Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος I΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

Με σκοπόν την εκ μέρους των αναγνωστών πληρεστέρα κατανόηση των άρθρων της παρούσης σειράς, παρατίθεται από το συχνάκις μνημονευόμενο, περισπούδαστο πόνημα «The Races of Europe» (εκδόσεις McMillan, 1930, Νέα Υόρκη), του μεγάλου Αμερικανού Ανθρωπολόγου, Καθηγητού Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιον του Χάρβαρντ, Κάρλτον Στήβενς Κουν (Carleton Stevens Coon)το,  το εδάφιον 4, με τίτλον «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», εκ του 5ου κεφαλαίου («Η Εποχή του Χαλκού») του εν λόγω βιβλίου:

«Το ζήτημα προς καταγωγής των Ελλήνων, προς φαίνεται, υπήρξε από μακρού ένα άλυτο αίνιγμα. Επί αιώνες, πριν από την ανάπτυξη της αρχαιολογίας ως επιστημονικού τομέως, η ιστορία εξεκίνησε με τον Ηρόδοτο και ο Όμηρος ήταν ένα μικρό παράθυρο που επέτρεπε δελεαστικές ματιές στο απώτατο παρελθόν. Ωστόσον στα πρόσφατα χρόνια  επραγματοποιήθησαν μεγάλες πρόοδοι προς την κατεύθυνση της λύσεως αυτού του ζητήματος,  διά των γλωσσικών και ιστορικών ερευνών του Μάϊρς (Τζων Λίντον Μάϊρς «Who were the Greeks», 1930, Μπέρκλεϋ) και δια της δημοσιεύσεως του σκελετικού υλικού από τους Φυρστ και Κούμαρη.

Η ιστορική αναπαράσταση δύναται να συνοψισθεί εν συντομία ως εξής: Κατά την διάρκεια της Νεολιθικής η Ελλάς συνεδέετο πολιτιστικώς με την Βόρειο Αφρική και με το υπόλοιπον της μεσογειακής λεκάνης. Το μόνο κρανίο που είναι γνωστό είναι συνήθους Μεσογειακού φυλετικού τύπου. Στην πρώιμο εποχή των μετάλλων μετανάστες από τις Κυκλάδες, μικρασιανής προελεύσεως, εισήγαγαν τον χαλκό στην Ελλάδα, με την λατρεία της μητέρας θεάς, εγκατεστάθησαν δε και στις δύο πλευρές του Ισθμού της Κορίνθου. Εν τω μεταξύ άνθρωποι της Κεχρωσμένης Κεραμικής με Δουνάβιο πολιτιστική προέλευση κατήλθαν από τον βορρά προς την Ελλάδα, εξωθημένοι από ανθρώπους της Σχοινοχαράκτου / Χορδωτής κεραμικής. Ούτως περί το 2000 π. Χ., από πολιτιστικής απόψεως, υπήρχαν 3 στοιχεία στον ελληνικό πληθυσμό: α) Τοπικοί Νεολιθικοί Μεσόγειοι, β) Δουνάβιοι από τον βορρά,                 γ) Κυκλάδιοι άνθρωποι,  Μικρασιανής εν τέλει προελεύσεως.

Μεταξύ του 2000 π. Χ. και της Ομηρικής περιόδου η Ελλάς υπέστη εισβολή 3 επιπλέον φορές:

Α. Από τους ανθρώπους της Χορδωτής κεραμικής (ο Μάϊρς τους αποκαλεί ανθρώπους «Κουργκάν» – Κουργκανούς ) που ήλθαν από τον βορρά περίπου στα 1900 π. Χ. και οι οποίοι όπως θεωρεί ο Μάϊρς  ημπορεί να έφεραν την ινδοευρωπαϊκή βάση της ελληνικής γλώσσης (ενόψει στοιχείων τα οποία θα παρουσιασθούν κατόπιν στο Κεφάλαιον 6 είναι πιθανότερον ότι την έφεραν οι Δουνάβιοι).

Β. Από Μινωίτες εκ Κρήτης, οι οποίοι ίδρυσαν τις «μακρές γενεαλογίες», δυναστείες κυβερνητών στην Θήβα, στην Αθήνα, στις Μυκήνες και αλλού. Οι περισσότεροι εξ αυτών εισήλθαν στην Ελλάδα περί το 1400 π. Χ. αν και κάποιοι ημπορούσαν να έχουν χρονολογηθεί ενωρίτερον, στο 1700 π. Χ.

