Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ E’

Σαφώς και καταφανώς υπήρξε εντονοτάτη βυζαντινή πολιτισμική εξάπλωση σε ολόκληρο την μη ελληνόφωνο ορθόδοξη ανατολική Ευρώπη. Οι σχέσεις οι οποίες  είχαν αναπτυχθεί και οικοδομηθεί μεταξύ των χωρών αυτών και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εξεκίνησαν ήδη από του 9ου  αιώνος. Αυτές οι ευρείες και ουσιώδεις σχέσεις οφείλοντο κατά κύριον λόγο στις πολυεπίπεδες και πολυσύνθετες αμυντικές ανάγκες της ιδιαζούσης εξωτερικής πολιτικής της Αυτοκρατορίας, αλλά είχαν διαδραστικό χαρακτήρα δυναμικών αλληλεπιδράσεων του κοσμοθεωρητικού, θρησκευτικού και πρακτικού βιοτικού πεδίου.

Η ησυχαστική κίνηση κατά τον 14ον  αιώνα, υπήρξε μία εκ των λαμπροτέρων  εκφάνσεων ζωτικότητος και πνευματικής υψιπετείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σημειωτέον ότι η πλατωνική θεολογία είχεν από καιρό εξαφανισθεί με τους νεοπλατωνικούς του πρωίμου Βυζαντίου και τελευταίο τον Μιχαήλ Ψελλό. Αντιθέτως είχε ήδη αρχίσει να καλλιεργείται στη Δυτική Ευρώπη.

Ο εκπρόσωπος των Ησυχαστών ήταν ο μέγας μύστης και αριστοτελικός σοφός, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αυτός ουσιαστικώς ανέστησε την παλαιά πυθαγόρειο φιλοσοφία και την θεολογία των Μεγάλου Βασιλείου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και Μαξίμου του Ομολογητού την οποίαν και συναρμόνισε με την ανατολική φιλοσοφία. Κεντρική ιδέα του ησυχαστικού κινήματος ήταν η απόκτηση της μυστικής εμπειρίας του θείου, με τον εκστατικό Ησυχασμό του Νοός (αντίστοιχον της ινδοαρίας «Samadhi»/Σαμάντχι). Η εφαρμογή ήταν μια ησυχαστική νοερά προσευχή που συνεδέετο με τον έλεγχο της αναπνοής («Pranayama»/Πραναγιάμα) και την ταυτόχρονο στροφή και καθήλωση του βλέμματος στον ομφαλό ή «εις εαυτόν συλλογήν» («Dhara?a»/Νταράνα). Eπίσης συμμετείχε στην προσευχή η αδιάλειπτoς (japa/τζάπα) επίκληση «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς !» (δίκην επεναλαμβανομένου θεουργικού δυναμικού mantra!)

Ο Συμεών, ο Νέος Θεολόγος, εν έτει 1042 μ. Χ. λέγει σχετικώς : «Εξανατέλλει αν εμοί ένδοθεν της ταλαίνης Καρδίας μου ως Ήλιος ή ως Ηλίου δίσκος σφαιροειδής δεικνύμενος, φωτοειδής, άπαντα τα μέλη μου ακτίσι καταυγάζων…». Η αφήγηση παραπέμπει στο απόκρυφο Κέντρο της Καρδίας, όπου κατά την εσωτερική παράδοση και εδράζεται ο «Αληθής Εαυτός» του ανθρώπου.

Όμως οι Ησυχαστές δεν ενδιεφέροντο μόνον για την αναχωρητική- ασκητική ζωή, τις τεχνικές μυστικής αποκαλύψεως και την πνευματικότητα, αλλά παραλλήλως διατηρούσαν και έντονον ενδιαφέρον περί τα πολυσύνθετα πρακτικά και εν μέρει εκκοσμικευμένα θέματα της εκκλησιαστικής διακυβερνήσεως. Η βυζαντινή εξωτερική πολιτική του 14ου  αιώνος, δεν ήταν σε θέση να εξασκήσει αμέσως την οιανδήποτε σοβαρά εξωτερική επιρροή επί των υπολοίπων ορθοδόξων κρατών. Τότε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο  ανέλαβε  να καλύψει αυτό το κενό ισχύος που επεδείκνυε το «Ιερόν Παλάτιον» και ανεδείχθη αντ’ αυτού σε ικανότατο φορέα – μεταλαμπαδευτή της πλουσιοτάτης διοικητικής – ηγεμονικής παραδόσεως του Βυζαντίου στον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο.

