Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IH΄

Οπως ευχερώς αντιλαµβάνεται κάποιος, οι περιγραφείσες γενετικές ανθρωπολογικές έρευνες μικράν έχουν διαδικαστική και τεχνική σχέση µε την -εν πολλοίς άγνωστο πλέον- παραδοσιακή οστεοµετρική πρακτική,  κορυφαία εφαρµογή της οποίας υπήρξε σίγουρα η κρανιοµετρία. Αυτή ήταν κλάδος της οστεομετρικής ανθρωπομετρίας, ασχολούμενος με την μορφολογική μελέτη του κρανίου και της κεφαλής, αναζητών και συγκρίνων τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρωπομετρικών μετρήσεων του εξόχως σημαντικού αυτού τμήματος του ανθρώπινου σώματος, του κρανίου, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, όργανο των νοητικών λειτουργιών. Με την ενδελεχή μελέτη των κρανιακών μορφών καθίσταται εφικτή ου μόνον η διαπίστωση και η ταξινόμηση των διαφόρων σημερινών ανθρωπίνων τύπων, αλλά και η ανάπλαση καθώς και η παρακολούθηση της εξελίξεως διαδοχικών ανθρωπίνων και ανθρωποειδών πιθηκείων τύπων του παρελθόντος.

Οι μετρήσεις της χωρητικότητος του ιδίως κρανίου επιτρέπουν και την διατύπωση υποθέσεων αναφορικώς προς τις διανοητικές ικανότητες (και επομένως προς τον βαθμόν εξελίξεως) των προϊστορικών ανθρώπων. Η ανάπτυξη της μετωπιαίας χώρας και ιδιαιτέρως του υπερκογχίου τόξου, ημπορεί να χρησιμεύσει ως αδρός δείκτης «πρωτογονισμού», είτε των απολιθωμένων σκελετικών ευρημάτων είτε και των σημερινών ανθρωπίνων τύπων. Έχει διαπιστωθεί σχετικώς ότι, η χωρητικότης του ανθρωπίνου κρανίου ηυξάνετο κατ’ αναλογίαν προς τον όγκο και την μάζα του σώματος, από τους προανθρωποειδείς τελοπιθήκους (στους οποίους η χωρητικότης εκυμαίνετο μεταξύ 600 και 940 κ. εκ.) έως τους αρχαϊκούς ανθρώπους (1.030-1.250 κ. εκ.) και τον σύγχρονο άνθρωπο (1.300-1.560 cm3.). Η αύξηση αυτή εσυνοδεύθη από την κάθετο προοδευτική ανάπτυξη του μετώπου και την μείωση της αναπτύξεως του υπερκογχίου τόξου.

Επισημαίνεται ότι, οι  υπάρχουσες σήμερον -σχετικώς προς την κρανιακή χωρητικότητα- ποικιλίες των διαφόρων ανθρωπίνων τύπων στις διάφορες εθνικές και εθνοτικές ομάδες δεν συνεπάγονται διαφορετική ανάπτυξη της νοημοσύνης. Επί παραδείγματι, οι μέσοι όροι των μετρήσεων για τους Ιταλούς, τους Κινέζους, τους Μαορί και τους Εσκιμώους είναι αντιστοίχως 1.450, 1.460, 1.480 και 1.560 cm3.?Οι κρανιομετρικές μετρήσεις είναι γραμμικές, γωνιακές, βάρους και όγκου (όπου βάρος και όγκος προσφέρουν ακριβή δεδομένα, όταν πρόκειται για αποξηραμένα κρανία). Γα το βάρος, το κρανίο και τα διάφορα τμήματά του ζυγίζονται με ζυγούς ακριβείας. Ο όγκος υπολογίζεται με γέμισμα του κρανίου με νερό, αφού φραχθούν τα διάφορα τρήματά του. Επί ζώντων το κρανιακό βάρος και ο όγκος υπολογίζονται κατά προσέγγιση με εμμέσους τρόπους. Οι γωνιακές και οι γραμμικές μετρήσεις διενεργούνται με ειδικά όργανα (κρανιομετρικούς  διαβήτες).

Η συγκριτική μελέτη των κρανίων γίνεται με σταθερά τοποθέτηση του κρανίου σε ειδικά όργανα παρατηρήσεως, τους «κρανιοφόρους», εν σχέσει με ορισμένο επίπεδο συσχετίσεως (γνωστό ως «επίπεδον της Φραγκφούρτης»). Οι επιμέρους μετρήσεις αποδίδουν λόγους / σχέσεις σε εκατοστά («ανθρωπολογικοί δείκτες») μεταξύ ευθυγράμμων αποστάσεων, υπολογιζομένων με αφετηρία καθορισμένων σημείων αναφοράς («κρανιομετρικά σημεία»). Οι προκύπτοντες δείκτες είναι περισσότεροι από 36, αναφέρονται δε στο οστεώδες κρανίο, στην κεφαλή και στο πρόσωπο. Μεταξύ των σημαντικοτέρων συγκαταλέγονται οι «κεφαλικοί δείκτες» (οριζόντιος, κάθετου μήκους, εγκάρσιος), που δίδουν στοιχεία για το σχήμα και τις διαστάσεις του κρανίου και της κεφαλής, ο «προσωπικός δείκτης» που χρησιμεύει για την ταξινόμηση των διαφόρων μορφών του προσώπου, οι «οφθαλμικοί δείκτες» (κόγχης και βλεφαρικού ανοίγματος) και οι «ρινικοί δείκτες». Συνδυαστικώς  επιτρέπουν χρήσιμες ταξινομήσεις για την συγκριτική μελέτη των ανθρωπίνων πληθυσμών των φυλών.

