%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%cf%84%ce%af%cf%84%ce%bb%ce%bf

ΜΕΡΟΣ ΣΤ’

Χρείαι ιστορικής σαφηνείας και ηθικής αρτιότητος, ερευνούντες το πολυσύνθετον «ύφασμα» των προφανών αλλά και ενίοτε συγκεκαλυμμένων διαχρονικών ελληνορωσικών διασυνδέσεων  οφείλουμε να μνημονεύσουμε μιαν ακόμη μεγάλη ηγετική προσωπικότητα, τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό. Αυτός σε ολόκληρο την ζωή του υπήρξε καλός φίλος με τον Πατριάρχη Φιλόθεο και πιθανότατα εγνώριζε προσωπικώς και τον Μητροπολίτη Κυπριανό. Όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν ο μεγαλύτερος θεολόγος της εποχής και ο Πατριάρχης Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο πλέον δραστήριος εκλαϊκευτής των ιδεών του, αναλόγως ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Καντακουζηνός υπήρξεν ο διορατικότερος πολιτικός της εποχής του. Έχων κατανοήσει πολύ καλώς την πολυεπίπεδο σοβαρότητα της βαρβαρικής απειλής των Οθωμανών, κατέβαλε πρώτος άοκνες προσπάθειες να οργανώσει όλα τα ορθόδοξα κράτη σε ενιαίο μέτωπο κατά της απειλής αυτής, υπήρξεν δε ο πρώτος από τους βυζαντινούς Αυτοκράτορες ο οποίος επεδίωξε την σύναψη ουσιαστικών σχέσεων με την μοσχοβιτική Ρωσία.

Συμμετέχων ενεργώς στην διακυβέρνηση της Αυτοκρατορίας επί  περισσότερα των  25  έτη, εστεμμένος δε Αυτοκράτωρ μόλις επί επτά, ο Ιωάννης Καντακουζηνός αποτελεί μιαν ιδιαιτέρως σημαντική μορφή μεταξύ των  Βυζαντινών ηγετών. Αξιωθείς με πλείστα των απαιτουμένων για έναν άξιο Αυτοκράτορα προσόντων, ευρέθη να κρατεί τα ηνία του κράτους υπό δυσμενέστατες διεθνείς συγκυρίες, όπου πιθανότατα άλλος, ολιγότερον ικανός, να μην είχε καταφέρει την σωτηρία της Αυτοκρατορίας.

Κατά τις ημέρες της βασιλείας του Καντακουζηνού, εξέσπασε και η «ησυχαστική διαμάχη», η οποία εδίχασε τον ορθόδοξο λαό και κλήρο. Κυρίαρχοι αντίπαλοι στην έριδα αυτή, ευρέθησαν ο Γρηγόριος Παλαμάς από την πλευρά των Ησυχαστών και ο μέγας Νικηφόρος Γρηγοράς, ο «πολυμαθέστατος» από τους εναντίους (ιστορικός συγγραφεύς, δεινός λόγιος, θεολόγος, ανυπέρβλητος ρήτωρ, επίσης δε σπουδαίος μαθηματικός και αστρονόμος). Η έρις αυτή, αν και βαθύτατα θεωρητική, απετέλεσε ιδιαιτέρως σημαντικό πρόβλημα που προσετέθη στα λοιπά δεινά του κράτους, αφού «εδηλητηρίασεν» επωδύνως την κοινωνική ειρήνη επί πολλά έτη. Κατά την υπερχιλιόχρονο βυζαντινή παράδοση, ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ εκλήθη να αντιμετωπίσει το θέμα, με την σύγκλιση 4 διαδοχικών συνοδικών συμβουλίων και τελική έκβαση την δικαίωση του ησυχαστικού κινήματος το 1349. (Σημειωτέον ότι μετά και την θεσμική αναγνώριση του ησυχασμού από την σύνοδο του 1351, ο Γρηγοράς ηρνήθη να συμβιβασθεί και παρέμεινε, ουσιαστικώς, έγκλειστος εντός μονής επί διετία).

Σημειωτέον ότι, ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Καντακουζηνός και ο Πατριάρχης Φιλόθεος, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ενότητα του «Ορθοδόξου Κόσμου» («Οπΰβξρλΰβνϋι μθπ»), πολιτική και εκκλησιαστική, βεβαίως δε και για την ένωση του Ρωσικού Κράτους και την αναγνώριση της αυθεντίας -εκκλησιαστικής και πολιτικής- της Μόσχας, στο υπό νέα μορφή αυτό Κράτος. Στο πλαίσιον αυτών των προσπαθειών ενετάχθη λίαν ενεργώς και ο μέλλων διάσημος Μητροπολίτης Μόσχας, Κιέβου και πάσης Ρωσίας, Κυπριανός, επίσης διαπρύσιος απολογητής της πανορθοδόξου συνεννοήσεως.