Κατά το δεύτερον ήμισυ του 14ου  αιώνος, ένθερμοι  θιασώτες αυτών των παραδόσεων είναι οι Ησυχαστές Πατριάρχες, με κυριότερον εκπρόσωπό τους τον Φιλόθεο. Την περίοδο αυτήν ο πράγματι οικουμενικός ρόλος του Πατριαρχείου, εκφράζεται ακριβέστατα από τα έγγραφα τα οποία ορίζονται, ως «Κηδεμονία Πάντων». Ο Φιλόθεος (κατά κόσμον Φωκάς), ο επονομαζόμενος «Κόκκινος», διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ των ετών 1353 – 1355 και 1364 – 1376. Εθεωρείτο οπαδός του Αυτοκράτορος Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού, καθώς και φανατικός «φιλοπαλαμικός», δηλαδή οπαδός του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Παλαμά. Εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης το 1353 και παρέμεινε στον θρόνο έως το 1355. Επανεξελέγη το 1364. Κατά την δευτέρα Πατριαρχία του, το 1368, ανεγνωρίσθη συνοδικώς ως Άγιος, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς. Έγραψε πολυάριθμα έργα, αλλά και ύμνους. Ανέπτυξε τις σχέσεις με τα άλλα Πατριαρχεία, εβοήθησε δε τα μάλιστα τις «Σλαβικές Εκκλησίες» και υπερασπίσθηκε με ζήλο την εκεί Ορθόδοξο Εκκλησία κατά του δραστηρίου προσηλυτισμού των Λατίνων.

Oι μοναχοί, κυρίως δε οι Σλάβοι, απετέλουν τα όργανα μιας «Πανορθοδόξου» πολιτικής. Ο στόχος αυτής ήταν να πεισθούν οι ηγέτες των ορθοδόξων σλαβικών λαών να συνδράμουν την Αυτοκρατορία με όπλα και χρήματα. Η διάδοση της πίστεως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ανατολική Ευρώπη, εδράζεται στην πεποίθηση ότι αυτό συνιστά την «Πνευματική Κεφαλή» του μοναδικού σώματος της ορθοδόξου χριστιανοσύνης.

Το Άγιον Όρος του 14ου  αιώνος, εθεωρείτο κατά την εποχήν εκείνη ως κέντρο της Ορθοδόξου παραδόσεως. Η  ησυχαστική προσευχή, η καλλιέργεια της χριστιανικής παιδείας και η αναγνώριση των θέσεων του διαπρεπούς θεολόγου του Ησυχασμού Γρηγορίου Παλαμά, προσήλκυσαν εκεί πλήθος Σλάβων μοναχών. Υπήρξε συνεπώς από τα κορυφαία μεταφραστικά κέντρα ελληνικών βιβλίων στις σλαβικές γλώσσες, αλλά και στην ρουμανική.

Οι υποστηρικτές του Βυζαντίου και της Πανορθοδόξου ιδέας  κατά το  δεύτερο ήμισυ του 14ου  αιώνος, ανήκαν  όλοι στο ησυχαστικό κίνημα ! Η εμφάνιση του «Μεγάλου δουκάτου της Λιθουανίας» και του «Πριγκιπάτου της Μόσχας», στο δεύτερο ήμισυ του 14ου  αιώνος, επηρέασαν σημαντικά τα εκκλησιαστικά ζητήματα της περιοχής. Βεβαίως το ισχυρότερο σύμβολο της συνεχείας των παραδόσεων της Κωνσταντινουπόλεως απετέλει ο προκαθήμενος της ρωσικής εκκλησίας. Η μητρόπολη της Μόσχας έστελνε συχνότατα στο Πατριαρχείον οικονομικές εισφορές, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Η αναγόρευση κάθε νέου μητροπολίτου αποτελούσε αφορμή σημαντικών δωρεών από πλευράς των Ρώσων ηγεμόνων προς την Βασιλεύουσα.

