Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Θ΄

ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΑ  INCUNABULA

Σε προγενεστέρα μας δημοσίευση έχουμε αναφερθεί στο εξαιρετικό γεγονός της μεγαλοφυούς συλλήψεως  του δρωμένου των πρωίμων πληθυσμιακών μεταναστεύσεων, οι οποίες διεμόρφωσαν την ανθρωπολογική φυσιογνωμία των Ευρωπαίων, εκ μέρους  του κορυφαίου φιλέλληνος Αμερικανού ανθρωπολόγου Charles Carleton Coon (1904–1981) ήδη από  το 1939 [(στο αξεπέραστο και μνημειώδες έργο του «Φυλές της Ευρώπης – Η Λευκή Φυλή και Ο Νέος Κόσμος» («Races of Europe – The White Race and the New World»), Νέα Υόρκη, The MacMillan Company]. Κατά την περίοδο εκείνη ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρασίας ήταν ανθρωπολογικώς και αρχαιολογικώς  εν πολλοίς άγνωστο, ένα «ομιχλώδες και σκοτεινό πεδίο» («campus nebulosus et tenebrosus»): Δεν υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, δεν υφίστατο ραδιοχρονολόγηση, δεν ήτο καν … αντιληπτό το DNA και προφανώς η ανάλυσή του, ούτε εχρησιμοποιείτο μια παγιωθείσα και δοκιμασμένη «πολυμεταβλητή» στατιστική ανάλυση». Όμως  η εξαιρετική θεωρητική σύλληψη του πολυμαθεστάτου αειμνήστου Αμερικανού επιστήμονος, επιβεβαιώθηκε  σαφώς 76 έτη αργότερον, με τα αποτελέσματα της παλαιογενετικής ερεύνης.

Ο σπουδαίος επιστήμων στην έρευνά του για τις προϊστορικές ευρωπαϊκές φυλετικές μετακινήσεις είχε δηλώσει  ότι : «… οι “Δουνάβιοι” αγροκαλλιεργητές της Πρωίμου Νεολιθικής μετέφεραν μιαν οικονομία παραγωγής τροφίμων στην Κεντρική Ευρώπη από την Ανατολή. Μετεκινήθησαν στο νέο ευρωπαϊκό τους περιβάλλον εγκαθιστώντες έναν φυσικό ανθρωπολογικό  τύπο, που αργότερον αντεκατεστάθη στην αρχική τους κοιτίδα. Αρκετούς αιώνες αργότερον, οι άνθρωποι του Σχοινοειδούς Πολιτισμού (“Corded Ware”), με τον ίδιο τρόπο, ήλθαν από την νότιο Ρωσία, αλλά τους πρωτευρίσκουμε  αναμεμειγμένους με άλλους λαούς και οι πολιτισμικοί παράγοντες τους οποίους θεωρούμε ως σαφώς και διακριτώς “Σχοινοειδείς” περιλαμβάνονται σε έναν ευρύτερο πολιτιστικό εξοπλισμό. […]καθώς, επίσης, με βάση τα φυσικά στοιχεία είναι πιθανόν ότι οι “Σχοινοειδείς” άνθρωποι ήλθαν από έναν τόπο βορείως ή ανατολικώς της Μαύρης Θαλάσσης. Τα κρανία της Κυρίως Νεολιθικής από την νότιο Ρωσία, περιλαμβάνουν έναν τέτοιον τύπο, ο οποίος καταφαίνεται επίσης σαφώς και εν μέσω των συλλογών του Σέργκι από τα Κουργκάν (τύμβους). Μέχρις ότου μας παρασχεθεί από αλλού καλύτερο τεκμήριο, έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε την νότιο Ρωσία ως  τον πιθανότερο σταθμό από τον οποίο οι “Σχοινοειδείς” άνθρωποι μετεκινήθησαν προς Δυσμάς».

