Χωρίς τίτλο.jpg

Η έκφρασις αυτή του Πινδάρου, εκφράζει την ακλόνητη πεποίθηση των Ελλήνων, ότι υπήρξαν αυτόχθονες.

Πάμπολλες διάσπαρτες αναφορές δια το «Αυτόχθον» των Ελλήνων υπάρχουν στα έργα Αρχαίων και Βυζαντινών συγγραφέων (Ελλάνικος, Αρποκρατίων, Απολλώνιος σοφιστής, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Διόδωρος Σικελιώτης, και πλείστοι άλλοι).

Ουδείς υπαινιγμός υφίσταται ουδέ μνεία, κάποιας αρχικής κοιτίδος εκτός του Ελληνικού χώρου, την οποίαν τυχόν θα ενεθυμούντο με κάποια νοσταλγία, εάν πράγματι αυτή είχε υπάρξει.

«τοις ημετέροις προγόνοις η αρχή του βίου… αυτόχρονες όντες, την αυτήν εκέκτηντο και μητέρα και Πατρίδα…»

                                                                                                   (Λυσίου Επιτάφιος 17).

Αυτόχθονες εσμέν

«Ευγένεια μεν ουν εστιν έθνει μεν και πόλει το αυτόχθονας η  αρχαίους είναι, και ηγεμόνας τους πρώτους επιφανείς, και πολλούς επιφανείς γεγονέναι εξ αυτών».

                                                                       (Αριστοτέλους Ρητορική Α~ 1360 β)

Αυτόχθων: -αυτός + χθων (γη), ο αναφυής εξ αυτής της γης. Λέγεται και Αυθιγενής.

Παλαίχθων: ο αρχαιότατος κάτοικος της χώρας,  γεννηθείς εν αυτή. Ο πάλαι εκ της αυτής χθονός. Παλαίχθων, αναμφιβόλως συμβολικά, ονομάζεται και ο επίγειος πατήρ του Διογενούς Πελασγού.

Αυτόρριζος: αυτόχθων. «Οικούμεν αυτόρριζον εστίαν χθονός». (Ευριπίδου, Ρήσος 287).

Γηγενής: ο εκ της γης γεννηθείς, ο αυτόχθων. Το αυτό και το γέγειος και το γείος (ο εκ της γης).

Παλαιγενής: ο πάλαι γεννηθείς, ο παλαιός.

Ιθυγενής: εκ του ιθύς = ευθύς + γένος, δηλαδή ο κατ’ ευθείαν απόγονος, ο γηγενής, ο εν αντιθέσει προς τον έπηλυν -επί + ελαύνω, επελαύνω, επιτίθεμαι έξωθεν, ως αλλο-δαπός. (Σήμερον Έλληνες και λαθροεισβολείς! Αντιληπτόν;)

Οι πλείστοι Ελληνικοί μύθοι («λίθινος γόνος» «λαός») εμπεριέχουν ακριβώς αυτήν την έννοιαν, της «αυτοχθονίας», διότι «υπόληψιν είχον οι παλαιοί, ως εκ δρυών και πετρών των ανθρώπων γεγονότων». (Ησύχιος).

Η ιδία αλληγορία υπάρχει και στο Ησιόδειον «γένος εκ μελιάν» (= μελία, είδος δένδρου), και εις το «σιδηρούν γένος». Εις τους «σπαρτούς» των Θηβών («σπαρτοί τε και αυτόχθονες»). (Πλάτωνος σοφ. 247), εις τους εκ μυρμήκων Μυρμιδόνας, όταν ο Αιακός εζήτησε από τον Δία οικήτορας (κατοίκους) δια την νήσον Αίγιναν, «τον Δία ανείναι τους ανθρώπους εκ της γης». (Παυσανίου Κορινθιακά XXIX) και εις διάφορα ενδεικτικά κύρια ονόματα όπως: Ωρίων ή Ωαρίων κατά Πίνδρον, εκ του ωόν.

Ερεχθεύς ή Εριχθόνιος, ο εκ της γης αναφυείς βασιλεύς των Αθηνών, υιός της Αθηνάς και του Ηφαίστου (ετυμ. ερι = λίαν + χθων = γη): «Αθάνα γήθεν εξανείλατο». (Ίων 269). «Πατέρα δε Εριχθονίου λέγουσιν ανθρώπων ουδένα είναι, γονέας δε Ήφαιστον και Γην». (Παυσανίου Αττικά Α~ 26). Τον ανέθρεψε η Αθηνά, του Διός η θυγάτηρ, και τον έτεκε η ζείδωρος άρουρα (=ζωοδότις Γη), γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β 546).

Κέκρωψ: «συμφυές έχων σώμα ανδρός και δράκοντος» (Απολλόδωρος) (δράκων = όφις). Ετυμολογικώς εκ του καρπός + οψ = καρπός της Γης.

Ιαπετός: Εθεωρείτο ο γενάρχης των Ελλήνων, αλλά και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, δια τούτο πολύ συχνά, αντί «γέρων» έλεγον «Ιαπετός»: «Μη αντειπείν τω πατρί Ιαπετώ μνησικακήσας τη ηλικία» (Αριστοφάνους Νεφέλαι 998). Ετυμολογείται εκ του ιάπτω (= ρίπτω), όπερ εκ του ίημι + πέμπω ή πέτομαι, δηλαδή ο πεμφθείς εις τον κόσμον. («Ιαπετού αρχαιότερος»).

Οι Αθηναίοι ειδικώτερα έφερον εις την κεφαλήν χρυσούς τέττιγας (τέττιξ = τζιτζίκι) ως σημείον αυτοχθονίας και εκαλούντο «τεττιγοφόροι».

Τεττιγοφόροι: «Ούτω εκαλούντο οι Αθηναίοι επειδή εφόρουν χρυσούς τέττιγας ως σύμβολον ότι ήσαν αυτόχθονες, παρομοιάζοντες τους εαυτούς των προς τους τέττιγας, οι οποίοι εναποθέτουν τα ωά των εις την γην και φαίνονται γεννώμενοι εξ αυτής». «Τεττιγοφόρος αρχαίω σχήματι λαμπρός» (Αριστοφάνους Ιππής 1331).

«… την πόλιν ημών (τας Αθήνας)

αρχαιοτάτην είναι και μεγίστην

και παρά πάσιν ανθρώποις ονομαστοτάτην…

Ταύτην γαρ οικούμεν

ουχ ετέρους εκβαλόντες

ουδέ ερήμην καταλαβόντες

ουδέ εκ πολλών εθνών μιγάδες συλλεγέντες^

αλλά ούτω καλώς και γνησίως γεγόναμεν,

ώστε εξ ης περ έφυμεν,

ταύτην έχοντες,

άπαντα τον χρόνον διατελούμεν

αυτόχθονες όντες…».

Αυτή είναι και η συντριπτική απάντησις στην περί Ινδοευρωπαίων θεωρίαν και την ύποπτον τοιαύτην του Φαλμεράϋερ ότι δεν είμεθα απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων (Αψευδής μάρτυς η σύγχρονος απόδειξις δια του DNA, γενετικού υλικού απαραλλάκτου ανά τας χιλιετίας).

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 173)

Advertisements