froura__article

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα. Ένας κόκκος άμμου στο απέραντο σύμπαν που αναπαρήγαγε και συνάμα προεικόνιζε το Άτομο, αυτό που η σχάση του έχει την δύναμη να τινάξει τον Κόσμο στον αέρα και να τον ξαναγεννήσει.

Αυτό το «μαγαζί γωνία» του κόσμου, μας δόθηκε για Πατρίδα με δοκιμασμένες και στέρεες οδηγίες από εκείνους που το δούλεψαν πριν από μας, και που πυκνώνονται σε τούτο το Παλαμικό:

«Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,

όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,

και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,

κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.

Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,

ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,

και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.

Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, (γίνε) διαφεντευτής.

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,

πέσουν καιροί οργισμένοι,

κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,

για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια.

Μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι!

Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι,

κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,

για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει,

κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,

κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα».

Και είναι η Πατρίδα τούτη, τούτη  την ώρα κυνήγι στα νύχια του αρπαχτικού που το χτυπά στα βράχια και το δαγκάνει με λύσσα, να το ξεπαστρέψει. Μα το θήραμα αυτό είναι πιο δύσκολο απ’ όλα τα άλλα, γιατί έχει Ψυχή που δεν παραδίνεται.

Δεν ξέρω αν «η Δημοκρατία των Αθηνών σβήσει οριστικώς στα βρώμικα νύχια τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή στις αρπάγες της τουρκικής στρατιάς τού Αιγαίου» καταπώς έγραψε ο διανοητής Κονδύλης. Δεν ξέρω ποιος θα είναι αυτός που θα στείλει στον Αγύριστο τους Φράγκους υποτακτικούς του Μεγάλου Τρωκτικού που τολμούν να ξεστομίσουν το απαξιωτικό «Forget it, Greece!». Ξέρω όμως πως το Έθνος δεν θα παραδοθεί. Οι μαλθακοί μπαρόβιοι νεολαίοι κι ο αστοιχείωτος λαουτζίκος των τουρκοσήριαλ, μοιραίοι και άρρωστοι από το σάλιο της Κομμουνιστικής φθίσης, σφίγγονται ο ένας πλάι στον άλλο μοιρολογώντας  το «πόσο βάσανο μεγάλο το βάσανο είναι της ζωής». Κι οι άλλοι, οι κορεσμένοι από το συβαριτικό χρυσίο, περιμένουν διασκεδάζοντας την ανία τους, το χατζάρι να πέσει στον παχύ, χορτάτο σβέρκο τους.

Οι ελάχιστοι ιδεαλιστές και οι μόνοι πραγματιστές, οι Εθνικιστές, είμαστε αυτοί που με την αγαθή συνείδηση και την καθαρή καρδιά μας, την θέληση και την δουλειά μας, θα σχηματίσουμε για το Έθνος το όραμα μιας νέας εθνικής Επαναστάσεως, με λύσεις άμεσες και εφαρμόσιμες, ταιριαστές στον τόπο μας και την ιδιοσυγκρασία του λαού μας. Το χωράφι πρέπει να το ξεχερσώσουμε. Να βγάλουμε τις πέτρες και τ’ αγριόχορτα. Μπορεί να φέρουμε κι άλλο, πιο γόνιμο χώμα, να προσαρμόσουμε την καλλιέργεια, να παλέψουμε και να ματώσουμε. Μα επειδή είμαστε Έλληνες, σε τούτο τον αγώνα εμείς θα τραγουδάμε, ενώ οι γύρω θα μας κοιτούν αποσβολωμένοι, και μια μέρα, όχι πολύ μακρινή θα θαυμάσουν και πάλι το Γένος μας.

Υπάρχει ένα επτανησιακό τραγούδι που λανθασμένα θεωρείται παιδικό, λόγω της εύθυμης «πειρατικής» μελωδίας του. Γράφτηκε στα χρόνια της Αγγλικής κατοχής των Επτανήσων, την εποχή των λεγομένων «ριζοσπαστών», οι οποίοι αντιδρούσαν στο καθεστώς. Αυτούς, οι κατακτητές Άγγλοι τους συνελάμβαναν, τους πήγαιναν στην Κέρκυρα, όπου η πρωτεύουσα της Αρμοστείας, και εκεί κατά την προσφιλή τους τακτική, την οποία εφάρμοσαν αργότερα και στην Κύπρο εναντίον των Αγωνιστών της ΕΟΚΑ, τους έφερναν να τους κρεμάσουν. Μα μέσα στο καράβι κατά την μεταφορά τους, οι Επτανήσιοι κατάδικοι έλεγαν τούτο το τραγούδι, ταιριαστό στην φύση τους:

Σ’ ένα παπόρο μέσα μας εμπαρκάρανε.

Γαλέτες παξιμάδια μας ετρατάρανε.

Στην Κέρκυρα μας πάνε να μας δικάσουνε.

Στην Κέρκυρα μας πάνε να μας κρεμάσουνε.

Μα εμείς θα τραγουδάμε …εμείς θα τραγουδάμε…

Ώσπου να φτάσουμε….

Ζάκυνθος, Κέρκυρα, δε θα σας ξαναειδώ,

Λευκάδα μου, Κεφαλονιά σας αποχαιρετώ…».

Και με την αισιοδοξία και την πίστη, με αγώνες και αίμα, έγινε η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, στις 21 Μαΐου 1864, σαράντα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ρούμελης και του Μωριά, κοντά πενήντα πριν εισέλθουν στον εθνικό κορμό η Μακεδονία και η Ήπειρος.

Αγώνες, αγώνες, αγώνες. Αυτή είναι η ζωή των Ελλήνων, αυτή είναι η ζωή μας. Ας την χαρούμε, ας την ζήσουμε, ας την τραγουδήσουμε. Ως την Νίκη και πέρα από αυτήν.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ.177)

 

 

 

Advertisements