Από τους κεφαλικούς δείκτες, ο οριζόντιος (υπολογιζόμενος από την σχέση πλάτους και μήκους του κρανίου) επιτρέπει την ταξινόμηση των ανθρώπινων τύπων σε βραχυκεφάλους, μεσοκεφάλους και δολιχοκεφάλους, αντιστοίχως με δείκτες 87-83, 82-79 και μικρότερο από 79. Οι δείκτες καθέτου μήκους και οι εγκάρσιοι (ηνωμένοι σε έναν μόνο τύπο, από τον Ιταλό ανθρωπολόγο Gioacchino Leo Sιra (Τζοακίνο Λέο Σέρα / 1878-1960) [«Περί των συσχετίσεων της διαπλάσεως της βάσεως του κρανίου  με τις κρανιακές μορφές και με τις δομές του προσώπου  στις ανθρώπινες φυλές : Δοκίμιον ενός νέου κρανιολογικού  δόγματος με ιδιαιτέρα έμφαση στα κύρια απολιθωμένα κρανία» – «Sui rapporti della conformazione della base del cranio colle forme craniensi e colle strutture della faccia nelle razze umane : saggio di una nuova dottrina craniologica con particolare riguardo dei principali crani fossili», εκδόσεις της Societa Italiana di Scienze Naturali, Μιλάνο, 1920], επιτρέπουν την ταξινόμηση των ανθρωπίνων τύπων σε υψικεφάλους, ορθοκεφάλους, πλατυκεφάλους, (με μέσον δείκτη αντιστοίχως  90 – υψηλό κρανίο, 85 – μεσοϋψές κρανίο, 80 – χαμηλό κρανίο). Ο προσωπικός δείκτης επιτρέπει την ταξινόμηση των ανθρωπίνων τύπων σε λεπτοπροσώπους (δείκτης > 90), μεσοπροσώπους (δείκτης μεταξύ 90 και 82), χαμαιπροσώπους (δείκτης < 82), με πρόσωπα αντιστοίχως επιμήκη, μέσης αναπτύξεως, πλατέα και χαμηλά.

Ο κογχικός δείκτης ταξινομεί τους ανθρώπους σε υψικογχικούς τύπους (υψηλή κόγχη,  > 90), μεσοκογχικούς (κόγχη μετρίως αναπτυγμένη, μεταξύ 90 και 76), χαμαικογχικούς (χαμηλή κόγχη, < 76). Ο ρινικός δείκτης προσφέρει τέσσερις ταξινομικές ομάδες: τους υπερχαμαιρρίνους (μύτη πολύ πλατιά και παχιά), τους χαμαιρρίνους (πλατεία ρις), τους μεσορρίνους (μετρία και ελάχιστα λεπτή ρις) και τους λεπτορρίνους (λεπτή και επιμήκης ρις), με αντιστοίχους δείκτες > 58, μεταξύ 58 και 51, μεταξύ 50 και 47, και < 47. Ο βλεφαρικός δείκτης επιτρέπει την εξακρίβωση της παρουσίας του λεγόμενου «μογγολικού οφθαλμού», αμέσως σχετιζομένου με την θέση των οστεΐνων πλαισίων της κόγχης : εφόσον το κάτω πλαίσιο ευρίσκεται βαθύτερον του άνω, ο οφθαλμός κείται βαθέως (όπως στους Ευρωπαίους), αν και τα δύο πλαίσια κείνται στο αυτό κάθετο επίπεδο, ο οφθαλμός φαίνεται προέχων (όπως στους Μογγολοειδείς πληθυσμούς). Στην δευτέρα περίπτωση, το άνω βλέφαρο σχηματίζει μια πτυχή («μογγολική πτυχή»), η οποία ημπορεί να είναι μεσαία, εξωτερική ή εσωτερική, αποδίδουσα στον οφθαλμό του φέροντος ζώντος  ανθρώπου την χαρακτηριστική «αμυγδαλωτή» όψη.

Ο δείκτης της κατατομής (γωνιακή μέτρηση) συνδέεται με την προεξοχή των ζυγωματικών οστών και με την γωνία την οποίαν σχηματίζουν επί ενός μεσοκαθέτου μετωπο-ρινο-πωγωνικού επιπέδου. Διακρίνονται τέσσαρες βασικοί τύποι : ο υπερορθόγναθος (με λίαν προέχοντα ζυγωματικά οστά και βαθύ ριζορίνιο), ο υπερπρόγναθος, (με προέχοντα ζυγωματικά οστά και γωνία προσώπου επίσης προέχουσα), ο πρόγναθος, (με λίαν υπέχοντα ζυγωματικά οστά και κοίλη γωνία προσώπου), και ο ορθόγναθος, με ορθοτοπικά (όχι πολύ «τραβηγμένα») ζυγωματικά οστά και ελαφρώς προέχουσα γωνία προσώπου. Άλλες γωνιακές μετρήσεις είναι η πωγωνική (προβάλλων πώγων στους σημερινούς ανθρώπινους τύπους, οπισθοκλινής στους αρχαϊκούς τύπους) και της σιαγόνος (ρωμαλέα στους αρχαϊκούς τύπους, λεπτή και ελάχιστα προτεταμένη στους πλέον εξελιγμένους). Επίσης, έχουν προταθεί και γίνονται δεκτοί από διάφορες ανθρωπολογικές σχολές πολλοί άλλοι δείκτες, για να υποστηρίξουν μιαν -όσον το δυνατόν- ακριβεστέρα και πληρεστέρα ταξινόμηση των παρελθόντων και συγχρόνων ανθρωπίνων τύπων.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 181)

Advertisements