Χωρίς τίτλο.jpg

Ήρωες

Η λέξις ήρως (= δυνατός, ευγενής, γενναίος) παραμένει αμφιλεγομένης ετυμολογίας.

α. εκ της Ήρας,

β. εκ του Fis = ισχύς (Λακωνικώς Fip),

γ. εκ του ήρι = ενωρίς, δηλ. οι παλαιοί.

Ο Ωρίων επεξηγεί: «Ήρωες είναι πάλαι και πρωτογενείς άνθρωποι, η ημίθεοι. Ήρωες εκλήθησαν από της έρας (γης), διότι εκ γης επλάσθη το γένος των ηρώων…» (άρα οι πάλαι, οι γηγενείς, οι αυτόχθονες).

Ο Πλάτων εις τον διάλογον Κρατύλος (398) γράφει: «Ο δε ήρως τι αν είη; … το όνομα δηλοί την εκ του έρωτος γένεσιν… ουκ οίσθα (= δεν γνωρίζεις) ότι ημίθεοι οι ήρωες; Πάντες γεγόνασιν ερασθέντος ή θεού θνητής ή θνητού θεάς»!

Η μοναδική αυτή λέξις «ήρως» σε όλες τις γλώσσες είναι ελληνική. Δεν έχουν αντίστοιχη δική τους! Ο ηρωϊσμός δηλώνεται Ελληνικά:

Ρώσσοι: Γκερόϊ

Ιάπωνες: Χιρόσι

Γερμανοί: Herr (κύριος).

Μαορί: Whiro κ.λ.π.

Και ενώ ανδρεία, ηρωϊσμός, είναι το να προτιμάς «τεθνάναι καλώς ή σωθήναι αισχρώς», αντιθέτως η δειλία είναι το να πιστεύης ότι «κρείττον είναι σωθήναι ή τελευτήσαι καλώς».

Δειλός: εκ του δέω, δείδω (= φοβούμαι, αισθάνομαι δέος) + ίλη. «Ο δεδιώς τας ίλας», δηλαδή αυτός που φοβείται την στρατιωτικήν παράταξιν (Πορφύριος).

Το δέω εκ του δέω = δένω. «Του δέους το σώμα δέοντος», επειδή ο φόβος “δένει” και παραλύει τα μέλη του σώματος^ «παρέλυσα από τον φόβο μου».

Ο Πλάτων στον Κρατύλο τονίζει: «Η δε ουν δειλία, της ψυχής σημαίνει δεσμόν ισχυρόν…» (415 ε). Προσέτι διευκρινίζει ότι είναι «εμποδών (= εμπόδιον) του πορεύεσθαι». «Ακολουθεί δε τη δειλία μαλακία, ανανδρία, απονία, φιλοψυχία…» (Αριστ. ΜΜ 125i α.14).

Ο δειλός λέγεται και δεισιλός και δειδήμων και δειλακρίων (= άκρως δειλός) και δείλαιος (εξ ου «δόλιος» = δυστυχής) και δείλανδρος.

Παρ’ όλα ταύτα, «Ποιεί και τον δειλόν ανδρείον, το της Ελλάδος όνομα»! (Λουκιανού, Πατρ. Εγκώμια 17).

Αγεννής: δειλός, ως αντίθετον του γενναίος.

Κακός: πρώτη και αρχική έννοια: δειλός, υποχωρών: «παρά το χάζω = υποχωρώ, χακός – κακός^ ο υποχωρών και φεύγων». Όταν ο Πάρις αντικρύζει τον Μενέλαο να έρχεται εναντίον του, «αψ εις έθνος ετάρων εχάζετο» (= πίσω από το πλήθος των συντρόφων  του υπεχώρησε (Γ36), «εχάσατο ταρβήσας» = υπεχώρησε φοβηθείς. Υπάρχει και η έκφρασις «έδυνε εις φάλαγγα» = εισεχώρησε, βυθίστηκε, κρύφτηκε πίσω στις γραμμές του. Ενώ ο Έκτωρ «αλκί πεποιθώς οπίσω ου χάζετο (Σ 158)!

Τα παραθετικά του κακός είναι χείρων, χείριστος εκ του «χερίων» και αυτό εκ του χειρόω = λαμβάνω τι εις χείρας μου, υποτάσσω (σημερινή έκφρασις: «τον έβαλε στο χέρι»!

Ο Πορφύριος (Ομήρου Ζητήματα) αναφέρει ότι: «Τους κακούς τετάχθαι εν μέσω παρατάξεως, ίνα αναγκάζωνται πολεμείν» (για να μην λιποτακτήσουν).

Ανήνωρ, άνανδρος: το αντίθετον του «αγήνωρ». Ο άνευ ανδρείας, ο δείλανδρος.

Άναλκις ή άναλκος: ο άνευ αλκής, ο μη άλκιμος. «συ δ’ απτόλεμος και άναλκις» (Β 201), φράσις υβριστική.

Ακήριος: ο δειλός, ο μη εύψυχος. (Ετυμ. α στερητικόν + κηρ = καρδία. «Δεν έχει καρδιά», «δεν το λέει η καρδιά του». Αποκαλείται και άψυχος και μικρόψυχος και άθυμος και κακόσπλαγχνος. Άρα τρέπεται εις φυγήν ή φόβον εκ του ρήματος φεύγω, πιθανόν εκ του φευ.

