Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΣΤ΄

Αρχαιογενετική  των πληθυσμών και κυτταρική αρχαιολογία -1

Μετά την εμβόλιμο παράθεση των ενδελεχών διαπιστώσεων του αειμνήστου μεγάλου φιλέλληνος Αμερικανού ανθρωπολόγου Carleton Stevens Coon σχετικώς με την  καταφανή ανθρωπολογική συνέχεια του ελληνικού  Έθνους από την αρχαιότητα έως σήμερον, επανερχόμεθα  στην προηγουμένη αλληλουχία της σειράς άρθρων περί καταγωγής των Ελλήνων, με την παράθεση μερικών θεμελιωδών δεδομένων των διαφόρων επί μέρους επιστημών οι οποίες συνιστούν το συμπαγές σύμπλοκο της λογικής σκέψεως για την ακριβολόγο και ρεαλιστική προσέγγιση της  ιστορικής, εθνολογικής και φυλογνωσικής  συγκροτήσεως και διαπλάσεως του Ελληνισμού στην (τουλάχιστον) υπερτετρακισχιλιετή διαχρονία του.

Η «Θεωρία της παλαιολιθικής συνεχείας» («Paleolithic Continuity Theory» – PCT) προτείνει ότι, οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες κατάγονται από την καθαυτήν γεωγραφική Ευρώπη, δεν ήσαν μεταφερόμενο χαρακτηριστικό στοιχείο κάποιων «εισβολέων», έχουν δε συνεχή παρουσία και εξέλιξη στο ευρωπαϊκό έδαφος από την παλαιολιθική εποχή.  Οι βασικοί υποστηρικτές της είναι οι Ιταλοί γλωσσολόγοι Μάριο Αλινέϊ, Γκαμπριέλε Κόστα και Τσιτσέρο Πόγκιρκ καθώς και ο Γερμανός και ο Βέλγος αρχαιολόγοι Αλεξάντερ Χάουσλερ και Μαρσέλ Οτ.

Βασίζεται σε μιαν, αμφιλεγομένη κατά πολλούς, σύνθεση γλωσσολογικών και αρχαιογενετικών μελετών, (οι οποίες υποδεικνύουν ότι εν πολλοίς το 80% της «γενετικής δεξαμενής» των Ευρωπαίων έχει παλαιολιθική προέλευση), καθώς και επικουρικών αρχαιολογικών δεδομένων τα οποία υποδεικνύουν μια «πυρηνική» ευρωπαϊκή πολιτισμική συνέχεια.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας στιγματίζουν την κατ’ αυτούς μικρότητα επαρκών πειστικών αποδείξεων της ινδοευρωπαϊκής εισβολής κατά την εποχή του χαλκού, την έλλειψη προδήλου γενετικής αλλαγής από την παλαιολιθική εποχή, καθώς και την σημαντικήν αναλογία με την παλαιολιθική καταγωγή των ουραλικών πληθυσμών και γλωσσών στην Ευρασία. Οι επικριτές της PCT απαντούν ότι, βεβαίως η γενετική συνέχεια δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην γλωσσική συνέχεια.

Φαίνεται λοιπόν ότι, το ενδεχόμενον της «παλαιολιθικής συνεχείας» στην ιστορία της ευρωπαϊκής ηπείρου, όπου και η Πατρίδα μας, όπως αυτή η συνέχεια υφίσταται και σε άλλες περιοχές του κόσµου, υποστηρίζεται εν μέρει και από έναν εντελώς διαφορετικό κλάδο ερευνών, μη «ανθρωπιστικού – θεωρητικού τύπου», προερχόμενο -όπως έχουμε προαναφέρει σε προηγούμενα άρθρα- από το πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο γνωστικό πεδίο των φυσικών επιστημών. Βεβαίως ο επιστημονικός λόγος που απορρέει εδώ αφορά στην πιθανή βιολογική πληθυσμιακή συνέχεια των διαφόρων ευρωπαϊκών πληθυσμών και όχι απαραιτήτως σε μιαν «αντίστοιχο» γλωσσική τους συνέχεια.