Το 1939, ο Coon έγραφε στο 1ο εδάφιο του 6ου κεφαλαίου («Φυλή, Γλώσσα και Ευρωπαϊκοί Λαοί»)  του βιβλίου του: «Γλωσσικώς, η ινδοευρωπαϊκή είναι πιθανώς ένα σχετικώς πρόσφατο φαινόμενο, το οποίον προέκυψε αφότου είχαν εξημερωθεί ζώα και είχαν καλλιεργηθεί φυτά. Οι τελευταίες έρευνες ευρίσκουν ότι (η ινδοευρωπαϊκή) είναι ένα παράγωγο μιας αρχικώς μεικτής γλώσσης, της οποίας βασικά στοιχεία ήσαν το Ουραλικό στοιχείο, καλούμενο  στοιχείο Α, καθώς και κάποιο απροσδιόριστο στοιχείο Β, το οποίον πιθανώς ήταν μία εκ των ανατολικών Μεσογειακών ή Καυκασίων γλωσσών.  [Ο Christianus Cornelis Uhlenbeck («The Indogermanic Mother Language and Mother Tribes Complex» στο  «American Anthropologist», τόμος 39, 1937, σελίδες 385-393), αρνείται να αναγνωρίσει το στοιχείο Β ή να το αποκαλέσει ειδικώς Καυκάσιο. Ωστόσον ο Alfons Nehring  (στο «Wiener Beitrage zur Kulturgeschichte und Linguistik – Verφffentlichungen des Instituts fur Volkerkunde der Universitat Wien», τόμος 4 : «Die Indogermanen – und Germanenfrage. Neue Wege zu ihrer Losung». – Beitragen von A. Nehring, W. Brandenstein, W. Koppers, R. Bleichsteiner, W. Amschler, V. G. Childe, R. Pittioni, A. Cloί, A. Slawik, 1936, σελίδες 7-229), είναι βέβαιος ότι το στοιχείο Β είναι από την ομάδα της οποίας η Καυκασική ημπορεί να αποτελεί μέρος]. Τα φυτά και τα ζώα  επί των οποίων εβασίσθη η οικονομία των πρωίμων ομιλητών της Ινδοευρωπαϊκής ανεφέροντο σε  λέξεις προερχόμενες κυρίως  από το στοιχείον Β. Ο χαλκός και ο χρυσός ήσαν γνωστοί  και οι λέξεις για τα προϊόντα αυτά προέρχονται από την Μεσοποταμία. Κάπου στις πεδιάδες της νοτίου Ρωσίας ή της Κεντρικής Ασίας, επραγματοποιήθη η ανάμειξη των γλωσσών η οποία οδήγησε στην ινδοευρωπαϊκή ομιλία. Το προϊόν αυτό εξηπλώθη με την σειρά του,  διεχωρίσθη  και διεφοροποιήθη περαιτέρω με την ανάμειξή του με τις γλώσσες των λαών επί των οποίων επεβλήθη -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο-. Μερικές από τις παρούσες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, εκτός των κατοπινών επί πλέον προσθηκών από μη-ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, περιέχουν περισσότερα μέρη του στοιχείου Α εν σχέσει με άλλες, οι οποίες περιέχουν περισσότερα μέρη του στοιχείου Β. Η ενότης των αρχεγόνων “Ινδο- Ευρωπαίων”, εάν  ποτέ ήταν πλήρης, δεν θα ημπορούσε να είναι μακράς διαρκείας».

Μετά  το 2015 τα αποτελέσματα της παλαιογενετικής ερεύνης  υποστηρίζουν μια σαφώς διακριτή άποψη της ευρωπαϊκής προϊστορίας η οποία εσφραγίσθη από δύο μεγάλες μεταναστεύσεις : Πρώτον, από την  άφιξη των πρώτων αγροτών – γεωκαλλιεργητών από την Εγγύς Ανατολή κατά την διάρκεια της Πρωίμου  Νεολιθικής και δεύτερον των κτηνοτρόφων Γιαμνάγια από την στέπα κατά την διάρκεια της Οψίμου Νεολιθικής. Τα ερευνητικά αυτά αποτελέσματα δύνανται να εξηγηθούν λογικώς, εφόσον το νέο γενετικό υλικό που έφθασε  στον χώρο της κατοπινής  Γερμανίας ήταν σύνθετο, συνιστάμενο από δύο στοιχεία : Από τους Ευρασιανούς Κυνηγούς – Τροφοσυλλέκτες και από έναν άλλον τύπο ανθρώπων, προερχομένων μεν εκ της Εγγύς Ανατολής, όμως διαφορετικής γενετικής προελέυσεως από τους πρωίμους αγρότες. Εκτιμάται ότι τα δύο αυτά στοιχεία συνεισέφεραν αμφότερα στην καταγωγή των Γιαμνάγια εξ ημισείας, πράγμα που εξηγεί γιατί η πληθυσμιακή μεταστροφή του πληθυσμού που επήλθε με πηγή τους Γιαμνάγια, εμφανίζεται  διπλασία σε σύγκριση με των  «καθαρών» καθαυτούς,  Ευρασιανών Κυνηγών – Τροφοσυλλεκτών.