Ο Μητροπολίτης Μόσχας και Κολόμνας Μακάριος (Μιχαήλ Πέτροβιτς Μπουλγάκωφ / 1816-1882), μέλος της «Ρωσικής Ακαδημίας των Επιστημών»  στον πέμπτο τόμο του δωδεκατόμου βιβλίου του «Ιστορία της Ρωσικής Εκκλησίας» («Θρςξπθ Πσρρκξι Φεπκβθ») (Γ’ επανέκδοση, 1995, Μόσχα, σελίς 269)  αναφέρει τα εξής αξιοπρόσεκτα για τον Κυπριανό: «Άνδρας με πάσα σωφροσύνη και θείο νου, μάλιστα πολυσχιδής προσωπικότης με πολλές γνώσεις. Διαρκώς προσεπάθει να διδάσκει τον λαόν με φόβον Θεού και με τις πρωτότυπες και εμπνευσμένες ομιλίες του επροξένει σε όλους μεγάλην ευχαρίστηση. Αγαπούσε την ησυχία και συχνάκις απεμονούτο στο χωρίο Γκολενίστεβο. Εκεί, στα ήσυχα μέρη μεταξύ των δύο ποταμών Σετούν  και Ραμένσκα, αλληλοδιαπλεκομένων εντός των δασών, παρεδίδετο σε θεωρία, μελέτη του θείου λόγου, και συνέγραφε. Εγνώριζε άριστα τους εκκλησιαστικούς κανόνες, ήταν ζηλωτής της λειτουργικής τάξεως και μετέφρασε από τα ελληνικά εκκλησιαστικές ακολουθίες και την Θεία λειτουργία».

Στην Ρωσία κατά την διάρκεια της σκοταδιστικής «Ταταροκρατίας», (την περίοδο υπό τον ζυγό των Τατάρων), επήλθαν πολλές πολιτικοκοινωνικές, πολιτιστικές και πνευματικές διαφοροποιήσεις, ιδίως δε περί τα μέσα του 14ου αιώνος δεν υπήρξεν αληθές ίχνος ουσιώδους πολιτισμικής ζωής. [Παλαιότερον «Τάταροι» απεκαλούντο από τους Ρώσους όλοι οι Μογγόλοι, από το όνομα «Τατά» – μίας των αρχαίων μογγολικών  φυλών, από την οποίαν εκατήγετο ο Τζένγκις Χαν -. Αργότερον ο όρος εχρησιμοποιήθη καταχρηστικώς για να περιγράψει όλα τα μογγολικά ή τουρκικά και ισλαμικά φύλα της Ρωσίας (π.χ. Πετσενέγοι, Τσετσένοι, Μπασκίροι)].

Η κλιμακουμένη κυριαρχία των Τατάρων, δηλαδή των μογγολικών φύλων που εισήλασαν από την Ανατολή στα ρωσικά εδάφη (1237-1242), εξεκίνησε  με την τρομερά ερήμωση της Κριμαίας στα μέσα του 1238 και την παντελή υποταγή της Μορδοβίας  από τον Μπατού Χαν. Τον χειμώνα του 1239 η ορδή του Μπατού ελεηλάτησε το Τσέρνιγκοφ  και το Περεγιασλάβ. Μετά πολυήμερο πολιορκία, η ταταρομογγολική ορδή   εξεπόρθησε το Κίεβο στις 6 Δεκεμβρίου του 1240. Παρά την αποφασιστική αντίσταση του Δανιήλ της Γαλικίας (Ντανήλο Γκαλίτσκι)  ο Μπατού Χαν κατόρθωσε επίσης να καταλάβει τις δύο μεγάλες  πόλεις  Χαλύτς  και  Βολοντυμύρ – Βολύνσκι. Ο ταταρικός  στρατός κατέλυσε τα διάφορα νότια και κεντρικά πριγκιπάτα των Ρως, ισοπεδώνων κυριολεκτικώς τις σημαντικότερες πόλεις: Ριαζάν, Κολόμνα, Βλαντίμιρ, Ροστόβ, Ούγκλιτς, Γιάροσλαβλ, Κοστρομά, Κάσιν, Σκνιάτινο, Γκοροντέτς, Περεσλάβλ-Ζαλέσκι, Γιούριεβ-Πόλσκι, Ντμίτροβ, Βολοκολάμσκ, Τορζόκ και  Κοζέλσκ.

