καθ’ όσον στους κατοίκους της Γερμανίας, του “Πολιτισμού των Σχοινοειδών Προϊόντων” της Υστέρας Νεολιθικής Εποχής, ανιχνεύθηκε κατά 75% καταγωγή από τους Γιαμνάγια, η οποία τεκμαίρει μια μαζική μετανάστευση προς την “καρδία” (“καρδιογαία”) της Ευρώπης, από την ανατολική περιφέρειά της. Αυτή η καταγωγή από την στέπα ενεφανίσθη αταλάντευτη σε όλα τα γενετικά δείγματα Κεντροευρωπαίων οι οποίοι  έζησαν έως προ 3.000 ετών, είναι δε πανταχού παρούσα στους σημερινούς Ευρωπαίους. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την εκ της στέπας προέλευση τουλάχιστον μέρους των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών».

Τα πορίσματα της προαναφερομένης ερεύνης αποτελούν μιαν έμμεση επιβεβαίωση της Ινδο-Ευρωπαϊκής εισβολής της Ευρώπης στην Εποχή του Χαλκού  ή τουλάχιστον παρέχουν ισχυρές κατευθυντήριες ενδείξεις για την περαιτέρω εξέταση του «Ινδοευρωπαϊκού Ζητήματος»: Τα σχετικώς ασήμαντα από ποσοτικής πλευράς δεδομένα, προερχόμενα από μια δράκα αρχαίων δειγμάτων DNA, μας προσέφεραν  την ευκαιρία να παρατηρήσουμε ότι οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι είχαν στο γενετικό τους υλικό  ως πρόσμιξη μία γενετική συνιστώσα εκ της Δυτικής Ασίας (με κορύφωση στις περιοχές του «Καυκάσου» και της «Γεδρωσίας»), την οποίαν συνιστώσα δεν διέθεταν οι προ 5.000 ετών αρχαίοι Ευρωπαίοι. Αυτή η διαπίστωση  υποδεικνύει ότι οι μεταναστεύσεις των Ινδοευρωπαίων κατά την Εποχή του Χαλκού διέσπειραν αυτήν την γενετική συνιστώσα.

[Επισημαίνεται ότι «Γεδρωσία» είναι το εξελληνισμένο όνομα της περιοχής που σήμερα αντιστοιχεί στην περιοχή του Βαλουχιστάν. Η περιοχή που ονομάζεται Γεδρωσία στα βιβλία που αφορούν στον Μέγα Αλέξανδρο και στους διαδόχους του, εκτίνεται από τον Ινδό ποταμό, μέχρι το νοτιότερο άκρο των Στενών του Ορμούζ. Ευρίσκεται ακριβώς νοτιότερον από τις ιρανικές αρχαίες χώρες / περιοχές της Βακτρίας, Αραχωσίας, και της Δραγγιανής, στα ανατολικά των Περσίας και της περσικής σατραπείας της Καρμανίας, ενώ είναι προς τα δυτικά του Ινδού ποταμού, ο οποίος και αποτελούσε το φυσικό σύνορο της περιοχής με την τη Δυτική Ινδία. Είναι πιθανόν το όνομα Γεδρωσία να είναι η ελληνική μορφή του σανσκριτικού ονόματος «Gandharasya» (που σημαίνει «ο ανήκων στην Γανδάρα»), όνομα που πιθανόν εχρησιμοποίουν οι κάτοικοι της Γανδάρας ως αυτοπροσδιορισμό, όταν περιέγραφαν την χώρα τους στους Έλληνες].

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο συστατικό παρόν στη σύγχρονη Ευρώπη, εκείνο εκ της  Δυτικής Ασίας το οποίο είναι εμφανώς απόν σε όλα τα μέχρι στιγμής αρχαία δείγματα. Αυτό το συστατικό φθάνει στην υψηλοτέρα του εμφάνιση στα υψίπεδα της Δυτικής Ασίας, από την Ανατολία και τον Καύκασο σε όλη την διαδρομή προς την ινδική υποήπειρο. Παρ’ όλα αυτά, ένα μέρος της κληρονομίας από τους πρώτους ομιλητές της Ινδο-Ευρωπαϊκής φαίνεται να επιμένει έως και  σήμερα στα γονιδιώματα των … γλωσσικών τους απογόνων, εκτιμάται δε ότι όταν εξετάσουμε γενετικό υλικό από οψιμότερα άτομα (μετά από 5 – 4.000 ετών π. Χ.) θα ανακαλύψουμε επιτέλους το δυτικό ασιατικό τμήμα που ελλείπει από το Ευρωπαϊκό ψηφιδωτό. Μάλιστα η εκτίμηση  αυτή φαίνεται ότι τώρα επιβεβαιώνεται :  Αυτός ο γενετικός σταθερότυπος παρατηρείται επίσης στην ανάλυση προσμίξεων, πράγμα που σημαίνει ότι οι Γιαμνάγια έχουν καταγωγή από πληθυσμούς οι οποίοι  σχετίζονται με τον Καύκασο και την Νότιο Ασία, με γενετικά στοιχεία  που είναι σε μεγάλο βαθμό απόντα  στους  αγρότες της Πρώιμης ή Μέσης Νεολιθικής, αλλά υπάρχει σε όλα τα άτομα  της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής ή της Εποχής του Χαλκού. Αυτή η καταγωγή εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κεντρική Ευρώπη, με τον «Πολιτισμό των Σχοινοειδών Προϊόντων» περίπου το 2.500 π. Χ.