Γ. Από «θεογενείς» ξένους, όπως ο Ατρεύς, ο Πέλοψ κ.λ.π. που ήλθαν από απέναντι, διασχίζοντες το Αιγαίο μέσα σε πλοία, έμαθαν ελληνικά, εσφετερίσθησαν θρόνους και ενυμφεύθησαν τις θυγατέρες των βασιλέων Μινωιτικής καταγωγής.

Αυτοί οι ξένοι τους οποίους ο Μάϊρς παρομοιάζει με τους Νορμανδούς στην Αγγλική ιστορία, εγέννησαν τους ήρωες του Τρωικού πολέμου. Ο πόλεμος αυτός καθεαυτός αντανακλά την στενή σχέση μεταξύ αυτών των τυχοδιωκτών και της Τροίας του Πριάμου. Στους πολέμους, οι ομηρικοί ήρωες εσχημάτιζαν τους πυρήνες μικρών ομάδων «συντρόφων». Αυτοί ήσαν άστεγοι τυχοδιώκτες, φυγάδες και πτωχοί συγγενείς οι οποίοι είχαν συνδεθεί  με τους ήρωες δι’ προς στενού προσωπικού δεσμού. Ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού συνίστατο από εντοπίους εφέδρους από τα διάφορα βασίλεια της Ελλάδος, οι οποίοι ήσαν διαφορετικής εθνικής καταγωγής και οι οποίοι, όπως ο Θερσίτης δεν είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο να καταστρέψουν την Τροία.

Οι μεταομηρικοί Δωριείς της εποχής του σιδήρου, επί μακρόν θεωρούμενοι ως πρόσφατοι εισβολείς από τον βορρά ήσαν, συμφώνως με την αναπαράσταση του Μάϊρς, απλώς ελληνόφωνοι, οι οποίοι είχαν απομονωθεί στην περιοχή του όρους Όλυμπος από τις επιθετικές δραστηριότητες των Θηβαίων, και οι οποίοι απέκτησαν σίδηρο από την Μικρασία.

Συνεπώς οι Έλληνες της σπουδαίας περιόδου του Αθηναϊκού πολιτισμού ήσαν το παράγωγο πολλής αναμίξεως από ποικίλες εθνικές προελεύσεις, όπως αποκαλύπτει επίσης η μελέτη της καταγωγής της ελληνικής γλώσσης.

Το σκελετικό αρχείον ημπορεί να συμπληρώσει εν μέρει τα στοιχεία της ανασυσταθείσης ιστορίας. Έξι κρανία από τον Άγιο Κοσμά εγγύς των Αθηνών αντιπροσωπεύουν την περίοδο αναμίξεως Νεολιθικών Μεσογειακών, Δουναβίων και Κυκλαδικών στοιχείων μεταξύ 2500 και 2200 π. Χ.  (Ιωάννης Κούμαρης στο  «Revue Anthropologique», τόμος  44, σελίδες 248-251, 1934, Παρίσι). Τρία είναι δολιχοκέφαλα, ένα μεσοκέφαλο και δύο βραχυκέφαλα. Όλων τα πρόσωπα είναι στενά, οι μύτες λεπτόρινες, οι οφθαλμικοί κόγχοι υψηλοί. Ημπορεί κανείς να θεωρήσει πως ένας Κρητικός τύπος Μεσόγειου και η Κυπριακή μορφή του Διναρικού τύπου ήσαν αμφότεροι παρόντες.

