%cf%86%cf%86%cf%86%ce%b4
Ο ναός της Αρτέμιδος στην Εφεσο

Aστεα και πόλεις, βασιλείς και άρχοντες, Νόμοι και Θεσμοί, Ιερά και όσια…

Τα ιερά είναι «θέσει θεία», τα δε όσια «φύσει θεία» (Όσιον: «ο πάντες οι θεοί φιλούσι», εκ του σιός = θεός (δωρ.) ο σιός – όσιος. Θείος = θεϊκός, ο ανήκων εις τον Θεόν. «Από θεού άρχεσθαι»!)

«ΟΠΕΡ ΕΝ ΝΗΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ, ΤΟΥΤΟ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΚΟΣΜΩ».

(Αριστοτέλης, Περί κόσμου 6-Ζα).

«Ο ΘΕΟΣ Η ΝΟΥΣ ΕΣΤΙΝ Η ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΙ ΤΟΥ ΝΟΥ»

(Αριστοτέλης, Περί κόσμου 28-2β)

«Ό,τι είναι στην βάρκα ο κυβερνήτης, αυτό είναι ο Θεός στον κόσμο».

«Ο Θεός είναι ή Νους ή κάτι πέραν του Νου!»

Ποικίλη η ετυμολογία της λέξεως ΘΕΟΣ.

α. Πλάτων: εκ του ρήματος Θέω = τρέχω, διότι τα ουράνια σώματα τα θέοντα εις τον ουρανόν, ελατρεύθησαν υπό του ανθρώπου ως οι πρώτοι θεοί.

Άλλη εκδοχή εκ του ρήματος θεώμαι: «Θεός λέγεται διά το ότι θεάται, θεωρεί (ο θεός ορά, τα πάντα).

β. Πλούταρχος: δέχεται και τις δύο εκδοχές «από το θεώμαι και θέω».

γ. Ηρόδοτος: εκ του ρήματος θέτω «Θεούς προσωνόμασαν από του ότι κόσμω θέντες τα πάντα πράγματα».

Πιθανώτερον είναι ότι ο Θε-ός περιέχει μαζί το Θε του Θέ-ω, του θε-ωμαι και του θέ-τω!

Δρ. Άρθουρ Κάισλερ: «Οι Έλληνες μας εκληροδότησαν μία από τις ωραιότερες λέξεις της γλώσσας μας, την λέξη ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ, από το εν-θεός (ένας θεός μέσα μας). Το μεγαλείο των πράξεων του ανθρώπου, έχει σαν μέτρο του την έμπνευση από την οποία πηγάζουν. Μακάριος, όποιος φέρει ένα θεό μέσα του…».

Δαίμων: δαίμονες οι θεοί, δαήμονες (δαήμων εκ του δάω = διδάσκω, γνωρίζω. Το αντίθετον, Αδαής) όντες, οίον έμπειροι ή ότι τα πάντα μερίζουσιν, από το δάσασθαι (δαίω = μερίζω) (Πλάτωνος Κρατύλος).

«Το δαιμόνιον μεταξύ εστί θεού τε και θνητού (Πλάτων, Συμπόσιον 23).

Άγγελος: εκ του αν-άγω, ανάγομαι – ανάγου (προστακτική), δηλ. είσαι ανάγελος – άνγελος – άγγελος. (Αρχαία Ελληνική επιγραφή: «ΑΝΓΕΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΩΝ». Λέγεται και Αγγέριος (δηλ. Αγγέλιος ρ-λ). Εκ του άγω και ο δι-άκτωρ = άγγελος. Οι Άγγελοι Ερμής και Ίρις είναι οι αγγελιαφόροι, οι διερμηνεύοντες την βούλησιν του Διός.

Μάκαρες θεοί: μάκαρ εκ του μη+κηρ (= όλεθρος, καταστροφή). Οι θεοί είναι αιώνιοι. Τρώγουν Αμβροσία (α στερητ. + μροτός, βροτός) εν αντιθέσει με τους βροτούς (θνητούς) ανθρώπους και πίνουν Νέκταρ (εκ του νη+κτώμαι, δηλαδή «το άκτητον, ο ουδενός θνητού γίνεται κτέαρ (= κτήμα)».

Οι θεοί τιμώνται εις ευκτηρίους οίκους, όπως:

Ναός = κατοικητήριον θεού, εκ του ναίω = κατοικώ.

Τέμενος: ναός, εκ του τέμνω. Τμήμα γης αφιερωμένο εις τον θεόν.

Τελεστήριον: ναός, ως τόπος ιερών τελετών. Τελετή = μυστηρίων τελείωσις.

Σεμνείον: ναός, εκ του σέβομαι – σεβνός – σεμνός.

Ιερόν: ναός, τόπος ιερός, εκ του ίημι (= βάλλω + ρέω).

Βωμός: εκ του ρήματος βαίνω: «ο βεβηκώς, ιδρυμένος τοις θεοίς προς θυσίαν». «Ανέβη επί βωμόν υψηλόν».

Σηκός: εκ του σώος + ήκω (= φθάνω). Ο εναγκαλισθείς ως ικέτης του βωμού, εσώζετο.

Τους ναούς εκόσμουν εικόνες, ειδώλια, αγάλματα, ξόανα των θεών.

Εικών: ομοιότης πρωτοτύπου, εκ του ρήματος έοικα = φαίνομαι όμοιος, ομοιάζω, εξ αχρήστου ενεστώτος είκω (παράγωγα: Εικαστικαί τέχναι, εικασία).

Είδωλον: απεικόνισις «είδους» μη ορωμένου, ει μη διά της φαντασίας, διά της «ιδέας».

Άγαλμα: «παν εφ’ ω τις αγάλλεται». (αγάλλομαι = χαίρομαι).

Ξόανον: αρχέγονον άγαλμα σκαλισμένο σε ξύλο, εκ του ρήματος ξέω (= ξύνω).

Εν τέλει, οι Ευκτήριοι οίκοι, όπου ετιμώντο οι θεοί, εκ του εύχομαι (ευ+έχειν), προσεύχομαι. Εκ του ευκτήριον – το κτήριον.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ.176)

 

 

Advertisements