Κατόπιν οι Μογγόλοι απεφάσισαν  να «φθάσουν στην τελική θάλασσα» όπου δεν θα ημπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερον και εισέβαλαν στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Με μιαν επιχείρηση – αστραπή το 1241 επέρασε «δίκην λαίλαπος» την Ουγγαρία και έφθασε στις πύλες της Βιέννης, αλλά η πολιορκία της πόλεως έληξεν αδόξως, καθώς απέθανεν ο «Μέγας Χαν» Ογκεντέϊ και ο Μπατού έσπευσε στην Κίνα, επιζητών ευκαιρία στην διαδικασία διαδοχής. Έκτοτε η Ορδή απεσύρθη ανατολικώς των Καρπαθίων και δεν εδοκίμασε πάλιν να κινηθεί δυτικότερον.

Το 1242, υπήρξε λίαν κρίσιμον έτος  στην ρωσική  ιστορία : Τότε ο περίφημος Αλέξανδρος Γιαροσλάβιτς «Νιέφσκι», Άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας και ηγέτης της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ (και κατόπιν ολοκλήρου της Ρωσίας), εσταμάτησε την προς ανατολάς επέκταση  των Τευτόνων Ιπποτών στην «Μάχη των Πάγων» επί της λίμνης Πέϊπους. Επίσης o ηγεμών της Χρυσής Ορδής, αφότου απέτυχε να καταστεί γίνει ο νέος Μέγας Χαν των Μογγόλων, ο Μπατού ίδρυσε την πόλη Σαράϊ (στα εδάφη του σημερινού Αστρακάν – Κάτω Βόλγα) ως πρωτεύουσά του, σηματοδοτών την αυτονόμηση του κράτους του από την συνολική μογγολική επικράτεια.

Μετά την εκδίωξη των Τευτόνων, ο Αλέξανδρος Νιέφσκι έχων εδραιώσει την θέση του προσεκλήθη από τον Πάπα της Ρώμης να αναλάβει εκστρατεία κατά των αλλοθρήσκων Τατάρων της Χρυσής Ορδής. Η απάντησή του ήταν αρνητική, αφού ήδη από το προηγούμενο έτος είχε προβεί στην σύναψη μιας ατύπου  συμμαχίας μαζί τους. Ο Νιέφσκι εφοβείτο ότι δεν θα ημπορούσε να κατανικήσει τους Τατάρους, οι οποίοι ολίγον ενωρίτερον είχαν φθάσει μέχρι τις πύλες της Βιέννης, εκτιμών πραγματιστικώς ότι ήταν απλώς ο ηγέτης ενός μικρού κρατιδίου απειλουμένου από Σουηδούς και  Γερμανούς, επομένως δεν ημπορούσε να διατηρεί διαρκώς τρία ανοικτά μέτωπα.

Επίσης οι μνήμες της άλωσης της Βασιλευούσης από τους ρωμαιοκαθολικούς Σταυροφόρους (1204) ήσαν  ακόμη νωπές, οπότε επίστευε ότι ο καθολικισμός αντιπροσώπευε πιθανότατα μεγαλυτέρα απειλή για τον λαό του απ’ ότι οι Τάταροι, ενδιαφερόμενοι μόνον μόνο για την συλλογή φόρου υποτέλειας και αδιάφοροι για προσάρτηση ή αλλαγή θρησκείας των Ρώσων. Έτσι προετίμησε να εξευμενίζει τους Τατάρους διά της πληρωμής φόρου υποτελείας. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να κρατήσει τις ρωσικές περιοχές ανέπαφες από την κτηνώδη και αφανιστική μανία του ταταρικού στρατού, ελπίζων σε ωριμότερες μελλοντικές συνθήκες διεκδικήσεως πλήρους ανεξαρτησίας. Έτσι  τελικώς συνεργάσθηκε με την Χρυσή Ορδή, ενώ. υπήρξαν και περιπτώσεις στις οποίες  ο ίδιος έπεισε ρωσικά κρατίδια να συνεχίσουν να πληρώνουν το φόρο υποτέλειας αντί να εξεγερθούν. Μάλιστα διήρχετο μεγάλα διαστήματα στην ταταρική πρωτεύουσα το Σαράϊ,  ενώ διετήρησε βαθεία φιλία με τον Τάταρο Πρίγκηπα Σαρτάκ (τον υιό και διάδοχο του Μπατού Χαν), αδελφοποιητό του από το 1241.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 179)

Advertisements