gs.jpg

«Ο Γιάννης Σχοινάς με την ευγένεια, την υπομονή και τις βαθιές του γνώσεις είναι πνευματικός πατέρας», είχα πει σε μια συζήτηση-συνέντευξη με τον φίλο Λευτέρη Πανούση πριν ένα χρόνο και κάτι. Και είναι. Από τους λίγους ανθρώπους που η προσωπικότητά τους με επηρέασε στα χρόνια των νεανικών ιδεολογικών αναζητήσεων, κι αργότερα, στην χάραξη μιας ρεαλιστικής πολιτικής αντιλήψεως. Ανθρωπος και εθνικιστής «παλαιάς κοπής», με «πάτημα» ιδεολογικό και πολιτικό, και σταθερότητα, χωρίς φιοριτούρες και παληκαρισμούς, παληκάρι αληθινό, διέσχισε την ζωή ως τέλος, αληθινός στην ψυχή του.

Αγαπητέ μου Γιάννη, πετάς λεύτερος, ευχαριστημένος, όπως μου έλεγες, που είδες τον αγώνα «των παλιών», να λαμπαδιάζει μέσα από τους αγώνες της Χρυσής Αυγής, εκεί όπου μεγάλος καθώς ήσουν εντάχθηκες με όλη σου την δύναμη, μικρότερος όλων, μαζί με το γέννημά σου.

Ας είμαστε ευτυχείς όσοι σε γνωρίσαμε, κι εσύ να χαίρεσαι και να στέργεις τους αγώνες μας.

Η συναγωνίστριά σου

 

Το καλοκαίρι του 2015 ζήτησα από τον Γιάννη Σχοινά να γράψει ένα κείμενο για την ΕΜΠΡΟΣ, έχοντας υπ’ όψιν τις αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά γνωρίζοντας και τις ακατάβλητες ψυχικές και πνευματικές του δυνάμεις.

Μου το έστειλε στις 9-7-2015.

Απ’ το 2010 ήμουν της απόψεως να δηλώσουμε χρεωκοπία. Δυστυχώς φώναζα σε ώτα μη ακουόντων. Ερχομαι στο σήμερα: Ζούμε σε ένα κράτος, το οποίο είναι ανίκανο να υπηρετήση το Έθνος των Ελλήνων. Αντιθέτως οι πολιτικές του ηγεσίες κάνουν ό,τι μπορούν για να το βλάψουν.

Δεν θα περιγράψω με δικά μου λόγια την τωρινή κατάσταση του Ελληνικού Έθνους. Θα παραθέσω, όμως, τα αποσπάσματα δύο διαννοουμένων διεθνούς κύρους:

  1. «ΝΑ ΛΥΠΑΣΘΕ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Φίλοι μου και συνοδοιπόροι μου…

να λυπάσθε το έθνος που φορά ένα ρούχο, που δεν το έχει υφάνει,

που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει

και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του.

Να λυπάσθε το έθνος, που ονομάζει τον βίαιο άνθρωπο ήρωα

και βλέπει τον λαμπροφορεμένο κατακτητή γενναιόδωρο.

Να λυπάσθε το έθνος που δεν υψώνει την φωνή του

παρά μόνο σαν βρίσκεται σε κηδεία,

δεν περηφανεύεται παρά μονάχα σαν βρίσκεται μέσα στ’αρχαία μνημεία του

και δεν ξεσηκώνεται παρά μονάχα,

όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.

Να λυπάσθε το έθνος, που ο κυβερνήτης του είναι αλεπού,

ο φιλόσοφός του ταχυδακτυλουργός,

και η τέχνη, τέχνη μπαλώματος και μιμικής.

Να λυπάσθε το έθνος που υποδέχεται τον καινούργιο του κυβερνήτη με σαλπίσματα

και τον αποχαιρετά με γιουχαΐσματα,

για να καλωσορίσει κάποιον άλλο με σαλπίσματα.

Να λυπάσθε το έθνος, που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια

και που οι δυνατοί του άνδρες είναι ακόμα στην κούνια»…

Το ποίημα αυτό εγράφη από τον γνωστό Λιβανέζο ποιητή Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931) και υπάρχει στο έργο του «Ο κήπος του Προφήτη» (μετάφραση Ευαγγέλου Γράψα, εκδ. Μπουκουμάνη, 1974, σελ. 138).

  1. «Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του. Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του. Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία … Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν. Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».

Μίλαν Κούντερα (Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης).

Εμείς, όμως, ως Ελληνες εθνικιστές, ας ανατρέξουμε στις δικές μας πηγές, στα δικά μας ευαγγέλια και ας ενστερνισθούμε τα σοφώτατα λόγια του διαχρονικού Ίωνος Δραγούμη, από το βιβλίο «Ο  ελληνισμός μου και οι Ελληνες»:

«Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώση το έθνος του. Ο καθένας γεννήθηκε σωτήρας του έθνους του, λίγοι όμως ξέρουν πως γεννήθηκαν τέτοιοι, δηλαδή πως αυτοί θα το σώσουν, αν θέλουν. Πρέπει να φαντάζωμαι πως από μένα μόνον εξαρτάται η σωτηρία του έθνους, και, αν δεν ήμουν εγώ δε θα ήταν κανένας άλλος που να το σώση — ή να μην κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι και να φαντάζωμαι μόνον πως εγώ έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας».

και ας αρχίσουμε να προγραμματιζόμαστε, αν θέλουμε ν’ αφήσουμε κάποια σχετική παρακαταθήκη στους «δυνατούς του άνδρες, που είναι ακόμα στην κούνια».

Γένοιτο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΧΟΙΝΑΣ

 

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΧΟΙΝΑΣ γεννήθηκε το 1951 στα Φίχτια Αργολίδος πλησίον των Μυκηνών. Περάτωσε την Εγκύκλιο και Μέση εκπαίδευση στον Ασπρόπυργο και σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών, από όπου δεν πήρε το πτυχίο του, διωχθείς για την εθνικιστική του ιδεολογία, από το καθεστώς της μεταπολιτεύσεως του 1974.

Αγωνίστηκε επί 45 έτη στις τάξεις του εθνικιστικού κινήματος. Στην 21η Απριλίου μέχρι το 1973. Στην 4η Αυγούστου μέχρι το 1975. Στο Κίνημα, στην ΕΝΕΠ και στο ΕΝΕΚ ως μέλος της ηγεσίας τους. Υπήρξε εκδότης των εθνικιστικών εντύπων «Νέα Θέσις», «Συναγερμός», «Ελληνισμός» και «Μαχόμενος Ελληνισμός». Διευθυντής και ιδιοκτήτης του εθνικιστικού εκδοτικού οίκου «Νέα Θέσις», δέχθηκε συνολικώς 23 εμπρηστικές και δυναμικές επιθέσεις από τους «γνωστούς αγνώστους».

Οργάνωσε δύο συνέδρια στο Άργος με την ιδιότητα του προέδρου της Επιτροπής Αναδείξεως Αρχαιοτήτων με θέματα «Άργος και Ηρακλής» (2012) και «Άργος και Μέγας Αλέξανδρος» (2013).

Από τις αρχές του 2012 υποστήριζε ανοικτά το εθνικιστικό κίνημα του «Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή» και ήταν υποψήφιος στον συνδυασμό του Ηλία Κασιδιάρη για την Αθήνα.

(Φ. 169)

 

 

Advertisements