Επισημαίνεται ότι οι συντάκτες της παλαιογενετικής ερεύνης αγνοούν τα δεδομένα και τις θεωρίες σχετικώς με την πατρίδα των Πρωτο – Ινδοευρωπαίων, την περιβόητη «Πρωτοπατρίδα» (Urheimat). Επίσης τονίζεται εμφατικώς ότι,  η θέση της Πρωτοπατρίδος (στην οποίαν εγεννήθησαν οι αρχικές καταβολές των  ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, όχι μόνον της  Ευρώπης αλλά επίσης και των  ινδοευρωπαϊκών γλωσσών της Ασίας),  δεν ημπορεί να προσδιοριστεί μόνον από τα προαναφερόμενα γενετικά δεδομένα. Με την συστηματική λεπτομερή μελέτη του γενετικού κράματος  στους Γιαμνάγια, και με την κατανόηση των γενετικών σχέσεων μεταξύ ενός λίαν ευρυτέρου συνόλου αρχαίων και συγχρόνων πληθυσμών ομιλούντων τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε νέες και ακλόνητες γνώσεις σχετικώς  με την αρχέγονη «Πρωτοπατρίδα».

Όποια και αν είναι όμως η τελική περί αυτής απάντηση, φαίνεται ότι ο Coon είχε δίκαιο ισχυριζόμενος ότι : «Η ενότης των αρχεγόνων “Ινδο- Ευρωπαίων”, εάν  ποτέ ήταν πλήρης, δεν θα ημπορούσε να είναι μακράς διαρκείας».  Εάν οι Πρωτο-Ινδοευρωπαίοι ταυτίζονται με τους Ευρασιανούς Κυνηγούς – Τροφοσυλλέκτες (όπως προτείνουν ο David Anthony και ο Don Ringe  με το άρθρο τους «The Indo-European Homeland from Linguistic and Archaeological Perspectives», στο «Annual Review of Linguistics», τόμος  1, 2015, σελίδες 199-219), τότε εγγενώς η Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή  έλκει την ημίσεια καταγωγή της από μία μη ινδοευρωπαϊκή πηγή της Εγγύς Ανατολής. Αντιθέτως εάν η Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή  ταυτίζεται εγγενώς με την Εγγύς Ανατολή,  τότε έλκει το ήμισυ της καταγωγής της από μία μη ινδοευρωπαϊκή πηγή της Ανατολικής Ευρώπης.

Έως σήμερα οι Γιαμνάγια είναι γενετικώς «παρόντες» μέσα  όλους τους συγχρόνους Ευρωπαίους. Κατά το πλείστον δε είναι παρόντες στους Νορβηγούς, περίπου στο ήμισύ τους, πράγμα που σημαίνει ότι οι Νορβηγοί είναι γενετικώς περίπου κατά το ένα τέταρτο Πρωτο-Ινδοευρωπαίοι, ανεξαρτήτως  από το ποια θεωρία περί της «Πρωτοπατρίδος» και της εκείθεν «Ινδοευρωπαϊκής μεταναστεύσεως» είναι σωστή.

Αυτές οι δύο δυνατότητες (όπως και η τρίτη που εκτιμά ότι η Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή είναι μάλλον ένα γλωσσικό μίγμα των γλωσσών των Ευρασιανών Τροφοσυλλεκτών – Κυνηγών και της Εγγύς Ανατολής) είναι ελέγξιμες. Η εκδοχή των Anthony – Ringe περί της «Υποθέσεως της Στέπας» προβλέπει και μετακινήσεις πληθυσμών από την στέπα προ των Γιαμνάγια. Εάν αυτές συνέβησαν, ημπορεί να ελεγχθεί σε επαρκή  βαθμό ποία ήταν η επίδρασή τους : Εάν πράγματι συνέβησαν και στερούνται καταγωγή εκ της «Εγγύς Ανατολής», τότε η «Υπόθεση της Στέπας» θα αποδειχθεί αδιαμφισβητήτως. Εφόσον υπήρξαν Πρωτο-Ινδοευρωπαίοι στην Εγγύς Ανατολή, ορισμένες πρωτοϊνδοευρωπαϊκές γλώσσες (μετά βεβαιότητος δε οι Ανατολικές)  συνιστούν επέκταση «εντός της Εγγύς Ανατολής». Εάν συνέβησαν αυτές οι μεταναστεύσεις και εστερούντο καταγωγής από τους Ευρασιανούς Κυνηγούς – Τροφοσυλλέκτες, τότε θα αποδειχθεί κάποια «παραλλαγή» του προτύπου / μοντέλου των Γκαμκρελίτζε – Ιβάνοφ, περί αρμενοκαυκασιανής Πρωτοπατρίδος. Ή, ημπορεί να είναι αλήθεια μια άλλη συνεκδοχή, ότι δηλαδή παντού όπου έφθασαν οι Ινδοευρωπαίοι μετέφεραν  εξ αρχής ένα γλωσσικό και γενετικό μείγμα από «Δυτικούς Ασιάτες» και «Ευρασιανούς Κυνηγούς Τροφοσυλλέκτες». Ο χρόνος θα δείξει.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 170)

Advertisements