Η απαρτίωση του ιστορικού γενετικού ψηφιδωτού κατέστη ολίγον δυσχερής  με τους «Αρχαίους Βορείους Ευρασιανούς», οι οποίοι επροτάθησαν προσφάτως ως ο «τρίτος προγονικός πληθυσμός» για τους Ευρωπαίους : Εφαίνετο ότι ήσαν ένα τρίτο στοιχείο, που εξηπλώθη  στην ήπειρό μας μετά το 5000 π. Χ. , αλλά με πολύ διαφορετικό γεωγραφικό δρόμο από εκείνον της  συνιστώσης των «Δυτικών Ασιατών». Όμως αυτά τα αποτελέσματα ημπορούν λογικότατα και αδιαμφισβήτητα να εξηγηθούν εφόσον καταστεί αντιληπτό ότι το «νέο» γενετικό υλικό που έφθασε στην Γερμανία ήταν ένα σύνθετο σύμπλοκο από δύο στοιχεία: «Ανατολικοί Κυνηγοί – Τροφοσυλλέκτες» και ένας πληθυσμός με καταγωγή  εκ της Εγγύς Ανατολής. Δηλαδή ένα γενετικό υλικό  διαφορετικό από εκείνο που εισήχθη με τους «Πρωίμους Γεωργούς» οι  οποίοι μετέφεραν την γεωργία – αγροκαλλιέργεια στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Έτσι, φαίνεται εν τέλει ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση και τόσον οι «Ανατολικοί Κυνηγοί – Τροφοσυλλέκτες» (που σχετίζονται με τους «Αρχαίους Βορείους Ευρασιανούς») και ένας άλλος πληθυσμός με καταγωγή εκ της Εγγύς Ανατολής (δηλαδή οι «Δυτικοί Ασιάτες») έφθασαν στην ήπειρό μας μετά το 5000 π.Χ.

Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτή η ερμηνεία υπήρξε σαφέστατα  δεδηλωμένη από τον μεγάλο Αμερικανό φιλέλληνα ανθρωπολόγο Charles Carleton Coon από  το 1939 (στο αξεπέραστο και μνημειώδες έργο του «Races of Europe»). Τότε ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρασίας ήταν ένας αρχαιολογικός / ανθρωπολογικός «τυφλός και νεκρός» χώρος, μια «άγνωρη γη» (terra incognita), ενώ δεν υπήρχε η ραδιοχρονολόγηση, δεν υπήρχε … αντιληπτό το DNA και βεβαίως η ανάλυσή του, δεν υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ούτε καν μια σοβαρή «πολυμεταβλητή» στατιστική ανάλυση. Και όμως βλέπουμε, ότι στην έρευνά του για τις προϊστορικές ευρωπαϊκές φυλετικές μετακινήσεις δηλώνει ότι: «… οι “Δουνάβιοι” αγροκαλλιεργητές της Πρωίμου Νεολιθικής μετέφεραν μιαν οικονομία παραγωγής τροφίμων στην Κεντρική Ευρώπη από την Ανατολή. Μετεκινήθησαν στο νέο ευρωπαϊκό τους περιβάλλον εγκαθιστώντες έναν φυσικό ανθρωπολογικό  τύπο, που αργότερον αντικατεστάθη στην αρχική τους κοιτίδα. Αρκετούς αιώνες αργότερον, οι άνθρωποι του Σχοινοειδούς Πολιτισμού (Corded Ware), με τον ίδιο τρόπο, ήλθαν από την νότιο Ρωσία, αλλά τους πρωτευρίσκουμε  αναμεμειγμένους με άλλους λαούς και οι πολιτισμικοί παράγοντες τους οποίους θεωρούμε ως σαφώς και διακριτώς “Σχοινοειδείς” περιλαμβάνονται σε έναν ευρύτερο πολιτιστικό εξοπλισμό. […]καθώς, επίσης, με βάση τα φυσικά στοιχεία είναι πιθανόν ότι οι “Σχοινοειδείς” άνθρωποι ήλθαν από έναν τόπο κάπου βορείως ή ανατολικώς της Μαύρης Θαλάσσης. Τα κρανία της κυρίως Νεολιθικής από την νότιο Ρωσία, που έχουμε μόλις μελετήσει, περιλαμβάνουν έναν τέτοιον τύπο, ο οποίος καταφαίνεται επίσης σαφώς και εν μέσω των συλλογών του Σέργκι από τα Κουργκάν (τύμβους). Μέχρις ότου παρασχεθεί καλύτερο τεκμήριο από αλλού, έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε την νότιο Ρωσία ως  τον πιθανότερο σταθμό από τον οποίο οι “Σχοινοειδείς” άνθρωποι μετεκινήθησαν προς Δυσμάς».

Η  εξαιρετική θεωρητική σύλληψη της διανοίας του πολυμαθεστάτου αειμνήστου Αμερικανού επιστήμονος, επιβεβαιώθηκε  σαφώς 76 έτη αργότερον, με τα αποτελέσματα της προαναφερθείσης εξαιρετικής παλαιογενετικής ερεύνης. Αυτά υποστηρίζουν προδήλως μιαν ευρωπαϊκή προϊστορία σχηματοποιηθείσα κυρίως από δύο μείζονες πληθυσμιακές μετακινήσεις : πρώτον  από την άφιξη των πρωίμων γεωργών κατά την διάρκεια της Πρωίμου Νεολιθικής από την Εγγύς Ανατολή και δεύτερον από την άφιξη των  ποιμένων Γιαμνάγια  από την στέπα, κατά την Ύστερο Νεολιθική.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 167)

Advertisements