Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΓ΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

Για μια λεπτομερεστέρα μελέτη των Ελλήνων ημπορούμε να εξετάσουμε τις σειρές που εμετρήθησαν στην Βοστόνη, οι οποίες, αν και δίχως αμφιβολία υπέκειντο σε επιλεκτικές δυνάμεις, δεν δείχνουν να διαφέρουν τόσον πολύ από τα ιθαγενή ελληνικά δείγματα για τους σκοπούς  μας. Οι άνδρες που εμετρήθησαν προήρχοντο από όλα τα μέρη της Ελλάδος και από την Μικρασία. Το μέσον ανάστημά τους, 168 εκατοστά, είναι μετρίως υψηλό. Οι σωματικές τους αναλογίες είναι κατά το μέγιστο μέρος τους ενδιάμεσες, οι ώμοι είναι φαρδείς, το μήκος του κορμού μέτριον, όπως εμφαίνεται από το σχετικό καθιστικό ανάστημα 52,9. Το σχετικό εύρος είναι 104.

Οι κεφαλές τους, με ένα μέσο κεφαλικό δείκτη 82, είναι μακρές για βραχυκέφαλους (189 χιλιοστά) και μετρίου πλάτους (154 χιλιοστά). Το ύψος της κεφαλής των 127 χιλιοστών, είναι μετρίως υψηλό. Το ινίον προπίπτει, αλλά ολίγον, στην πλειονότητα της ομάδος. 40% έχουν λαμδοειδή επιπέδωση ενώ κάποιος βαθμός ινιακής επιπεδώσεως εμφανίζεται σε ποσοστόν περισσότερον του 50%. Ωστόσον αυτή είναι έντονη μόνον περίπου στο 20%. Τα προσωπικά πλάτη είναι : ελάχιστο μετωπικό 107 χιλιοστά, διαζυγωματικό 142 χιλιοστά και διαγωνιαίο (μεταξύ των δύο «γωνίων» της γνάθου) 111 χιλιοστά. Το μεγάλο εύρος της άνω γνάθου, συγκρινόμενο με εκείνο του μετώπου, είναι μια ελληνική ιδιαιτερότης και ευρίσκεται σε ισχυρά αντίθεση με την ανεστραμμένου τριγώνου μορφή προσώπου των Αλβανών Διναρίων. Το ύψος προσώπου είναι 104,4 χιλιοστά, το ύψος του άνω προσώπου 75,6 χιλιοστά. Ο προσωπικός δείκτης 87 είναι μεσοπροσωπικός, ο άνω προσωπικός δείκτης 53 είναι ολίγον υψηλότερος σε σύγκριση με τον προηγούμενο. Οι ρίνες είναι τόσον μακρές (58,8 χιλιοστά) όσον και μετρίως ευρείες (37 χιλιοστά). Ο ρινικός δείκτης 63,2 είναι λεπτόρρινος.

Οι ανωτέρω δεδομένες διαστάσεις, είναι στο μεγαλύτερον μέρος τους αρκούντως ποικίλες. Περιλαμβάνεται ένας αριθμός διακριτών τύπων, αλλά τα μετρικά χαρακτηριστικά της ομάδος ως συνόλου δεικνύουν μιαν ανάμειξη Διναρίων και Αλπίνων με Ατλαντομεσογείους, η οποία πιστοποιείται από τα επισκοπικά δεδομένα που ακολουθούν.

Το τρίχωμα της κεφαλής είναι ευθύ σε ολίγο περισσότερον του ημίσεως της ομάδος και κυματιστό στο πλείστον του υπολοίπου, όμως το γυρό (σγουρό) τρίχωμα δεν είναι ασύνηθες. Συνήθως είναι λεπτό έως μέτριο σε υφή. Τουλάχιστο στο ήμισυ των ενηλίκων αρρένων Ελλήνων το τρίχωμα είναι λεπτό στην κεφαλή και περίπου ένας στους πέντε κάθε ενηλίκου ομάδος είναι φαλακρός. Στη γηραιά ηλικία η φαλακρότης επιδρά στην πλειονότητα. Η ανάπτυξη της γενειάδος κατά κανόνα είναι πυκνοτέρα απ’ ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές ομάδες και το σωματικό τρίχωμα είναι συνήθως άφθονο.

