Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΔ΄

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ  INCUNABULA

«Οι ζώντες κάτοικοι της Κρήτης διαφέρουν αξιοσημειώτως από τους Έλληνες της κυρίως χώρας. Είναι υψηλότεροι με μέσο ανάστημα 169 εκατοστά και μεσοκέφαλοι με μέσο κεφαλικό δείκτη 79. Σε κάποιες περιοχές, όπως στην πεδιάδα, ο μέσος όρος είναι πραγματικά στο άνω όριο της δολιχοκεφαλίας στο 77. Οι κεφαλές των μεσοκεφάλων Κρητών είναι τόσον μακρές όσον εκείνες των Βορείων ή Ατλαντομεσογείων. Ένα μέσο μήκος 193 χιλιοστών και πλάτος 149 χιλιοστών χαρακτηρίζει την ομάδα με ένα μέσο δείκτη 77.

Στις προσωπικές και ρινικές διαστάσεις οι Κρήτες ομοιάζουν με τους λοιπούς Έλληνες. Ωστόσον είναι κατά τι ξανθότεροι, μόνον 35% έχει σαφώς καστανόχρωμους οφθαλμούς, ενώ περίπου 7% έχει ανοικτόχρωμους ή κυρίως ανοικτόχρωμους οφθαλμούς. Το υπόλοιπο είναι μικτό με βαθύχρωμο μείγμα στην μεγάλη πλειοψηφία του. 25% έχουν μαύρο τρίχωμα κεφαλής, περίπου 50% βαθυκάστανο, 10% ανοικτό καστανό ή ξανθό και το υπόλοιπο μετρίως καστανό. Όπως μεταξύ των Αλβανών -και όχι όπως μεταξύ του πλείστου των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδος- οι γενειάδες είναι πολύ πιο ανοιχτόχρωμες. 40 % έχουν ξανθούς ή ανοικτοκαστάνους μύστακες με έναν ίσο αριθμό μελαίνων ή βαθυκαστάνων. Περίπου το 1/6 έχει ανοικτοκάστανο έως πολύ καστανόλευκο χρώμα δέρματος.

Μια ειδική ομάδα οι Σφακιανοί που ζουν κοντά στην δυτική άκρη του Νοτίου μέρους της νήσου, διαφέρουν από τους υπόλοιπους Κρήτες σε έναν αριθμό χαρακτηριστικών.  Είναι πολύ υψηλοί, με ένα μέσο ανάστημα 175 εκατοστών και μέσο- έως υποβραχυκέφαλοι, με έναν μέσο κεφαλικό δείκτη 81,6. Έχουν ιδιαιτέρως μεγάλες κεφαλές με μέσο μήκος 191 χιλιοστά και πλάτος 155 χιλιοστά, τα πρόσωπά τους είναι μακρύτερα από των άλλων και εξίσου πλατιά ή πλατύτερα. Μορφολογικώς οι Διναρικοί τύποι είναι κοινοί μεταξύ τους. Ημπορούν να συγκριθούν με τους Μαυροβούνιους και ακρότατα βορείους Γκέγκηδες. Συμφώνως προς την γενική παραδοχή των αρχών περί της Κρήτης, οι Σφακιανοί είναι οι εν μέρει απόγονοι των Δωριέων που εισέβαλλαν στο νησί κατά το τέλος της Μινωϊκής περιόδου. Το ότι κάποιοι από αυτούς ομοιάζουν στον παραδοσιακό Σπαρτιατικό τύπο είναι πολύ πιθανόν. Ημπορεί κανείς να αποδώσει την προέλευσή τους από τον Βορρά, από την περιοχή στην οποία εσχηματίσθη ο μακρότερος κλάδος της Διναρικής φυλής.

Οι ζώντες Κρήτες είναι κατά το πλείστον Ατλαντομεσόγειοι και ουδεμία μεταδωρική μετανάστευση υπήρξε στο νησί η οποία θα ημπορούσε να φέρει έναν τέτοιο τύπο σε μεγάλους αριθμούς. Η μόνη λογική εξήγηση της παρουσίας του στην Κρήτη, σχηματισμένη με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, είναι ότι κάποιο από αυτό το στοιχείο υπήρχε στην Κρήτη στα μινωϊκά χρόνια, πιθανώς στο περισσότερο μέρος μεσομινωϊκά και υστερομινωϊκά. Επίσης ότι μεταναστεύσεις από την κυρίως Ελλάδα την εποχή της μινωϊκής καταρρεύσεως ημπορεί να έφεραν περισσότερους.

