Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Κ΄

ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΑ  INCUNABULA

Ηπερίοδος μεταξύ της 4ης  και  της 3ης  χιλιετίας π. Χ. υπήρξε εποχή τεραστίων κατακλυσμικών συμβάντων και σπουδαίων πολιτιστικών εξελίξεων στην περιοχή του Καυκάσου. Οι πολιτιστικές εξελίξεις αυτές επηρεάστηκαν από ποικίλες πληθυσμιακές αλλαγές επισυμβάσες εντός των γεωγραφικών της ορίων, καθώς και εξαιτίας αλληλεπιδράσεων της περιοχής με τον εκτός αυτής λοιπό κόσμο.

Η πλέον σημαντική επήρρεια της συγκεκριμένης περιόδου υπήρξε η εμφάνιση ενός μεγάλου αριθμού λαών με μεσοποταμιακή πολιτιστική ταυτότητα, οι οποίοι συνεισέφεραν κατά πολύ στην επιτάχυνση των ρυθμών της πολιτιστικής εξελίξεως του Καυκάσου, προσδίδοντες μάλιστα «εκρηκτικό» χαρακτήρα σε αυτή την ανάπτυξη.

Κατά την διάρκεια της εν λόγω περιόδου ο Νότιος Καύκασος εβίωσε δύο ισχυρά κύματα μεσοανατολικής επεκτάσεως: το πρώτο, κατά την περίοδο της οψίμου νεολιθικής φάσεως του πολιτισμού Σιόνι (νυν ανατολική Γεωργία) στην 4η -5η  χιλιετία π. Χ. και το δεύτερο κατά την περίοδο του πολιτισμού Τσόπι στην όψιμο νεολιθική – χαλκολιθική περίοδο, κατά το τέλος της 5ης  και το πρώτο ήμισυ της 4ης  χιλιετίας π. Χ., η οποία και είναι γνωστή ως η περίοδος επεκτάσεως της Ουρούκ. Εκ των υστέρων, κατά το 2ο  ήμισυ της 4ης  και καθ’ όλην την 3η  χιλιετία π. Χ., κατά την διάρκεια της πρωίμου περιόδου του χαλκού ο πολιτισμός Κύρου – Αράξη του Καυκάσου διεδόθη στο μεγαλύτερο μέρος του Καυκάσου, στην ανατολική Ανατολία, καθώς και εντός των βορείων τμημάτων του Ιράν και της Μέσης Ανατολής, αλλά επίσης και στην Ευρώπη.

Υπό αυτήν την έννοια τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στον νότιο και νοτιοανατολικό Καύκασο προσδίδουν μιαν ολοσχερώς άλλη σημασία στις επιστημονικές έρευνες του αρχαίου παρελθόντος του Καυκάσου. Τα ευρήματα αυτά κατέστησαν σαφές ότι η εισροή αυτών των λαών στον Καύκασο δεν ήταν ένα εφάπαξ συμβάν, αλλά συνέχισε επί μια σημαντικώς μακρά περίοδο. Με την συνεκτίμηση της τοπογραφίας των ομοχρόνων αρχαιολογικών ευρημάτων στην Μεσοποταμία καθίσταται σαφές ότι, μεγάλες μάζες μεταναστών εποίκων από εκείνη την περιοχή μετεκινήθησαν πράγματι κατευθείαν προς την Υπερκαυκασία ώστε να φθάσουν ταχύτερον στον πρόσφορο προορισμό τους. Στην πραγματικότητα εγκατεστάθησαν σε κάθε ευπρόσιτο περιοχή του Καυκάσου, όπου ήταν δυνατό να διατηρήσουν ένα τρόπο ζωής οικείο προς αυτούς. στα βουνά και στις πεδιάδες.

Είναι εμφανές ότι από την περίοδο εκείνη και ένθεν δύο πολιτισμοί του Καυκάσου, που ευρίσκοντο σε διαφορετικά στάδια εξελίξεως, ημπόρεσαν να συνυπάρξουν ειρηνικώς επί τη βάσει της αμοιβαίας συμμετοχής στις μεταλλουργικές κατασκευές. Αυτός ήταν ο τύπος της «κοινής συμμετοχικής οικονομίας» ο οποίος προσέδωσε ικανή ώση στην ταχεία ανάπτυξη του εντοπίου πολιτισμού. Απεικονίζεται καλώς στα μεταλλουργικά παράγωγα του πολιτισμού Κύρου – Αράξη τα οποία είναι κατά πολύ περισσότερον εξελιγμένα εν συγκρίσει με εκείνα του προ-αινεολιθικού πολιτισμού.