Οι οφρύες είναι συχνά πυκνές και συρρέουν στο 75% της ομάδος. Τα υπερόφρυα συνήθως έχουν μετρία ανάπτυξη. Τα μέτωπα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δίνουν μιαν εμφάνιση μεγάλου πλάτους και σπανίως είναι επικλινή περισσότερον από ελάχιστα. Τα ρινικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων είναι ποικίλα αλλά υπάρχουν διακριτά στοιχεία τα οποία περιρρέουν την συνολική ομάδα. Κατά κανόνα η ρίζα είναι μετρίως υψηλή και μέτρια έως πλατιά. Οι λεπτές ρίζες, συνήθεις μεταξύ των περισσοτέρων  βορειοευρωπαίων  και Διναρίων, είναι σπάνιες.  Η γέφυρα της ρινός είναι μετρίου έως μεγάλου ύψους, σχεδόν ουδέποτε χαμηλή. Το εύρος κατά κανόνα είναι μέτριο έως πλατύ. Η ρινική κατατομή είναι ευθεία στο 45% της ομάδος, καμπύλη στο 30% και κυρτή σχεδόν στο 10%, ενώ στο υπόλοιπο είναι κυματιστή ή καμπυλοκυρτή. Η κορυφή κατά κανόνα είναι παχεία και ανυψωμένη περισσότερον απ’ ότι εμπιεσμένη. Τα ρινικά πτερύγια κατά κανόνα είναι συχνότερον προέχοντα παρά συμπιεσμένα. Στο σύνολον ολίγες ελληνικές ρίνες ημπορούν να πιστοποιηθούν ως Διναρικές, με την αυστηρά έννοια του όρου, περισσότερον είναι τυπικά αλπικές, ενώ μία ευρείας κατατομής, συστατικώς ευρεία μορφή, είναι η συνηθεστέρα.

Δεν υπάρχει τίποτα αξιοσημείωτο σχετικώς με τα χείλη και την στοματική χώρα την Ελλήνων. Τόσον μεμβρανώδη όσον και σαρκώδη πάχη χειλέων είναι των συνήθων ευρωπαϊκών διαστάσεων και η αναστροφή είναι κατά κανόνα ελαφρά έως μετρία. Ωστόσον η χειλική αύλαξ είναι συνήθως ορατή και κάποιες φορές προεχόντως υπεγερμένη. Ένας ελαφρός βαθμός προσωπικού προγναθισμού ευρίσκεται σχεδόν στο ήμισυ της ομάδος, προγναθισμός των κυνικών βοθρίων είναι σπάνιος. Τα τυπικά ελληνικά χαρακτηριστικά είναι πλήρεις καμπύλοι θόλοι, πλήρεις παρειές, πλαγίως προέχουσα παρειακή χώρα και ισχυρώς κεκλιμένες γναθιαίες γωνίες. Σε αυτά τα προσωπικά χαρακτηριστικά, αρκούντως περισσότερον του ημίσεως, επιδεικνύει μιαν ακραία ανάπτυξη για Ευρωπαίους. Εντός της ελληνικής ομάδος οι παχείες γενειάδες, τα βαρέα υπερόφρυα και οι συρρέουσες οφρύες, τείνουν να συσχετιστούν με έναν Αλπικό τύπο. Υπάρχει επίσης μία διασύνδεση μεταξύ του υψηλού αναστήματος στην τάξη των 170 εκατοστών, κεφαλικών δεικτών περί το 80, ευθειών ρινών, βαθυκαστάνου τριχώματος και βαθυχρώμων καστανών οφθαλμών. Η τελευταία ομάς συσχετίσεων δηλώνει σαφώς την παρουσία ενός ισχυρού Ατλαντομεσογείου στοιχείου. Υπάρχουν επίσης ισχυρές συνδέσεις μεταξύ μαύρου τριχώματος, ινιακής διαπλατύνσεως και στενών προσωπικών χαρακτηριστικών τα οποία σημαίνουν Διναρικό ή Αρμενοειδή τύπο. Το ότι το μικρό ποσοστό ξανθοχρωμίας μεταξύ των Ελλήνων είναι κατά το πλείστον Βορείου προελεύσεως αναδεικνύεται από την διασύνδεσή του με εξωτερικές οφθαλμικές πτυχές, σχετική λεπτότητα του γενείου και απουσία συρροής των οφρύων.

Εν ολίγοις, οι Έλληνες είναι ένα μείγμα φυλετικών τύπων από τους οποίους δύο είναι οι πλέον σημαντικοί : ο Ατλαντομεσόγειος και ο Αλπικός. Εδώ είναι παρούσα η Διναρικότης, αλλά όχι ολότελα κυρίαρχος. Αληθείς Αλπίνοι είναι συνηθέστεροι, παρά πλήρεις Δινάριοι. Το Βόρειο στοιχείο είναι ασθενές, όπως πιθανόν ήταν από τις ημέρες του Ομήρου. Ο φυλετικός τύπος στον οποίο ανήκει ο Σωκράτης είναι σήμερον ο πλέον σημαντικός, ενώ ο Ατλαντομεσόγειος, εμφανής στην Ελλάδα από την εποχή του χαλκού, είναι ακόμη ένας μείζων παράγων. Είναι η προσωπική μου ανταπόκριση προς τους ζώντες Έλληνες ότι, είναι αξιοσημείωτη η συνέχεια με τους προγόνους τους του αρχαίου κόσμου, περισσότερον απ’ ότι το αντίθετο. (Συνεχίζεται)

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 174)

Advertisements