Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IB΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

Οπως έχει ήδη προαναφερθεί στην στήλη, με σκοπόν την εκ μέρους των αναγνωστών πληρεστέρα κατανόηση των άρθρων φυσικής ανθρωπολογίας, βιοαρχαιολογίας, ιστορίας και εθνογραφίας της παρούσης σειράς, παρατίθεται από το συχνάκις μνημονευόμενο, περισπούδαστο πόνημα «The Races of Europe» (εκδόσεις McMillan, 1930, Νέα Υόρκη), του μεγάλου Αμερικανού Ανθρωπολόγου, Καθηγητού Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιον του Χάρβαρντ, Κάρλτον Στήβενς Κουν (Carleton Stevens Coon), το εδάφιον 14, με τίτλον «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», εκ του 7ου κεφαλαίου («Η Κεντρική Ζώνη, μία σπουδή στην επανεμφάνιση») του εν λόγω βιβλίου [ως νοηματική συνέχεια του προδημοσιευθέντος ομοτίτλου εδαφίου 4, εκ του 5ου κεφαλαίου του βιβλίου («Η Εποχή του Χαλκού»)] :

«Ο τίτλος αυτού του τομέως είναι «Οι Έλληνες» και όχι «Ελλάς», καθώς από τις μυθικές ημέρες των Αργοναυτών έως του παρόντος, ούτε η χερσόνησος της Ελλάδος, ούτε η Ιωνία και οι νήσοι του Αιγαίου υπήρξαν αρκούντως μεγάλες για να κρατήσουν τους μακράν περιπλανωμένους Έλληνες. Ελληνικά είναι μια γλώσσα κι ένας πολιτισμός, οι Έλληνες είναι ένας λαός. Οι Έλληνες είναι οι απόγονοι όλων των λαών οι οποίοι υιοθέτησαν και διετήρησαν αυτήν την γλώσσα και αυτόν τον πολιτισμό από τα κλασσικά χρόνια μέχρις του παρόντος. Κάποιοι από αυτούς τους προσηλύτους στον Ελληνισμό ήσαν κάτοικοι της Μικρασίας, άλλοι της Θράκης και του Βυζαντίου, άλλοι των χωρών που οριοθετούν την Μαύρη Θάλασσα, ιδιαιτέρως της Κριμαίας.

Στην ίδια την χερσόνησο της Ελλάδος περιεπλανήθησαν πολλές χιλιάδες Σλάβων ως μετανάστες κατά την διάρκεια της μεγίστης Νοτιοσλαβικής επεκτάσεως. Οι Τούρκοι μετέφεραν αποίκους, περιλαμβανομένων πολλών Αλβανών και ολόκληρες περιοχές στη Βοιωτία και στην Αττική και σε άλλα μέρη της Ελλάδος ομιλούν σήμερα αρβανίτικα. Ρομανόφωνοι βοσκοί (δλδ. ομιλούντες ρομανική ήτοι λατινογενή γλώσσα, εν προκειμένω την Αρωμανική), οι Βλάχοι, κατέστησαν τις κλιτύες της Πίνδου εποχιακούς τους βοσκότοπους. Μετά  τον (Α’) Παγκόσμιο Πόλεμο πολλοί από τους Έλληνες οι οποίοι εζούσαν στην  Θράκη και στην Μικρασία εστάλησαν να ζήσουν σε ελληνικό έδαφος, ενώ σε ανταπόδοση επανεπατρίσθησαν Τούρκοι και άλλοι μουσουλμάνοι. Παρά αυτές τις απόπειρες δημιουργίας εθνικής τάξεως, πολλή ελληνική περιοχή, ειδικώς στην Μακεδονία, παραμένει εθνικώς ετερογενής. Επιπλέον ο αριθμός των Ελλήνων οι οποίοι ζουν στο εξωτερικό, είτε στην Αίγυπτο, στην Ανατολική Αφρική ή στον Νέο Κόσμο είναι τόσον μεγάλος, ώστε οι Έλληνες είναι ακόμα σχεδόν ένας διεθνής λαός. Πολλοί από τους Έλληνες αφήνουν την πατρίδα τους ώστε να αποκτήσουν περιουσίες επάνω σε ολιγότερον πετρώδες έδαφος, αλλά επίσης πολλοί από αυτούς επιστρέφουν.