Από τρεις περίπου δεκαετίες, η αξιοθαύμαστη επιστήμη  της γενετικής έχει και αυτή συναρθρωθεί στην διερεύνηση της προελεύσεως και της ιστορίας των ανθρωπίνων πληθυσµών, έως και των εθνογενέσεων οι οποίες απέρρευσαν από αυτούς. Μελετώντες λεπτομερώς το «ιστορικό αρχείον», δηλαδή το ιδιότυπο και μοναδικό «αρχαιολογικό φύλλο πορείας», το φερ’ ειπείν διαχρονικόν αποτύπωμα ορισμένων γενετικών δεικτών, όπως  και συγκεκριμένων περιοχών του ανθρωπίνου  δεοξυριβονουκλεϊκού οξέως DNA, επιτυγχάνουμε σηµαντικές, συχνάκις  πρωτότυπες και μετρητές – αναπαραγώγιμες, ήτοι αψευδείς και στέρεες  συνεισφορές στην εξερεύνηση του απωτάτου παρελθόντος των ανθρώπων, των φυλών και των εθνών.

Προανεφέρθη επανειλημμένως ότι, τα αποτελέσματα  των μελετών και ερευνών αυτών ενίοτε είναι λίαν εντυπωσιακά (έως ανατρεπτικά) και ημπορούν ευχερώς να προξενήσουν δικαιολογημένο ενθουσιασμό στον οιονδήποτε νεόφυτο της σπουδής τους. Ωστόσον, όπως θα καταφανεί και στην συνέχεια των δημοσιευμάτων μας, το εν λόγω σαγηνευτικό ερευνητικό πεδίο ευρίσκεται επί του παρόντος σε µια πρώιµο φάση της μεθοδολογικής του ωριμάνσεως  και του διεπιστημονικού του συντονισμού. Υφίστανται ποικίλα  σοβαρά προβλήµατα εις ότι αφορά την ερμηνευτική τακτική και την στρατηγική ερμηνεία ευρηµάτων, καθώς τα ευρήματα αυτά δεν ηµπορούν αφ’ εαυτών να παρέξουν καταληκτικές σαφείς απαντήσεις σε πολλά από τα διερευνώµενα ζητήματα.

Παρά την μαγευτική αρχική εντύπωση την οποίαν αποκοµίζει κάποιος λόγω της ενδελεχούς ακριβείας της προσεγγίσεως αυτής, προς το παρόν δεν φαίνεται ότι μόνη η γενετική δύναται να ειπεί την τελευταία σκιαλυτική λέξη στην µελέτη των διαφόρων εθνοσυσχετιζομένων συνθέτων επιστημονικών προβληµάτων και διαδραστικών διεπιστημονικών ζητημάτων, όπως π.χ. η προέλευση των  ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

Προφανώς όµως η συνεπικουρία της  παλαιογενετικής, όταν δεν δύναται να τεκμηριώσει αποδείξεις θεωριών ηµπορεί τουλάχιστον να προσφέρει  σπουδαίες κατευθυντήριες ενδείξεις, οι οποίες συνδυαζόµενες µε αρχαιολογικά και γλωσσολογικά δεδομένα είναι σε θέση να υποστηρίξουν,  να ενισχύσουν ή και να διορθώσουν την ενδεχομένη ορθότητα μερικών  υποθέσεων, οδηγούσες ασφαλώς σε συμπαγείς θεωρίες.

