Ξενία είναι η υποδοχή ξένου εις την οικίαν και η παρεχομένη εις αυτόν περιποίησις, φιλοξενία. Η φιλοξενία δεν επεξετείνετο επί ΜΗ ΕΛΛΗΝΩΝ! Άξιοι φιλοξενίας εθεωρούντο οι ξένοι οι προερχόμενοι από άλλας Ελληνικάς πόλεις! ΟΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ εθεωρούντο ΒΑΡΒΑΡΟΙ! Απόδειξις και το ότι η λέξις «αλλοδαπός» (άλλος+δα = γη+πους) εγέννησε εκ παραφθοράς το «ποταπός» (ποδαπός), που σημαίνει ευτελής, ουτιδανός, τιποτένιος.

«Είχον την πείραν των εναντίων διαθέσεων των βαρβάρων από τας εκάστοτε επιχειρηθείσας βαρβαρικάς επιδρομάς. Διέφερεν όμως το πράγμα διά τους εξ Ελληνικών πόλεων προερχομένους ξένους^ αυτοί όχι μόνον ήρχοντο ως φίλοι και εθεωρούντο τοιούτοι (χαρακτηριστικώς η λέξις ξένος εχρησιμοποιείτο  ως συνώνυμον της λέξεως φίλος), αλλ’ ενομίζοντο και ικέται του Διός, άρα προστατευόμενοι του Ξενίου Διός ή του ικετησίου Διός. Την ιερότητα των ξένων εξησφάλιζε η επικρατούσα πίστις ότι πολλάκις οι Θεοί οι ίδιοι περιήρχοντο τας πόλεις υπό μορφήν κοινών θνητών, ίνα ελέγχουν αυτοπροσώπως εις ποίας πόλεις επεκράτει η ευνομία και εις ποίας η ύβρις (η αθεοφοβία!). Η τοιαύτη ξενία προσελάμβανεν αυτομάτως την μορφήν της πλήρους ασυλίας, οσάκις ο φιλοξενούμενος εδιώκετο υπό τινος δι’ οιονδήποτε λόγον. Ο θίγων τον ξενιζόμενον έθιγεν αμεσώτατα τον ξενίζοντα. Ο υποδεχόμενος εις τον οίκον τον ξένον δεν τον ηρώτα καν ποίος ήτο, πόθεν και προς τίνα σκοπόν ήλθε, παρά μόνον αφού εξεπλήρον το καθήκον του και εδείκνυε εμπράκτως τον σεβασμόν του προς τον Ξένιον Δία. Κατά την αναχώρησιν του ξένου αντηλάσσοντο τα ξένια δώρα και συνηθέστατα κατά τον αποχωρισμόν ετέμνετο και αστράγαλος εις δύο τεμάχια, ων το εν εκράτει ο ξενίσας και το έτερον ο ξένος. Ούτω εξησφαλίζετο η αναγνώρισις και η ανανέωσις της φιλίας μετά παρέλευσιν μακρού χρόνου. Η “ξενία” μετεβιβάζετο κληρονομικώς εις τους απογόνους. Εις την Ιλιάδα του Ομήρου βλέπομεν ότι ο Διομήδης και ο Γλαύκος, ευρεθέντες αντιμέτωποι εις το πεδίον της μάχης και ανταλλάξαντες τας γνωστάς προσφωνήσεις, ανεγνωρίσθησαν διά τοιούτων ανταλλαγέντων υπό των πατέρων των “δώρων ξενίας” και απέφυγον την αλληλοεξόντωσιν…».

(Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου)

Ζ 215 Η ρα νυ μοι ξείνος πατρώιός έσσι παλαιός

…….

Ως άρα φωνήσαντε, καθ’ ίππων αίξαντε χειράς τ’ αλλήλων λαβέτην και πιστώσαντο…

Δηλαδή: Στ’ αλήθεια φίλος πατρικός από παληά μου είσαι

……

Έτσι είπαν κι απ’ τους ίππους τους ευθύς κάτω επήδηξαν τα χέρια τους εδώσανε κι εμπιστοσύνη έδειξαν.

Αλλά και στην Οδύσσεια περιγράφεται όλο το τυπικόν της φιλοξενίας, όταν ο Τηλέμαχος (α102-177) υποδέχεται την Θεά Αθηνά μεταμορφωμένην εις ξένον. Και στο γ31-37, όπου ο Νέστωρ υποδέχεται τον Τηλέμαχον και τον Μέντορα.

Πολύ χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι:

«Αντί κασιγνήτου ξεινός… (=σαν αδελφός είναι ο ξένος).

«Ξείνε, ου μοι θέμις έστ’… ξείνος ατιμήσαι^ προς γαρ Διός εισίν άπαντες ξείνοι τε πτωχοί τε…» (ξ, 56).

Όμως και ο φιλοξενούμενος έπρεπε να τιμήση την παρεχομένην εις αυτόν φιλοξενίαν και τον φιλοξενούντα οικοδεσπότην. Η Τροία έπεσε και όλοι οι Τρώες επλήρωσαν την ύβριν την οποίαν διέπραξε ο Πάρις εις τον φιλοξενούντα αυτόν Μενέλαον, κλέβοντας όχι μόνον την Ελένη, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από την οικίαν του Μενελάου: «Πάρις ξενίαν κατήσχυνε». (Ευριπίδου Ρήσος στ. 842).

Ξενών = Ενδιαίτημα (χώρος, οικίσκος), όπου κατέλυον οι ξένοι.

Ξένος: ο «φιλοξενούμενος» ταξιδιώτης.

Η λέξις «ξένος» (κσένος) ετυμολογείται εκ του «σκηνή» (σκηνή, εκ του σκιά, ως παρέχουσα φυλακτήριον εκ του ηλίου, «αλεξήλιον»), το πρόχειρον κατάλυμα το οποίον ευρίσκετο συνήθως εις το αίθριον. Η Αιολική διάλεκτος αναφέρει τον ξένο ως σκένον. Ο Ξενοφών (Ανάβασις Ε~ 5.20) ιστορεί: «εδέχετο ημάς αυτό το χωρίον… σκηνούσι δε εν ταις οικίαις οι κάμνοντες…».

Αι «σκηναί» αυταί ή «οικίσκοι» ευρίσκοντο εις τας μεγάλας οικίας εις το Αίθριον ή το Πρόστωον, εις το Υπερώον, είτε εις τον Πρόδομον: «Εύρε Τηλέμαχον και Νέστορος υιόν, εύδοντε (= καθεύδοντες) εν προδόμω Μενελάου» διαβάζουμε στην Οδύσσεια (ο,4). Δηλαδή, ο Τηλέμαχος και ο γυιός του Νέστορος, φιλοξενούμενοι υπό του Μενελάου, είχαν πλαγιάσει και εκοιμώντο εις πρόχειρον κατάλυμα εις το πρόστωον του Μενελάου.

Αυτοί ήσαν οι ξένοι εις την Αρχαία Ελλάδα και όχι λαθρομετανάστες, λαθροεισβολείς και λαθρέποικοι υποδυόμενοι τους πρόσφυγες και μετανάστες, και μη σεβόμενοι τίποτε.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 174)

Advertisements