Είναι ανακριβές να λέγεται ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι φυσικώς διαφορετικοί από τους αρχαίους Έλληνες. Μια τέτοια δήλωση βασίζεται σε μιαν άγνοια του ελληνικού εθνικού χαρακτήρα. Στα κλασσικά χρόνια οι Έλληνες συμπεριελάμβαναν πολλά  είδη ανθρώπων που ζούσαν σε διαφορετικούς τόπους, όπως κάνουν σήμερα. Εάν κάποιος αναφέρεται στους κατοίκους της Αττικής κατά τον έκτον αιώνα (π. Χ.) ή στους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, τότε οι αλλαγές σε αυτές τις περιοχές  πιθανώς δεν ήσαν σχεδόν τόσον μεγάλες όσον εκείνες μεταξύ των Γερμανών του Τακίτου και των ζώντων Νοτιογερμανών, για να αναφέρουμε ένα μόνον απλό παράδειγμα.

Εντός της χερσονήσου της Ελλάδος, ασχέτως προς την κινητικότητα των Ελλήνων από και προς την χώρα τους, η εσωτερική κινητικότης δεν υπήρξε επαρκής ώστε να καταστρέψει τις ισχυρές τοπικές διαφοροποιήσεις στην μορφή της κεφαλής. Οι Ηπειρώτες, όπως οι γείτονές τους οι Τόσκηδες, [ Οι   Τόσκηδες απαντώνται στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία και είναι μουσουλμάνοι ή χριστιανοί ορθόδοξοι. Τα ήθη και τα έθιμά τους είναι εν πολλοίς παρόμοια με τα ελληνικά. Είναι σχετικώς βραχύσωμοι, ομιλούν την τοσκική διάλεκτο της αλβανικής γλώσσης, η οποία έχει θεσμοθετηθεί ως η επίσημη γλώσσα της Αλβανίας, είναι ολιγότερον εκδηλωτικοί, ενώ οι περισσότεροι εξ αυτών ασχολούνται με την πολιτική, τις επιστήμες και τα γράμματα. Ο Άγγλος γεωγράφος Edward Stanford, ο Αυστριακός γεωγράφος και εθνολόγος Kampt, ο ιδρυτής των «Αλβανικών Μελετών» φιλόλογος Johann Georg von Hahn και ο Αυστριακός ανθρωπολόγος Josef Weninger, διακρίνουν τους Τόσκηδες από τους Γκέγκηδες και τους συσχετίζουν με τους Έλληνες], έχουν έναν εξαιρετικό υψηλό μέσο κεφαλικό δείκτη, 88, φαίνεται δε πως υπάρχει εκεί μια ισχυρά βραχυκεφαλική ζώνη κατερχομένη στις δυτικές πλαγιές του ορεινού πυρήνος από την Αλβανία έως τον Κορινθιακό Κόλπο και ίσως παραπέρα. Είναι μια προέκταση της ίδιας ζώνης η οποία εκτείνεται συνεχώς από το Αλπικό φυλετικό κέντρο στην Γαλλία, και έτι ειδικότερον, του πληθυσμού που εμελετήθη στην περιοχή του Αργυροκάστρου στο νοτιότατο άκρο της Αλβανίας. Οι Έλληνες της Μακεδονίας πάλιν, οι οποίοι διεβίωσαν σε οικισμούς διασπάρτους με εκείνους των Βουλγάρων και των Τούρκων, κατέχουν την συνήθη βραχυκεφαλία των Δυτικών Βαλκανίων, με μέσους κεφαλικούς δείκτες 86 για τους Χριστιανούς και 84,6 για τους Μουσουλμάνους. Οι Έλληνες από τα βόρεια παράλια της Μικρασίας διαθέτουν έναν μέσο δείκτη 87, ενώ εκείνοι από τις ακτές της Μαύρης Θαλάσσης στην Ρουμανία και μέλη της αποικίας στην Κριμαία είναι χαμηλοί βραχυκέφαλοι με έναν μέσο δείκτη 82.