Το δεδομένο ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των Κρητών είναι ξανθοί απ’ ότι αντιστοίχως οι άλλοι Έλληνες, είναι ένα θέμα που απαιτεί επαρκή δεδομένα και κάποια ανάλυση για να εξηγηθεί. Ημπορεί κάποιος να αποδώσει μεγάλο μέρος της ξανθοχρωμίας ίσως στην εισβολή που έφερε τους Σφακιανούς, ενώ ένα μέρος της πρέπει να είναι εγγενές στην Ατλαντομεσόγεια φυλή. Όμως η άφιξη των πρώιμων ελληνοφώνων ημπορεί να έφερε άλλη ξανθοχρωμία από εκείνην η οποία εγεννήθη από τους βραχυκεφάλους και η Κρήτη είναι μία νήσος – είναι αρχή της νησιωτικής ανθρωπολογίας (καλοσχηματισμένη από τις Βρετανικές νήσους) ότι όταν μια πολυάριθμη ομάδα εισβάλλει σε ένα νησί έχει καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης απ΄ ότι σε μιαν ηπειρωτική περιοχή, όπου υπάρχει μια κοντινή ορεινή ή δασώδης ενδοχώρα, στην οποία ημπορεί να οπισθοχωρήσουν πρωιμότεροι τύποι και από την οποία ημπορούν να επανεμφανισθούν.

Ωστόσον, η σημαντική ανακάλυψη σχετικώς με την Κρήτη είναι το γεγονός ότι, ο πληθυσμός της είναι κατά το πλείστον Ατλαντομεσόγειος. Αυτή η φυλή φαίνεται να είναι σχεδόν το ίδιο σημαντική στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος. Ενεφανίσθη επίσης στην Διναρική περιοχή και στην Σερβία και θα ιδούμε περισσότερα από αυτήν στα Ανατολικά Βαλκάνια.

Μια βιβλιογραφία έργων επί της φυσικής ανθρωπολογίας των συγχρόνων Ελλήνων θα περιελάμβανε τα ακόλουθα :

– Apostolides Μ., (επικοινωνία με τον Joseph Deniker) «Bulletin de la Societe d’ Anthropologie de Paris», Σειρά 3, τόμος 6, Παρίσι 1883, σ. 614-616, «Quelques  measures sur le vivants prises en Grece» («Κάποιες μετρήσεις  επί ζώντων δειγμάτων στην Ελλάδα»).

– Чучукало, Григоґрий Иваґнович / Cucukalo, J. G. (Γκρηγκόρι Ιβάνοβιτς Τσουτσούκαλο) «Anthropologie», τόμος 8, Πράγα 1930, σ. 120-136, «Recove Mariupolsti» («Έλληνες της Μαριουπόλεως»).

– Margaret Masson Hardie Hasluck και Geoffrey McKay Morant «Biometrika», τ. 21, Οξφόρδη 1929, (1-4) σ. 322-336, «Measurements of Macedonian men» (Μετρήσεις Μακεδόνων ανδρών)

– Ales Hrdlicka, «The Old Americans» («Οι παλαιοί Αμερικανοί») εκδόσεις Williams and Wilkins Company, Βαλτιμόρη 1925

– Κούμαρης Ιωάννης / Koumaris, J., Πρακτικά «XVe Congres international d’anthropologie & d’ archιologie prιhistorique. IVe  session de l’ Institut international d’ anthropologie. Portugal, 21-30 Septembre 1930, Coimbre, Porto» σ. 218 -221, Librairie E. Nourry, 1931, Παρίσι

– Neophytos, Aristote G., «L’ Anthropologie», τ. 1, Παρίσι 1890, σ. 679-711, «Le district de Kιrassunde au point de vue anthropologique et ethnographique» («Η περιοχή της Κερασούντος από ανθρωπολογική και εθνολογική σκοπιά») και τ. 2, 1891, σ. 25-35, «Le Grec du nord – est de l’ Asie Mineure au point de vue anthropologique» («Ο Έλλην της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας από ανθρωπολογική σκοπιά»)

– Ornstein Bernhard (Γενικός Αρχίατρος του Ελληνικού Στρατού), «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 9, Βερολίνο 1877, σ. 485-487 «Sacral Trichose bei Hellenen» («Τρίχωσις της ιεράς Χώρας παρά τοις Έλλησιν») και τ. 11, 1879, σ. 305-306 αναφορά του «Ueber Farbe der Augen, Haare und Haut der heutigen Bewohner Griechenlands». («Περί του χρώματος των οφθαλμών, του τριχώματος και του δέρματος των συγχρόνων κατοίκων της Ελλάδος»)

– Pittard Eugene, «Archives suisses d’ anthropologie gιnιrale», τ. 1, Γενεύη 1914, σ. 7-36 «Ethnogιnie de la Pιninsule des Balkans- Contribution a l’ ιtude anthropologique des Grecs» («Εθνογένεση των Βαλκανίων – Συνεισφορά εις την ανθρωπολογική μελέτη των Ελλήνων» και «Revue d’ Anthropologie», Παρίσι (1872-89) τ. 25, 1915, σ. 447-454 «Comparaison de quelques caracteres somatologiques chez les Turcs et les Grecs».(«Σύγκριση κάποιων σωματολογικών χαρακτηριστικών μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων»)

