Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος IA΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

«Aυτή η επισκόπηση μας μεταφέρει κατά την διάρκεια της εποχής του Χαλκού. Η φυλετική ιστορία της Ελλάδος σε ολόκληρο την  κλασσική περίοδο δεν είναι τόσο καλώς τεκμηριωμένη όσον εκείνη των περιόδων που εξητάσθησαν μόλις. Ωστόσον, μέχρις την έναρξη του δουλεμπορίου στην Αθήνα και σε άλλα κατασκευαστικά και εξαγωγικά κέντρα, εκεί ημπορεί να υπήρξε μικρά πληθυσμιακή αλλαγή [Zaborowski – Moindron Sigismond, στο «Annual Reports of the Smithsonian Institution, for 1912, 1913», άρθρο «Ancient Greece and its slave population» σελίδες 597-608, Washington, D. C.]. Στην Αργολίδα το Μεσογειακό φυλετικό στοιχείο είναι το μόνο σαφώς εμφανές σε έξι (6) πρωτογεωμετρικά και «Ελληνικά» κρανία. [Fόrst, Carl Magnus, δημοσίευση «Lunds Universitets Arsskrift» τόμος 26, #8, 1930, σελίδες 92-95 σχετικώς με το «Zur Anthropologie der prδhistorischen Griechen in Argolis, nebst Beschreibungen einiger δlteren Schδdel aus historischer Zeit – Crania argolica antiqua]. Συμφώνως με την σύνοψη κρανιακών δεικτών του Κούμαρη  [Πρακτικά «XVe Congres international d’anthropologie & d’ archιologie prιhistorique. IVe  session de l’ Institut international d’ anthropologie. Portugal, 21-30 Septembre 1930, Coimbre, Porto» σελίδες 218 και ένθεν, εκδόσεις Librairie E. Nourry, 1931, Παρίσι] η μεσοκεφαλία κατά την διάρκεια της Κλασσικής περιόδου και στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια κυριαρχούσε παντού στην Ελλάδα. Για την Αθήνα στην θαυμασία  (κλασική) περίοδο ο  μέσος κρανιακός δείκτης επί 30 κρανίων ήταν 75,6. Αυτή η μεσοκεφαλία πιθανώς συγκαλύπτει την παρουσία ενός ποικίλου φυλετικού αμαλγάματος, με προεξάρχοντα Μεσογειακά στελέχη. Οι Ελληνικές αποικίες στην Μικρασία δείχνουν σχεδόν τον ίδιο συνδυασμό των τύπων τους οποίους είδαμε στην ιδίως Ελλάδα. [Schumacher Oskar, στο «Zeitschrift fur Morphologie und Anthropologie» : «Uber alt-griechische Schadel von Myrina und Ephesus», τόμος 25, Τεύχος 3, σελίδες 435-463, 1926, Στουτγάρδη και Zaborowski – Moindron Sigismond, στο «Bulletin de la Societe d’ Anthropologie de Paris», σειρά 4, τόμος 3, σελίδες 234-238, «Crβnes d’ un tombeau grec d’ Asie – Mineure» 1881, Παρίσι]. Η ανάμιξη με Ασιάτες πρέπει να έχει συγκαλυφθεί από την ουσιαστική φυλετική ομοιότητα των πληθυσμών σε αμφότερες τις πλευρές του Αιγαίου.

Η ελληνική λογοτεχνία και η ελληνική τέχνη παρέχουν μιαν αφθονία στοιχείων σε ότι αφορά στον χρωματισμό και στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προσώπου των αρχαίων κατοίκων της Ελλάδος. Οι Ολύμπιοι Θεοί, πρόγονοι των ημιθέων ηρώων, ήσαν στην πλειονότητα ξανθοί με φιλντισένιο δέρμα και χρυσά μαλλιά. Η Αθηνά ήταν φαιοκυανόφθαλμη («γλαυκώπις»). Ωστόσον ο Ποσειδών ήταν μελανότριχος [«κυανοχαίτης» δηλαδή κυανομέλας, Ιλιάς ΙΓ’,563 – ΙΔ’,390   όπως και ο περιγραφόμενος κυανοχαίτης ίππος Κ’, 224. Επίσης στην Οδύσσεια πάλιν ο θεός  καλείται κυανοχαίτης Θ’,528, πράγμα σύνηθες σε ανθρώπους Μεσογειακής σωματικής διαπλάσεως]. Αυτοί οι θεοί ολίγον διέφεραν -αν ημπορούμε να πιστεύσουμε τον Όμηρο- από τους απογόνους τους ήρωες, οι περισσότεροι των οποίων είχαν λευκά άκρα και ήσαν χρυσομάλληδες.