Τα πλούσια εισοδήματα της ρωσικής εκκλησίας αποτελούσαν πηγή σπουδαίας τονώσεως για την πολυτρόπως παρακμάζουσα Αυτοκρατορία. Σημαντική  συνεισφορά στην οικονομική βοήθεια προς την Βασιλεύουσα είχαν οι εκάστοτε μητροπολίτες της Ρωσίας, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήσαν Έλληνες. Η ησυχαστική κίνηση στην  Ρωσία εισήχθη επισήμως από τον Κυπριανό, τον μητροπολίτη Κιέβου και Μόσχας. Αυτός προσεπάθησε να συνενώσει τους ορθοδόξους Σλάβους σε μιαν επίμονο και δραστηρία νομιμοφροσύνη προς την «Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως», οπότε αντιμετώπισε σοβαρές αποσχιστικές  δυνάμεις. Η λειτουργία, καθώς και η υμνογραφία της τοπικής Ρωσικής εκκλησίας, της οποίας τον διοικητικό μηχανισμό κατηύθυνε ο εκάστοτε μητροπολίτης, είχε εντονότατο βυζαντινό «αντίκτυπο».

Περί τα τέλη του 14ου και κατά τις αρχές του 15ου  αιώνος, η «παλαμική» σκέψη κυριαρχεί στον βυζαντινό πνευματικό κόσμο. Όμως στις σλαβικές χώρες και δη στην Ρωσία, εξαπλούται ταχέως και καθίσταται ευρύτατα αποδεκτή η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Σινα?του. Μάλιστα, οι θεολογικές μετεξελίξεις καθορίζουν και τις χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες της ρωσικής αγιογραφίας κατά την διάρκεια της «Ρωσικής Αναγεννήσεως» του 15ου  αιώνος. Οι χαρακτηριστικές για την ρωσική εικονογραφία, κατά την εποχή εκείνη, «εσωτερική» τάση και έντονος εκφραστικότης, αποδίδουν και μεταδίδουν την ιδέα της «δραστικής και δραστηρίας» δημιουργικής αρχής, αυτής η οποία  υπερβαίνει όλες τις εμφανείς και κρυφές εκδηλώσεις του κακού, στον άνθρωπο και στον κόσμο: Οι άκτιστες ενέργειες της θεότητος, «αποκαθαίρουσες» την ανθρωπίνη σάρκα, δια της πυρπολήσεως των παθών με το θεϊκόν πυρ του Πνεύματος, διαπερνούν επίσης  και την άψυχο ύλη.

Η Ρωσική Αναγέννηση του 15ου  αιώνος, δεν είναι απλώς τεχνοτροπική ή συμβολική διαφοροποίηση, είναι προ παντός πνευματική τροποποίηση, αναγέννηση και καλλιέργεια της ρωσικής εθνικής συνειδήσεως, βάσει των πυρηνικών ιδεών του Ησυχασμού: της αξίας ολoκλήρου του ανθρώπου, ως «ενθέου και ομοιουμένου» μοναδικού όντος, της Θεώσεως, καθώς και της οιονεί ευκαιρίας για την ακατάπαυστο πορεία του ανθρώπου προς την  τελειότητα.

Βεβαίως στην πορεία της Ιστορίας η ρωσική θρησκευτική συνείδηση δεν καθορίζεται αποκλειστικώς από την Ησυχαστική κίνηση, (η οποία αντελαμβάνετο ως σκοπό της πνευματικής ζωής την «Θέωση» του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της δραστικής «νοεράς προσευχής»). Μια άλλη κίνηση, έχουσα εξ ίσου σημαντική επιρροή στην ιδιάζουσα ρωσική πνευματικότητα, προσανατολίζεται στον «Αγιασμό», δηλαδή στην υποκειμενική δυνάμει αγιότητα του ανθρώπου, αλλά και συνάμα του Κόσμου.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών πνευματικών κατευθύνσεων, των δύο αυτών κοσμοθεωρητικών «ενθέων ροπών», είναι ιδιαιτέρως έντονες και ενίοτε ευρίσκονται σε σύγκρουση. Κατά το χρονικόν διάστημα μεταξύ των 16ου  και 18ου  αιώνων, η γραμμή του αγιασμού μετατοπίζει επί το περιθωριακότερον  την γραμμή της θεώσεως. Συνεπώς στην Ρωσία, προϊόντος του χρόνου, επί αιώνες, οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους, εδράζονται  στην παράδοση του αγιασμού.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 178)

Advertisements