Η «Γενετική των πληθυσμών», ή  άλλως «Πληθυσμιακή Γενετική» (Populationsgenetik),  είναι ένας ιδιαίτερος συνδυαστικός κλάδος της Γενετικής και της εφηρμοσμένης Βιολογίας. Ασχολείται με την γενετική δομή των πληθυσμών και την επίλυση πληθυσμιακών προβλημάτων που ερευνώνται  βάσει των μεθόδων της συγχρόνου Βιομετρίας. Ασχολείται δηλαδή με τους τύπους των γονιδίων και των γονότυπων, τις συχνότητες οι οποίες τους αντιπροσωπεύουν, καθώς και με τους μηχανισμούς (φυσική επιλογή, γενετική μετάλλαξη, γενετική παρέκκλιση, γονιδιακή ροή) οι οποίοι δυνητικώς μεταβάλλουν την γενετική δομή των πληθυσμών. Η γενετική των πληθυσμών συμμετέχει στην (και συμπληρώνεται από την) «Σύγχρονο Εξελικτική Σύνθεση», την  ενοποιημένη θεωρία για την προέλευση και συμπεριφορά όλων των μορφών ζωής στον πλανήτη (μετεξέλιξη της πρώην «εξελικτικής θεωρίας»). Όπως προδίδει το όνομά της, η πληθυσμιακή γενετική έχει μια σαφή προοπτική με κέντρο της τον «πληθυσμό», παρά το μοναδικό άτομο. Ημπορεί να θεωρηθεί ως λογική επέκταση των νόμων του Mendel επί των πληθυσμών. Οι βάσεις της ετέθησαν το 1908 όταν ο Βρετανός μαθηματικός Godfrey Harold Hardy και ο Γερμανός ιατρός Wilhelm Weinberg διετύπωσαν, ανεξαρτήτως μεταξύ τους, τον νόμο, την «αρχή της σταθερότητος των γονοτυπικών συχνοτήτων σε μεγάλους παμμεικτικούς πληθυσμούς». Επίσης εξόχως σημαντικοί σταθμοί στην εξέλιξη της πληθυσμιακής γενετικής υπήρξαν οι εργασίες του Βρετανού βιολόγου και στατιστικολόγου Sir Ronald Aylmer Fisher για την μαθηματική διερεύνηση της ομοιότητος μεταξύ συγγενών (1908), και του Αμερικανού βιολόγου και γενετιστή Sewall Green Wright για την επίδραση των συστημάτων συζεύξεως επί της  γονοτυπικής συνθέσεως των πληθυσμών, (1921).

Κατά την έκπτυξη του αφηγήματός μας έχει επισημανθεί ότι, ηµπορούν να διακριθούν δύο φάσεις στην ιστορία της εν γένει συναρθρώσεως της γενετικής επιστήµης με το ζήτηµα της ιστορίας των πληθυσµών [όπως καταγράφει ο  πολύς Βρετανός αρχαιολόγος και παλαιογλωσσολόγος, βαρώνος Andrew Colin Renfrew, Καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιον του Καίμπριτζ, στο κεφάλαιο «Archaeogenetics: towards a population prehistory οf Europe», σελίδες 3-11, στο υπό την επιμέλεια της Katie Boyle, εγχειρίδιο «Archaeogenetics: DNA and the population prehistory of Europe» (της σειράς «Μονογραφίες του Ινστιτούτου Αρχαιολογικής Ερεύνης Mc Donald» Πανεπιστήμιο – Cambridge 2000)].

Αρχικώς, οι  ερευνητικές βιολογικές στρατηγικές δεν περιελάμβαναν την εξέταση του DNA. αλλά είχαν ως αντικείμενό τους την µελέτη διαφόρων βιοχημικών συστημάτων, όπως των οµάδων αίµατος, των πρωτεϊνών, των ενζύμων ή των αντισωμάτων. Οι σχετικές έρευνες έχουν ως στόχο  να καταγράψουν τους λεγοµένους «πολυμορφισμούς» σε αυτά τα βιοχημικά συστήματα, ήτοι τις οιεσδήποτε αποκλίσεις εµφανίζονται µεταξύ των διαφόρων ανθρωπίνων πληθυσµών. Κάθε διακριτή πληθυσμιακή οµάς παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ή αποκλίσεις από κάποιαν άλλη, όσον αφορά στην συχνότητα των εναλλακτικών μορφών (αλληλοµόρφων) συγκεκριμένων γονιδίων («γονιδιακή συχνότης» – «gene frequency»). Εν συνεχεία ηµπορεί να εξετασθεί η ταυτόχρονος γεωγραφική διασπορά κάθε τέτοιας συχνότητος  και ακολούθως να πραγματοποιηθούν συγχρονικές συγκρίσεις και συσχετίσεις µεταξύ των πληθυσμιακών οµάδων.

