Χωρίς τίτλο.jpg

O άγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε στα 1770 στην Ύδρα από ευσεβείς γονείς, τον Μιχαήλ και την Μαρίνα Δημαμά. Οι δύσκολες συνθήκες επιβίωσης τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την Ύδρα στην ηλικία των δεκαοχτώ ετών, προκειμένου να βρει εργασία σε ξένο τόπο. Έτσι, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, έφυγε κρυφά για την Ρόδο. Εκεί προσελήφθη στην υπηρεσία του πασά Χασάν Καπιτάν, ενός εξωμότη Γεωργιανού, για να φροντίζει το αγαπημένο του άλογο, την Εσταφέτ. Λόγω της τιμιότητας και της εργατικότητάς του κέρδισε σύντομα την εύνοια του αφεντικού του. Κατά την διάρκεια του Μπαϊραμιού, έγινε μεγάλος διαγωνισμός σε αγώνες σκοποβολής, όπου νίκησε ο Κωνσταντίνος με την Εσταφέτ, χαρίζοντας την νίκη στον πασά και στήθηκε στο σαράι τρικούβερτο γλέντι. Εκεί, ο ηγεμόνας μέθυσε τον Κωνσταντίνο και τον έπεισε να εξισλαμιστεί. Επί τόπου του έκαναν περιτομή και τον έντυσαν με λαμπρή φορεσιά και σαρίκι.

Το λυπηρό αυτό γεγονός έγινε γνωστό στους συμπατριώτες του αλλά και στην οικογένειά του. Όταν κάποτε έστειλε χρήματα στην μητέρα του, εκείνη δεν τα δέχθηκε, αλλά τα πέταξε κλαίγοντας απαρηγόρητη για την κατάντια του γιου της. Κάποια στιγμή αποφάσισε να πάει στην Ύδρα. Έφτασε στο νησί ντυμένος τούρκος και αντιμετώπισε την περιφρόνηση των συμπατριωτών του. Οταν έφτασε στο πατρικό του σπίτι, η μάνα του δεν τού άνοιξε την πόρτα. Ο ίδιος της ζήτησε να του ανοίξει λέγοντάς της ότι είναι ο γιος της ο Χασάν, κι εκείνη του απάντησε ότι δεν γέννησε κανέναν Χασάν, αλλά τον Κωνσταντίνο. Μετά συνάντησε την νονά του, που του πρόσφερε νερό από ένα σταμνί, το οποίο μετά έσπασε γιατί είχε πιει νερό ο εξωμότης.

Η συνείδησή του τον έλεγχε συνεχώς.  Άρχισε να μοιράζει όλα του τα χρήματα σε φτωχούς χριστιανούς. Έκλαιγε για την προδοσία του απέναντι στον Θεό και την Πατρίδα του. Μέσα του άρχισε να καίει η φλόγα της μετάνοιας. Με συντετριμμένη καρδιά εξομολογήθηκε σ’ έναν πνευματικό την αμαρτία του, αλλά και τον ζήλο του για ομολογία της αληθινής πίστης. Εκείνος λόγω του νεαρού της ηλικίας του τον συμβούλεψε να φύγει από την Ρόδο, να ανδρωθεί πνευματικά και μετά να ομολογήσει τον Χριστό. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε τον γέροντα, πέταξε το τούρκικο σαρίκι και πήγε στον Πόντο, όπου εργαζόταν, μελετούσε και προσευχόταν. Επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον άγιο εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, ο οποίος τον νουθέτησε πατρικά και τον έστειλε στην Ιερά Μονή Ιβήρων στο Άγιον Όρος για να ενισχυθεί πνευματικά. Πέντε μήνες έμεινε στο Άγιον Όρος προσευχόμενος, παρακαλώντας την Παναγία την Πορταΐτισσα να τον ενισχύσει στο μαρτύριο. Έλαβε το μοναχικό σχήμα κι έχοντας βιώσει την μετάνοια μέσα από την προσευχή και την άσκηση, με την ευχή των Πατέρων της μονής έφυγε για την Ρόδο για να ομολογήσει την πίστη του στον τόπο που την είχε αρνηθεί.

