Συνάντηση για το θέμα των ελλείψεων σε φάρμακα και παιδικά εμβόλια είχε την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου το προεδρείο του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου με την πρόεδρο του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Αικατερίνη Αντωνίου. Ο ΠΦΣ προειδοποιεί για τις απρόβλεπτες συνέπειες λόγω των ελλείψεων σε παιδικά εμβόλια, όπως για παράδειγμα για την ηπατίτιδα Β’ σε περιοχές όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός προσφύγων. Το ίδιο ισχύει και για άλλα φάρμακα, όπως το AKINETON, το οποίο αφορά νευροψυχιατρικές παθήσεις και θεωρείται αναντικατάστατο. Ενώ οι ανάγκες σε πανελλαδικό επίπεδο είναι 36.000 κομμάτια, δεν εισάγονται ακόμη και με την συνδρομή του ΙΦΕΤ, παραπάνω από 3.000 τεμάχια. Μάλιστα, ο  Φαρμακευτικός Σύλλογος Λέσβου απειλεί να μηνύσει μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία ως υπαίτια των ελλείψεων που αντιμετωπίζει το νησί σε φάρμακα. Τις ελλείψεις σε όλες τις κατηγορίες «από αντιβιοτικά και αντι-υπερτασικά μέχρι παιδικά εμβόλια» έχει επισημάνει και ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αθηνών. Ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου Ιωάννης  Δαγρές, επισημαίνει ότι «έχει παγιοποιηθεί ο μέσος όρος των ελλείψεων», επιρρίπτοντας ευθύνες «στις πολυεθνικές που ζητάνε υπέρογκα ποσά για να καλύψουν τα κενά στα φαρμακεία» και υποστηρίζει ότι «οι ελλείψεις διογκώνονται από τις παράλληλες εξαγωγές». Υπάρχει ομάδα 150 φαρμάκων που κατά καιρούς παρουσιάζουν εντονότερο πρόβλημα και μέσα σε αυτά είναι και τα παιδικά εμβόλια η έλλειψη των οποίων έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα δύο εργοστάσια δεν προλαβαίνουν να καλύψουν την παγκόσμια ζήτηση. Σε αυτά τα εμβόλια, ισχύει απαγόρευση των εξαγωγών» συμπληρώνει ο κ. Δαγρές.

Στο έλεος των πολυεθνικών οι Έλληνες φαρμακοποιοί

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις φαρμακοποιών, οι οποίοι στην απόγνωσή τους να καταφέρουν να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς, καταφεύγουν στην έσχατη λύση της απευθείας παραγγελίας από τις εταιρείες. Εκεί όμως μπλέκονται είτε σε έντονη γραφειοκρατία είτε σε προκλητική αδιαφορία είτε σε τακτικές εμπορικής πολιτικής που δεν συνάδουν με πώληση φαρμάκων.  Οι εταιρείες αυτές  θέτουν ελάχιστο χρηματικό πλαφόν για την διεκπεραίωση της παραγγελίας, κάτι που αντίκειται στη φαρμακευτική νομοθεσία. Σε ένα καθεστώς όμως, πλήρους ανομίας, δεν υπάρχει κανένας ελεγκτικός μηχανισμός για να τιμωρήσει τον παραβάτη. Η δε εξόφληση της παραγγελίας ζητείται συνήθως με μετρητά.

Τις μεγαλύτερες ποσότητες φαρμάκων τις παίρνουν πλέον οι φαρμακαποθήκες, με αποτέλεσμα να μην μένει για τα φαρμακεία ούτε το αναγκαίο στοκ για να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν την πελατεία τους.

Όπως επισημαίνει Φαρμακοποιός από την περιοχή της Κυψέλης «Δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον αλλά και καμία διάθεση εκ μέρους των υπευθύνων να ασκήσουν κάποια πίεση στις πολυεθνικές, ούτως ώστε η χώρα μας να προμηθεύεται εγκαίρως τον απαραίτητο αριθμό φαρμάκων ώστε να καλύπτονται όλες οι ανάγκες στις τρέχουσες συνθήκες. Δεν γίνεται ο σωστός έλεγχος; Κάνουν τα στραβά μάτια; Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν μπορώ να σας απαντήσω».

Τσακίζουν τους ασφαλισμένους

Στην ερώτηση μας σχετικά με το ποσοστό της συμμετοχής εκ μέρους του κάθε ασφαλισμένου, μας απάντησε ότι: «Στα φάρμακα έχουνε βρει το εξής κόλπο. Εάν και εφόσον λένε, κάποιος ασφαλισμένος έχει συμμετοχή 25%, πληρώνει μέχρι 60-65 αλλά και 70%. Το 25% δεν είναι στην εμπορική αξία του φαρμάκου αλλά στην τιμή αναφοράς που ορίζει το κράτος ότι συμμετέχει ο ασφαλισμένος στο φάρμακο. Επομένως εάν ένα φάρμακο κάνει 10 ευρώ, και η τιμή αναφοράς του είναι 6 ευρώ, πληρώνει το 25% στο 6 και την διαφορά μέχρι τα 10 ευρώ, την πληρώνει ο ίδιος ο ασφαλισμένος. Και επιπλέον, επιβαρύνεται για κάθε συνταγή με 1 ευρώ, που είναι η χρέωση της συνταγής. Το αποτέλεσμα είναι ο κόσμος να αγανακτεί, και να μας λέει… αφού 25% γράφει, γιατί να πληρώσω εγώ 60%;»

Μας οδηγούν σε λουκέτο

«Μας οδηγούν στο κλείσιμο», συμπληρώνει ο φαρμακοποιός. «Συνέχεια φθίνει η «ύλη» του φαρμακείου, μειώνεται το ποσοστό κέρδους, και έχει αλλάξει ο τρόπος της κοστολόγησης των φαρμάκων, έχουν αλλάξει οι πιστώσεις, έχει αλλάξει ο τρόπος πληρωμής. Το αποτέλεσμα είναι να αναγκαζόμαστε συνεχώς να βάζουμε χρήματα από την τσέπη μας, και να μην μπορούμε να αντικαταστήσουμε το εμπόρευμά μας. Οι πολυεθνικές θέλουν να δημιουργήσουν «αλυσίδες» φαρμακείων, παραποιώντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρμακείων. Εμείς επιμένουμε ότι σε κάθε φαρμακείο πρέπει να υπάρχει μια άδεια, ένας ιδιοκτήτης. Εάν αλλάξει αυτό το καθεστώς και μπορείς με μια άδεια να ανοίξεις 5-6 φαρμακεία, μπορεί ο κάθε ένας να εισχωρήσει στον κλάδο, χωρίς να έχει την ευσυνειδησία, αλλά κυρίως τις γνώσεις και την εμπειρία του φαρμακοποιού. Ένα τέτοιο γεγονός αν συμβεί, μπορεί να καταστεί ολέθριο και για τη υγεία αλλά και την ασφάλεια των πολιτών. Τότε ο κλάδος μας θα πάψει να είναι λειτούργημα όπως θέλουμε εμείς να είναι τώρα, και θα γίνει απλό εμπόριο. Είναι χρέος και ευθύνη του κράτους να προστατέψει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρμακείων. Πρέπει το επάγγελμά μας να παραμείνει λειτούργημα».

Π. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

(Φ.177)

Advertisements