Στην Ελλάδα καθεαυτήν (στην κυρίως Ελλάδα), το πλείστον της Πελοποννήσου, της Αττικής, της Ευβοίας και των Ιονίων νήσων χαρακτηρίζονται από έναν μέσο κεφαλικό δείκτη 81 έως 82.  Αυτό επίσης συμβαίνει για τους Έλληνες που ευρίσκονται στο εξωτερικό, όπως στην Αμερική. Πέραν από τοπικές ομάδες, σε περιοχές οι οποίες, στα κλασσικά χρόνια, δεν ήσαν πράγματι Ελλάς, οι σύγχρονοι Έλληνες είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους χαμηλοί βραχυκέφαλοι. Στην Θεσσαλία έχει αναφερθεί ένας τοπικός μέσος δείκτης 77. Και οι Έλληνες από τα παράλια της θαλάσσης του Μαρμαρά έχουν μέσο δείκτη 79. Ωστόσον υπάρχουν ακόμα τοπικές ομάδες Ελλήνων που είναι πολύ μακροκέφαλοι.

Το μέσον ανάστημα των Ελλήνων γενικώς φθάνει περί τα 167 εκατοστά και φαίνεται πως υπάρχει μικρά περιοχική ποικιλία. Εκείνοι στην Μικρασία και στην Κριμαία είναι ένα χιλιοστό βραχύτεροι, εκείνοι που εμετρήθησαν στην Βοστόνη 1 χιλιοστό υψηλότεροι. Οι Έλληνες είναι τόσον υψηλοί όσον το πλείστο των Νοτιογερμανών ή βορείων Γάλλων. Το ανάστημά τους είναι πολύ ανυψωμένο για την κυριαρχία, με μερική βραχυκεφαλοποίηση, ενός ισχυρού μικρού Μεσογειακού στελέχους. Περίπου το ήμισυ από αυτούς έχει καστανόλευκο ή ανοικτοκάστανο χροιά δέρματος, το υπόλοιπον έχει την συνήθη ροδόλευκη χροιά της κεντρικής και βορείου Ευρώπης. Περισσότερον από το 80% έχει βαθυκάστανο τρίχωμα, το υπόλοιπο έχει τρίχωμα εξίσου κατανεμόμενο μεταξύ του μαύρου και των ανοικτοτέρων αποχρώσεων του καστανού. Η έντονη ξανθοχρωμία αν και σπάνια δεν είναι άγνωστη. Η γενειάδα είναι ελαφρώς πιο ανοικτής χροιάς από το τρίχωμα της κεφαλής, σε αντίθεση με την κατάσταση που ανευρίσκεται στους Γκέγκηδες και στους Μαυροβουνίους. Επίδραση αυτού είναι ότι το βαθυκάστανο τρίχωμα της πλειονότητος των Ελλήνων είναι μια ανόθευτη καστανή κατάσταση. Περισσότερον από το 65% των Ελλήνων έχουν αμιγείς καστανούς οφθαλμούς και το πλείστον αυτών είναι βαθυκάστανοι. Σαφώς ανοικτόχρωμοι είναι σποραδικοί, αλλά υφίσταται ένα ποσοστό 15% μεικτών ανοικτοχρώμων μορφών της ίριδος.

Οι αναλογίες χρωστικών που παρετέθησαν ανωτέρω, έχουν εφαρμογή στους Έλληνες ως ένα σύνολον, ωστόσον υπάρχουν τεκμήρια αξιοσημειώτου περιοχικής ποικιλίας. Οι Έλληνες Μακεδόνες είναι πλέον ανοικτόχρωμοι, ιδιαιτέρως εκείνοι που είναι Μουσουλμάνοι, ενώ οι Έλληνες των Ιονίων νήσων είναι πλέον βαθύχρωμοι, όπως είναι, κατά πάσαν πιθανότητα, το πλείστον των Πελοποννησίων». (Συνεχίζεται)

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 173)

Advertisements