Εικοσιπέντε Μεσοελλαδικά κρανία  αντιπροσωπεύουν την περίοδο μετά την έλευση από τον βορρά των ανθρώπων της Χορδωτής κεραμικής ή των Κουργκάν, και την περίοδο κατά την διάρκεια της καταλήψεως της εξουσίας από τους Μινωίτες κατακτητές από την Κρήτη (Καρλ Μάγκνους Φυρστ,  στο «Lunds Universitets Εrsskrift», τόμος 26, τεύχος 8, 1930, Λουντ – και στο  «Verhandlungen der Gesellschaft fόr Physische Anthropologie», τόμος  4, σελίδες 3-14, 1930, Στουτγάρδη). Από αυτά τα κρανία 23 προέρχονται από την Ασίνη και 2 από τις Μυκήνες. Περιττό να λεχθεί ότι ο πληθυσμός αυτής της περιόδου ήταν πολύ ανάμικτος. Μόνον 2 κρανία είναι βραχυκέφαλα. Και τα 2 είναι αρσενικά και αμφότερα σχετίζονται με πολύ βραχύ ανάστημα. Το ένα είναι μετρίου μεγέθους με υψηλό κρανιακό θόλο, λεπτόρρινο και στενοπρόσωπο. Το άλλο εξαιρετικά πλατυπρόσωπο και χαμαίρινο. Φαίνεται πως αντιπροσωπεύουν 2 διαφορετικούς πλατυκεφάλους τύπους, αμφότεροι των οποίων ημπορούν κατά πάσαν πιθανότητα να ανευρεθούν σήμερα στην Ελλάδα.

Οι μακροκέφαλοι δεν είναι ενιαίου τύπου. Κάποιοι με μεγάλους θόλους και ισχυρά υπερόφρυα, με βαθέα ρινικά εντυπώματα, υπενθυμίζουν μιαν από τις μεγαλύτερες ποικιλίες Νεολιθικών δολιχοκεφάλων, τόσον του τύπου Χορδωτής κεραμικής όσον και του τύπου Μακρών Τύμβων, ο δε Φυρστ έχει την αίσθηση ότι ένας αριθμός από αυτούς είναι πολύ όμοιος προς τα κρανία της Οψίμου  Νεολιθικής από την Σκανδιναβία της ιδίας σχεδόν περιόδου. Είναι περιττό να λεχθεί ότι οι άνθρωποι της Χορδωτής κεραμικής και των Μεγαλιθικών μνημείων ήσαν παρόντες στην Δανία και στην Σουηδία κατ’ αυτήν περίπου την περίοδο.

Τα υπόλοιπα των μακροκεφάλων κρανίων, τα οποία μάλλον είναι ακριβέστερον αντιπροσωπευτικά του κυρίως όγκου του Μεσοελλαδικού πληθυσμού, είναι ενός υψηλορρίνου τύπου με λεπτά υπερόφρυα τόξα, συνήθους στην Κρήτη και στην Μικρασία κατά την διάρκεια της ιδίας περιόδου. Και αυτοί οι τύποι έχουν προς μικρό ανάστημα, ενώ τα ολίγα παραδείγματα προς πλέον ευρυκεφάλου ποικιλίας είναι, προς αναμένεται, υψηλότερα. Είναι αδύνατον με τα παρόντα δεδομένα να απομονώσουμε από το κυρίως σώμα αυτών των κρανίων έναν Δουνάβιο τύπο, αν και ημπορεί κάλλιστα να ήτο παρών.

41 Yστεροελλαδικά κρανία χρονολογούμενα μεταξύ 1500 και 1200 π. Χ. και προερχόμενα παρομοίως από την Αργολίδα, ημπορεί να περιλαμβάνουν εκείνα κάποιων από προς «θεογενείς» εισβολείς. Μεταξύ αυτών το 1/5 είναι βραχυκέφαλα και προφανώς κατά κύριον λόγο του Κυπριακού Διναρικού τύπου. Από τα μακροκέφαλα κρανία, τώρα ένας μεγάλος αριθμός ανήκει στις μεγαλύτερες αδρότερες ποικιλίες και ολιγότερα στην μικροτέρα Μεσογειακή. Η ομοιότης προς βορείους τύπους και ειδικότερον προς τον τύπο Χορδωτής κεραμικής είναι ακόμη ισχυροτέρα από προηγουμένως. Αυτή η αύξηση προς μία μη – Μινωιτική κατεύθυνση δύναται ίσως να αποδοθεί στην άφιξη των προγόνων των ομηρικών ηρώων. (Συνεχίζεται)

* Με το πέρας του εδαφίου θα  παρατεθούν ολίγες διευκρινιστικές – επεξηγητικές  πληροφορίες, επί της  περιεχομένης ειδικής ορολογίας.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 171)

Advertisements