Στην παρούσα φάση η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί δραστικώς. Έχει αποδειχθεί βάσει μίας ολοκλήρου σειράς αναλύσεων ραδιενεργού άνθρακος ότι οι ταφικοί τύμβοι του αρχαίου πολιτισμού των λακκοειδών τάφων αφορούν σε μία σημαντικώς υστεροτέρα περίοδο εν συγκρίσει προς τις τοποθεσίες του πολιτισμού Μάϊκοπ. Αυτό το δεδομένο επέτρεψε πλέον στους ερευνητές να υποθέσουν ελλόγως ότι, η παράδοση δομήσεως αυτού του τύπου ταφικών τύμβων προέκυψε ακριβώς στον πολιτισμό του Μάϊκοπ. Οι συσχετίσεις αυτού με την Εγγύς Ανατολή και την Μεσοποταμία υποσημαίνουν τις πρωιμότερες καταβολές του.

Στην ίδια περίοδο, ένα ολόκληρο φάσμα χρονολογικών δεδομένων τα οποία απέρρευσαν από την ανάλυση ραδιενεργού άνθρακος μας προσέφερε αδιαμφισβήτητα τεκμήρια ότι οι οικισμοί και οι ταφικοί τύμβοι του Νοτίου Καυκάσου που περιέχουν τεχνουργήματα της Ουρούκ συνυπήρχαν με εκείνους του πολιτισμού Μάϊκοπ, άρα ο αρχαίος πολιτισμός των λακκοειδών τάφων και οι ταφικοί τύμβοι του ανήκουν σε μιαν οψιμοτέρα περίοδο. Ένεκα τούτου, σήμερα ημπορούμε να αποδώσουμε την εμφάνιση του συγκεκριμένου είδους ταφικών τύμβων στον πολιτισμό του Μάϊκοπ και των παρομοίων ταυτοχρόνων τοποθεσιών στον Νότιο Καύκασο, στην επιρροή των πολιτισμών των προερχομένων από την ζώνη της στέπας. Επιπλέον, επισημαίνεται πως δεν υφίσταντο απαγορευτικές συνθήκες οι οποίες θα ημπορούσαν να αποτρέψουν την ανάδυση αυτού του τύπου ταφικών τύμβων στον ίδιο τον Καύκασο.

Το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα ημπορεί επίσης πολύ εύκολα να συσχετιστεί με τους ανθρώπους της προαναφερθείσης επεκτάσεως της Ουρούκ και την παρουσία των λεπτοκαμωμένων σκελετικώς Μεσογειακών τύπων, αλλά και των ισχυρών Πρωτο-Ευρωπαιοειδών Γιαμνάγια.

Ο πληθυσμός των Γιαμνάγια ανήκει στην λευκή ευρωπαϊκή φυλή («Ευρωπίδες»). Ήσαν πολύ υψηλοί για τους συγχρόνους τους (μέσος όρος 175,5 εκατοστά), δολιχοκέφαλοι, σχετικά ευρυπρόσωποι με ορθοκεφαλία. Μεταξύ τους ωστόσον, αναγνωρίζονται και πλέον ρωμαλέα στοιχεία με υψηλότερα και ευρύτερα πρόσωπα, δηλωτικά του Πρωτο-Ευρωπαιοειδούς τύπου καθώς επίσης και πλέον λεπτόκορμα άτομα, με υψηλά και λεπτά πρόσωπα (υψικεφαλία και λεπτοπροσωπία), πιθανότατα αντανακλώντα τις επαφές με τον ανατολικό Μεσογειακό τύπο. Είναι τώρα σαφές ότι ο συνεκτικός αρμός, ο οποίος δεν επέτρεψε στους δυτικούς Ευρασιανούς πληθυσμούς να μετατραπούν, να «διολισθήσουν» γενετικώς κατά πολύ, υπήρξαν οι μεταναστεύσεις από την Εγγύς Ανατολή.

Οι μετανάστες της στέπας ανεμείχθησαν πιθανότατα με τους Ανατολικούς Ευρωπαίους Γεωργούς. Συνεπεία τούτου δεν ημπορούμε να αποκλείσουμε ένα ενδεχόμενο σενάριο κατά το οποίον ο «Πολιτισμός των σχοινιοειδών εγχαράκτων» που έφθασε στην σημερινή Γερμανία δεν είχε καθόλου προέλευση σχετική με τους εκεί εντοπίους πληθυσμούς.

Σε ό,τι αφορά στα επιμέρους γενετικά τους συστατικά οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι εμφανίζουν ένα «δυτικό – ασιατικό» συστατικό στοιχείο, το οποίον κορυφούται στον Καύκασο και στην Γεδρωσία και το οποίον εστερούντο οι Ευρωπαίοι πριν από 5 χιλιετηρίδες. Αυτό ακριβώς το διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό υποστηρίζει σαφώς ότι, η ινδοευρωπαϊκή μετανάστευση εξελίχθηκε από την έναρξη της εποχής του χαλκού και πως ακριβώς αυτή η μετανάστευση διέσπειρε το εν λόγω χαρακτηριστικό γενετικό συστατικό.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 169)

Advertisements