Ως πράγματι πρωτοπόρος στις έρευνες αυτού του είδους ανεδείχθη ο σπουδαίος Ιταλός γενετιστής Luigi Luca Cavalli – Sforza (Λουίτζι Λούκα Καβάλλι-Σφόρτσα), οµότιµος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ των ΗΠΑ, νυν ενενηντατετράχρονος. Η δημοσίευση του  Cavalli – Sforza και των συνεργατών του Menozzi και  Piazza µε τίτλο «History and geography of human genes» («Ιστορία και γεωγραφία των ανθρώπινων γονιδίων», εκδόσεις Princeton University Press, Princeton) το 1994, σηματοδοτεί οριστικώς το τέλος της πρώτης φάσεως των ερευνών. Σημειώνεται ότι, ήδη κατά την δεκαετία του 1950, ο Σφόρτσα έθεσε τις βάσεις της μελέτης των γενετικών διαφορών μεταξύ των πληθυσμών, εξετάζων τις πρωτεΐνες των διαφορετικών ομάδων αίματος. Οι διαφορές στις πρωτεΐνες αντανακλούν προφανώς  τις διαφορές στα γονίδια που κωδικοποιούν την παραγωγή αυτών των πρωτεϊνών.

Η δευτέρα  φάση συναρθρώσεως  της γενετικής επιστήµης με την ιστορία των πληθυσµών, η οποία και διαρκεί έως σήµερον, είναι κυρίως αυτή που έχει χαρακτηρισθεί «κυτταρική αρχαιολογία» (εύστοχος μεταφορικός –περιγραφικός όρος, ο οποίος εξεφάνθη το 1991 από τον Renfrew, στο κομβικό βιβλίο που συνέγραψε με τον Paul Bahn – με έξη επανεκδόσεις- «Archaeology: Theories, Methods and Practice», εκδόσεων Thames and Hudson, σελίς 459). Πρόκειται για τον κλάδο εκείνον της  γενετικής επιστήμης ο οποίος μεταφέρει την διερεύνηση της καταγωγής και της ιστορίας των πληθυσμών στο πεδίο της βαθυτέρας, της µοριακής βιολογικής δοµής του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι εν λόγω έρευνες του DNA αποτελούν νυν ένα ιδιαιτέρως ενεργό επιστημονικό πεδίο. Νέες μελέτες εµφανίζονται συνεχώς και η κατάσταση της ερεύνης τελεί υπό διαρκή αναδιαμόρφωση – ανανέωση. Είναι σχεδόν βέβαιον ότι αρκετά από τα σημερινά πορίσµατα και τις θεωρούμενες ως σηµαντικές πτυχές της μεθοδολογίας τους, θα αναθεωρηθούν πάρα πολλές φορές, τόσον στο εγγύς όσον και στο απώτερο μέλλον. Όμως, για να διαμορφώσουμε µια στοιχειωδώς αξιόπιστο εικόνα περί της συνεισφοράς του σπουδαίου αυτού ερευνητικού κλάδου, είναι επιβεβλημένο να παραθέσουμε μιαν απλουστευτική αλλά και αποκαλυπτική συνοπτική περιγραφή της μεθοδολογίας του και των ιδιαζουσών παγίδων  που αυτή υποκρύπτει.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 178)

Advertisements