Ενδεδυμένος το καλογερικό ράσο παρουσιάστηκε ενώπιον του Χασάν, ο οποίος δεν τον αναγνώρισε, ομολογώντας του ότι είναι ο Κωνσταντίνος που τον είχε στην δούλεψή του και με δόλο τον έπεισε να εξισλαμιστεί. Ο πασάς του είπε να βγάλει τα μαύρα ρούχα και να ντυθεί την λαμπρή τούρκικη φορεσιά, ενώ του υποσχέθηκε πολλά δώρα και χρήματα. Ο άγιος τον κάλεσε να πιστέψει κι εκείνος στον Χριστό. Τότε ο πασάς διέταξε να τον ρίξουν στην φυλακή. Την τρίτη μέρα έφεραν τον άγιο μπροστά του. Όταν διαπίστωσε την σταθερότητά του, έδωσε διαταγή να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Οι τούρκοι στρατιώτες τον έδειραν, του ξερίζωσαν γένια και μαλλιά, ξέσκισαν τις σάρκες του με σιδερένια νύχια, του έσπασαν με πέτρες τα σαγόνια… Ταυτόχρονα τον έφτυναν, τον έβριζαν και τον ειρωνεύονταν: «Ας έρθει ο Χριστός σου να σε σώσει από τα χέρια μας». Ο γενναίος μάρτυρας υπέμενε προσευχόμενος να του δώσει ο Θεός δύναμη. Μισοπεθαμένο τον έριξαν αλυσοδεμένο στο μπουντρούμι. Την επόμενη ημέρα η σταθερή ομολογία του αγίου εξόργισε τον Χασάν, ο οποίος διέταξε να τον ραβδίσουν πεντακόσιες φορές στην πλάτη και τα πόδια, με αποτέλεσμα να πέσουν τα νύχια από τα πόδια του και να ρέει ποτάμι το αίμα του. Έπειτα ρίχθηκε πάλι στην φυλακή, όπου δέχθηκε θεία επίσκεψη από τον Χριστό και θεραπεύτηκε θαυματουργικά από τις πληγές του. Μετά από τρεις μέρες τον οδήγησαν πάλι στον πασά, ο οποίος οργίστηκε όταν ο άγιος δείχνοντας τον εαυτό του υγιή παρόλα τα φρικτά βασανιστήρια, τον κάλεσε να πιστέψει στον Χριστό, επιστρέφοντας κι αυτός στην πίστη των γονέων του. Ο πασάς μετά από την αποκάλυψη του αγίου ότι ήταν εξωμότης δίνει εντολή να τον βάλουν στο τιμωρητικό ξύλο, το λεγόμενο τουμπρούκι. Αυτό ήταν κορμός δέντρου με δύο τρύπες, ώστε να χωρούν ίσα- ίσα τα πόδια του μάρτυρα. Μια νύχτα, φως έλαμψε στην φυλακή και ο άγιος λύθηκε θαυματουργικά από τις αλυσίδες και το τουμπρούκι. Οι φρουροί νόμιζαν ότι έπιασε φωτιά η φυλακή! Από τότε δεν τον κάλεσε πάλι ο πασάς. Τον βασάνιζαν οι στρατιώτες του. Μια ημέρα ένας ιμάμης πήγε να τον χαστουκίσει και το χέρι του έγινε κατάμαυρο. Κανείς δεν τον πείραξε ξανά. Ένας χριστιανός του έφερνε τα Τίμια Δώρα στην φυλακή. Ο πασάς φοβόταν να εκτελέσει τον Άγιο εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Υδραίων στον αρχιναύαρχο του στόλου του Αιγαίου. Έγραψε σε κάποιον επιφανή Υδραίο ζητώντας την γνώμη του για την υπόθεση. Εκείνος έπειτα από παρέμβαση του ίδιου του αγίου (του έστειλε μήνυμα από την φυλακή) του είπε να κάνει ό,τι νομίζει.

Έτσι ο Χασάν τον έφερε μπροστά του για τελευταία φορά, και τον ρώτησε αν αρνείται τον Χριστό. Ο άγιος ομολόγησε για άλλη μια φορά με παρρησία την πίστη του. Αφού κοινώνησε για τελευταία φορά, τα χαράματα της 14ης Νοεμβρίου του 1800 ο άγιος Κωνσταντίνος απαγχονίστηκε. Το πρωί έδωσε την άδεια ο πασάς στους Χριστιανούς να τον θάψουν. Το άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Βαρούσι. Το παράδειγμα του αγίου Κωνσταντίνου μας διδάσκει ότι ακόμη κι αν έχουμε υποπέσει σε κάποιο βαρύ σφάλμα, μπορούμε να το επανορθώσουμε εφόσον το θελήσουμε με όλη μας την ψυχή, δικαιώνοντας έτσι την λαϊκή ρήση “τα στερνά τιμούν τα πρώτα”.

ΙΟΥΣΤΙΝΗ Μ.

(Φ. 174)

Advertisements