Και ενώ ο γενναίος και ωκύς εις τους πόδας διώκει (διά + ωκύς), ο δειλός φεύγει και αποκαλείται: φυγόμαχος, φυγός, φυγοπτόλεμος, φυγαίχμης. Αποκαλείται και διαδρασιπολίτης, ως αποδιδράσκων και εγκαταλείπων την πόλιν.

Φύξηλις: ο εκ δειλίας αποφεύγων τον πόλεμον^ κυριολεκτικώς «ο φεύγων τας ίλας». Ο Σιμωνίδης παρατηρεί: «Ο δ’ αυ θάντος κίχει (= προφθαίνει) και τον φυγόμαχον»!

Πολύφοβος: δειλός. Συνήθιζαν να ζωγραφίζουν – γελοιοποιούν – τον φυγόν – δειλόν, ως λαγόν. Ο λαγός ονομάζεται πτωξ (εκ του πτόα = φόβος, πτοούμαι = φοβούμαι) και ο δειλός πταξ. «Έγινε καπνός» επί φευγόντων εκ δειλίας: «ούτος ην δειλός και καπνός εκαλείτο»! Ο δειλός εκαλείτο επίσης ελάφειος ανήρ: «δειλόν γαρ η έλαφος».

Υπήρχε η παροιμιακή έκφρασις κοίλον ποδός δείξαι, επειδή οι φεύγοντες δείχνουν εις τους καταδιώκοντας τον κοίλον, δηλαδή την καμάρα του πέλματος.

«Αισχρός δ’ εστί νέκυς κατακείμενος εν κονίαις,

νώτον όπισθεν αιχμή δουρός εληλαμένος».

(Τυρταίος)

«Αισχρός είναι ο νεκρός πεσμένος στην σκόνη, όταν είναι χτυπημένος με αιχμή δόρατος στην πλάτη».

Η σημερινή έκφρασις «έβαλε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια του» προέρχεται από τον στίχο του Ησιόδου:

«θήρες δε φρίσσουσι, ουράς δ’ υπό μέζεα έθεντο».

(Έργα και ημέραι 512)

Εξ αυτής της εικόνος και το ρήμα «ορρωδώ = φοβούμαι, όρρος = ουρά (κόθουρος – κολοβός – αγγλιστί «coward»).

Το τουρκικόν αντιδάνειον «κιοτής» («κιότεψε και τόσκασε φευγάλα») προέρχεται εκ του ρήματος κίω = τρέχω, άρα δειλός!

Ρίψασπις: ο δειλός, που πετούσε την ασπίδα κατά την φυγήν, κάτι το οποίον εθεωρείτο όνειδος και ντροπή.

«Ει τις την ασπίδα αποβεβληκώς,

άτιμος έστω»

(Δημοσθένους κατά Τιμοκράτους)

«Ερωτήσαντος δε τινός Δημάρατος δια τι τους μεν τας ασπίδας παρ’ αυτοίς αποβαλλόντας ατιμούσι, τους δε τα κράνη και τους θώρακας ουκέτι» διότι είπεν «ταύτα μεν εαυτώ χάριν περιτίθενται, την δε ασπίδα της κοινής τάξεως ένεκα»!

(Πλούταρχος, Ηθικά)

«Δόρυ φέρουσι και μη μαχόμενοι,

ασπίς δε μενόντων εστί και μαχομένων».

(Πορφύριος, Ομηρικά Ζητήματα)

Λιποτάκτης: ο λιπών την παρά-ταξιν.

Τρεσάς ή τρέστης: ο δειλός, ο τρομοκρατημένος, εκ του ρήματος τρέω = τρέμω.

«Του δειλού τρέπεται χρως»

(= του δειλού αλλάζει το χρώμα του)

«πάταγος γίγνεται οδόντων»

(= χτυπάνε τα δόντια του).

(Όμηρος)

δύσελπις: ο δειλός, αντίθετον του «Εύελπις»

θρασύδειλος: ο δειλός προσποιούμενος τον θαρραλέο.

ψοφοδεής: ο δείδων (= φοβούμενος) και τον παραμικρόν ψόφον (= κρότον).

οκνηρός: διστάζων, δειλός, εκ του ρήματος οκνέω = δεν αποτολμώ να πράξω τι.

πέπων: δειλός, μαλακός, «πεπόνι», «κουραμπιές» «ω πέπονες… κακού ποιήσετε…» (Ιλιάς Ν 120),  δηλ. μαλθακοί, δειλοί, κακό θα πράξετε.

φιλόψυχος ή φιλόζωος: δειλός, ο αγαπών την ζωήν του περισσότερον από την Πατρίδα.

Προδότης: προ+δίδω. «Εάν τις φρούριον προύδωκεν ή ναόν ή στρατόπεδον, θανάτω ζημιούσθαι».

Και από το νεώτερο δημοτικό λεξιλόγιο:

φοβιτσιάρης αθάρρετος άθαρρος

κοπρίτης σπάσακας λαγός

χεσίας χεζάς κ.ά.

Τέλος, καταπληκτικός Αριστοφάνης:

«Χέσαιτο γαρ ει μαχέσαιτο»

(Ιππής στ. 1057)

«Χέσου ή πολέμα»!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 182)

Advertisements