– Schiff Fritz, «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 46, 1914, σ. 8-41 «Beitrag zur Anthropologie von Kreta. Die Eparchie Pyrgiotissa» («Συνεισφορά επί της ανθρωπολογίας της Κρήτης. Η Επαρχία Πυργιώτισσας») και «Beitrage zur Anthropologie der sόdlichen Peloponnes (Die Mani)» («Συνεισφοραί επί της ανθρωπολογίας της νοτίου Πελοποννήσου. (Η Μάνη)»)

– Felix von Luschan, «Zeitschrift fόr Ethnologie», τ. 45, Βερολίνο 1913, σ. 307-393, «Beitrage zur Anthropologie von Kreta» «Συνεισφοραί επί της ανθρωπολογίας της Κρήτης»

– Stephanos, Clon, «Dictionnaire Encyclopιdique des sciences medicales», («Εγκυκλοπαιδικό λεξικό των ιατρικών επιστημών») σειρά 4η, τ. 10, Παρίσι 1884, Άρθρον Grιce-§VII Anthropologie («Ελλάς – Ανθρωπολογία»), σ. 432 – 440.

– Weisbach Augustin, «Mitteilungen der Anthropologischen Gesellschaft in Wien»,  τ. 11, Βιέννη 1882, σ. 72-97, «Die Schadelform der Griechen» («Η μορφή του κρανίου των Ελλήνων»).

– Boleslaw Rosiρski, [Πολωνός ανθρωπολόγος, γενετιστής και φυλογνώστης της λευκής φυλής (1884-1964), μαθητής του μεγάλου Jan Czekanowski και Καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας] στο «Kosmos – Problemy Nauk Biologicznych», («Κόσμος – Προβλήματα των βιολογικών επιστημών», περιοδικό της «Κοπερνικείου Πολωνικής Εταιρείας Φυσιογνωστών») τ. 50, 1925, σ. 584-637, «Wyspa Kreta przedhistoryczna I wspόlczsna, pod wzglκdem antropologicznym» («Η νήσος Κρήτη προϊστορική και σύγχρονη, ανθρωπολογικό δοκίμιο»)

– Hawes, Charles Henry, «Annual Report of the British School at Athens», τ. 16, Λονδίνο 1910, σ. 258-280 «Some Dorian Descendants?» («Κάποιοι απόγονοι των Δωριέων ;»). [Στο εν λόγω άρθρο ο σπουδαίος ελληνολάτρης Άγγλος ανθρωπολόγος έγραφε : «Ο πειρασμός να διερευνήσουμε την προέλευση ανθρώπων που έφεραν μαζί τους τον πόλεμο και την καταστροφή, αλλά των οποίων την απορρόφηση  ακολούθησε η μεγάλη αναγέννηση της Ελλάδος, είναι μεταδοτικός. Οι φιλόλογοι δεν εσεβάσθησαν την προειδοποίηση του (μεγάλου κλασικού ιστορικού Karl Julius) Beloch, ο οποίος πριν από είκοσι χρόνια έγραψε : «Βεβαίως  έχουν λάβει χώρα μετακινήσεις στην ελληνική χερσόνησο τα προϊστορικά χρόνια, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα περί αυτών, απολύτως τίποτα, και όποιος άλλως περί αυτού ισχυρίζεται εξαπατά τον εαυτό και το κοινό του» και τώρα ο ανθρωπολόγος ενεθαρρύνθη να προσπαθήσει. Από το 1890 πολύ νερό έχει ρεύσει υπό την γέφυρα, και  ορμώ. Λαμβάνω την άδεια για να αλλάξω το ερώτημα από τον συνήθη τύπο, «Ποιοι ήσαν οι Δωριείς;» στο «Ποιοι είναι οι Δωριείς;». Η προσπάθεια γίνεται από την άποψη της φυσικής ανθρωπολογίας, με την ελπίδα ότι μπορεί να αποδειχθεί μια συμβολή. Για την ενίσχυση της αρχαιολογίας και της φιλολογίας είναι προφανώς απαραίτητη στη λύση ενός τέτοιου περίπλοκου ερωτήματος »]

Παραλλήλως  προς αυτές τις δημοσιευθείσες εργασίες εγένετο αναφορά και σε μια σειρά 113 Ελλήνων οι οποίοι εμετρήθησαν  στην Βοστώνη το 1932 από τους Δόκτορες (και μετέπειτα Καθηγητές ανθρωπολογίας) Burleigh Bradford Gardner, Solon Toothaker Kimball,  Mischa Titiev  και τον (ανθρωπομέτρη – μαθηματικό) E. Muller, ως μέρος ενός πτυχιακού μαθήματος, υπό την διεύθυνση του συγγραφέως.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 175)

Advertisements