Ο [Ιθακήσιος την καταγωγή] κήρυξ του Οδυσσέως ο Ευρυβάτης ήταν σκουρόδερμος και ουλόθριξ [«…γυρός εν ώμοισιν, μελανόχροος, ουλοκάρηνος Ευρυβάτης…», όπως τον περιγράφει  ο ίδιος ο Οδυσσεύς – Οδύσσεια Τ – 246, δλδ. «τας τρίχας ούλος» – ουρομάλλης]  ο υιός του Αχιλλέως Νεοπτόλεμος [αναφερόμενος και ως Πύρρος στα Κύπρια Έπη, ήτοι πυρρός «αυτός που έχει το χρώμα της φωτιάς»] ήταν καστανοπυρότριχος, ίσως από μια μητέρα καστανή [δηλαδή την Δηιδάμεια, κόρη του Βασιλέως της Σκύρου Λυκομήδη]. Οι Σπαρτιάτες ειπώθηκε πως ήσαν ξανθοί [Βακχυλίδης, διθύραμβος ωδή 20-Ίδας Λακεδαιμονίοις: «….ξανθαί Λακεδαιμονίων κόραι». Ο Δωριεύς χορικός ποιητής του 7ου π. Χ. αιώνος Αλκμάν, από την Μεσσόα της Λακεδαίμονος, περιγράφων την ευμορφία των Σπαρτιατισσών λέγων : «…δώρον μάκαιρα παρθένων α ξανθά Μεγαλοστράτα» (απόσπασμα Bergk 37, αλλά και «Α δε χαίτα τας εμάς ανεψιάς Αγησιχόρας επανθεί  χρυσός ως ακήρατος το τα’ αργύριον πρόσωπον» (απόσπασμα Bergk 13, στίχοι 54-55 ), όπως η Παλλάς προστάτις του διασωθέντος από την Ναυσικά Οδυσσέως τον ευλογεί, όταν αυτός λούεται και περιποιείται εαυτόν ώστε να αναδειχθεί η ολύμπιος ωραιότης του, καθώς οι πλόκαμοι της κόμης του εκάλυψαν τον αυχένα και τους ώμους του ήρωος  «…ως δ’ ότε τις χρυσόν περιχεύεται αργύρω…» Οδύσσεια  ΣΤ’,  232] και στην Αθήνα του 5ου αιώνος οι γυναίκες, σε αναζήτηση ενός ξανθού ιδεώδους, αποχρωμάτιζαν την κόμη τους με ένα βότανο [Xanthium strumarium, ξάνθιο το χειράδιον,  η γνωστή μεγάλη κολλητσίδα – αγριομελιτζάνα] το οποίον την μετέτρεπε σε χρυσοκίτρινη [ενώ στην σύγχρονή τους Σπάρτη απηγορεύετο η ψιμυθίωση με βαφές]. Οι αγγειογράφοι των 6ου έως 4ου αιώνων ημπορούσαν να διακρίνουν το ξανθό και καστανό χρώμα με συμβατικές λάμψεις και εφήρμοζαν αυτήν την διάκριση σε αναπαραστάσεις ζωντανών μοντέλων όπως και των ηρώων.

Η ελληνική ορολογία περιελάμβανε λέξεις για κυανούς και καστανούς οφθαλμούς και για πρασίνους, το χρώμα ενός φύλλου ελαίας, επίσης.  Στην χροιά του δέρματος ανεγνώριζε την ροδίνη αγγείωση, μια κάτωχρο απόχρωση προσομοιάζουσα με το κρεμώδες τυρί ή με τον φλοιό των άγουρων μήλων, ένα χρώμα μελιού [«μελιτόχρους»] και ένα βαθύ καστανό. Στους Φοίνικες εμπόρους και στους ηλιοκαμένους ναυτικούς άλλων εθνικοτήτων έδωσαν το όνομα «φοίνιξ» παρεμφερές με το χρώμα ενός ωρίμου καρπού φοίνικος [«φοινικιού» – «χουρμά»] ή κάποιου κεραμοχρώμου ίππου. Συνεπώς εντός της ελληνικής κοινοπολιτείας και εκτός αυτής ήταν πιθανόν να ανευρίσκονται όλες οι γνωστές στους συγχρόνους Ευρωπαίους ποικιλίες χρωματισμού.

Ο Μινωιτικός κανών μίας υψηλά ριζωμένης ρινός και ενός ευλυγίστου σώματος επεξετάθη στην κλασική Ελλάδα ως καλλιτεχνικόν ιδεώδες, όμως οι προσωπογραφικές προτομές ατόμων δεικνύουν ότι δεν ημπορούσε να ήτο σύνηθες στην ζωή. Κακούργοι, κωμικοί χαρακτήρες, σάτυροι, κένταυροι, γίγαντες και όλοι οι δυσάρεστοι άνθρωποι και εκείνοι που δεν πρέπει να εκτιμώνται, συχνά παρουσιάζονται στην γλυπτική και στην αγγειογραφία ως πλατυπρόσωποι, μικρόρρινοι και υπερβολικώς γενειοφόροι. Ο Σωκράτης, που ανήκε  στον τύπο αυτόν, συνεκρίθη κακοβούλως προς έναν Σάτυρο. Αυτός ο τύπος ημπορεί να ανευρεθεί ακόμα στην Ελλάδα και είναι ένας συνήθης Αλπίνος. Στα πρώιμα σκελετικά ευρήματα αντιπροσωπεύεται από μερικά από τα βραχυκέφαλα κρανία.

Συνολικώς εντυπωσιάζεται κανείς όταν κοιτάξει τις προσωπογραφικές προτομές των Αθηναίων και τις πήλινες νεκρικές προσωπίδες των Σπαρτιατών, με την ομοιότητά τους προς τους συγχρόνους δυτικούς Ευρωπαίους. Ωστόσον αυτή η ομοιότης καθίσταται ολιγότερον πρόδηλη στην τέχνη των Βυζαντινών, όπου είναι συχνότερα σύγχρονα πρόσωπα της Εγγύς Ανατολής. Όμως οι Βυζαντινοί έζησαν κυρίως εκτός της Ελλάδος. Όπως θα  δειχθεί αργότερον (κεφάλαιον ΙΒ’, τομεύς 14)  οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδος διαφέρουν εκπληκτικώς ολίγον από τους κλασσικούς τους προγόνους.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 172)

Advertisements