Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  IΘ΄

Οι πρώτες εκτεταμένες παρατηρήσεις περί της ανθρωπίνης μορφολογίας εντοπίζονται στο έργον του Αριστοτέλους. Αρχικώς, ο άνθρωπος θεωρείται ότι έχει όμοια μέρη με τα υπόλοιπα ζώα και μελετάται βάσει αυτού. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τα μέρη του σώματος του ανθρώπου και σε αυτόν βρίσκουμε τους  κρανιολογικούς όρους «βρέγμα» για την άνω κρανιακή κορυφή, όπου ενώνονται οι ραφές και «ινίον» για το οπίσθιον μέρος του κρανίου. Επίσης  οι ενώσεις των κρανιακών οστών ονομάζονται όπως και νυν  «ραφαί». Διαπιστώνει διαφορές μεταξύ του κρανίου ανδρών-γυναικών και ανθρώπων-άλλων ζώων.

Ο Αριστοτέλης απεπειράθη  να διαχωρίσει τους ανθρώπους σε τύπους, αναλόγως προς τα ανθρωπολογικά τους γνωρίσματα. Οι παρατηρήσεις του σχετίζονται με το σχήμα του προσώπου, το χρώμα των οφθαλμών, καθώς και την ποσότητα και το χρώμα της κόμης. Ωστόσον, δεν έλαβε υπόψη το σχήμα του κρανίου. Στα «Φυσιογνωμικά» του, η ευθεία ρις κρίνεται ως η ωραιοτέρα. Επίσης καταγράφει  μια σχέση μεταξύ του χρώματος κόμης και εκείνου των οφθαλμών, όμως παρατηρεί ότι ημπορεί να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Οι βόρειοι έχουν πιο ανοικτή συνδρομή από αυτούς που ζουν νοτιότερον. Ολίγα γενικά στοιχεία ανθρωπολογίας που περιέχονται στην Φυσική Ιστορία του Πλινίου, έχουν ληφθεί τα περισσότερα εκ του Αριστοτέλους. Διαπιστώνουμε ότι ο πανεπιστήμων Σταγειρίτης εμελέτησε τον άνθρωπο και με την ανθρωπολογική μέθοδο.

Η συστηματική επιστημονική μέθοδος της φυσικής ανθρωπολογίας ήρχισε να εφαρµόζεται εκτενώς κατά τον 19ον αιώνα, έχουσα ως στόχον κυρίως την  τυπολογική ταξινόµηση των συγχρόνων ανθρώπων σε φυλές. Ο συγκεκριμένος όρος «φυλή» κάνει την εµφάνισή του έναν αιώνα ενωρίτερον, όταν εξαιρετικές προσωπικότητες όπως ο Σουηδός  βοτανολόγος, ιατρός και ζωολόγος Κάρολος Λινναίος (Carolus Linnζus και μετά την απόδοση τίτλου ευγενείας, Carl von Linnι), ο Γερµανός φιλόσοφος Immanuel Kant [«Περί των διαφόρων ανθρωπίνων φυλών» («Von den verschiedenen Rassen der Menschen» -1775 και «Καθορισμός της σημασίας μιας ανθρωπίνης φυλής» («Bestimmung des Begriffs einer Menschenrasse»)-1785] και ο συµπατριώτης του ανθρωπολόγος Johann Friedrich Blumenbach [«Περί της φυσικής ποικιλίας του ανθρωπίνου γένους» («De generis humani varietate nativa)-1775] έκαναν τις πρώτες απόπειρες ταξινομικής ομαδοποιήσεως των ανθρώπων µε βάση διάφορα σωματικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώµα του δέρµατος.

Ο πολύς φιλόσοφος Kant υπήρξεν ένας από τους πρώτους διανοουμένους οι οποίοι διέκριναν και εννόησαν  την ανθρωπολογία ως κεχωρισμένο επιστημονικό κλάδο. Κατά την μελέτη  της ανθρωπίνης διαφορετικότητος ενετόπισε αμέσως τις φαινοτυπικώς διαφορετικές φυλές του ανθρώπου, ενώ επίσης αντελήφθη ότι τα σωματικά και τα πνευματικά γνωρίσματα εξαρτώνται από την κληρονομικότητα. Όμως  διεπίστωσε επιπλέον κάτι πολύ βαθύτερο: Οι φυλές ουδέποτε αφομοιούνται, αντιθέτως η φύση διαθέτει ως εγγενές γνώρισμα την διαρκή διαφοροποίηση. Αντί να προσεγγίζουν, οι φυλές αφίστανται, απομακρύνονται.

Ο Γερμανός σοφός κατέλειπε μιαν ακόμη σοφή παρακαταθήκη του βαθέος προβληματισμού του  σχετικώς με το Είναι και το Γίγνεσθαι του ανθρώπου: «Αντί για αφομοίωσή τους, δηλαδή αντί να συντηχθούν ομού όλες οι διαφορετικές φυλές, η φύση έχει δημιουργήσει  έναν νόμο για ακριβώς το αντίθετο: Σε έναν λαό της αυτής φυλής (επί παραδείγματι, της λευκής) αντί να επιτρέπει διαρκώς τον σχηματισμό των ιδίων χαρακτηριστικών και σταδιακώς να προσεγγίζει ο ένας τον άλλον σε ομοιότητα -οπότε τελικώς θα καταλήξουμε σε ένα και μοναδικό πορτραίτο, όπως τα αντίγραφα στο τυπογραφείο- αντιθέτως διαφοροποιεί επ’ άπειρον τα χαρακτηριστικά της κάθε φυλής, ακόμα και κάθε οικογενείας, στα πνευματικά και σωματικά χαρακτηριστικά».

Ο Λινναίος υπήρξεν ο πρωτοπόρος στον ορισμό της εννοίας  της φυλής. Προέτεινε  την κατανομή τεσσάρων υποειδών στο είδος Homo sapiens, στην πρώτη έκδοση του θεμελιώδους ταξινομικού φυσιογνωστικού του βιβλίου «Σύστημα της Φύσεως» («Systema Naturae») – 1735: Αυτές οι κατηγορίες, «Americanus rubescens» – Ερυθρός Αμερικανός, «Asiaticus fuscus» – Φαιός Ασιάτης, «Africanus niger» – Μέλας Αφρικανός, και «Europζus albus» -Λευκός Ευρωπαίος, εβασίζοντο κατ’ αρχήν  αρχικά στον τόπο καταγωγής  και μετά στο χρώμα του δέρματος.

Εν σχέσει προς αυτό το εντελώς οφθαλμοφανές κριτήριον, αρχικώς, η κρανιοµετρία υπείσχετο µια πλέον ακριβολόγο και πλέον μαθηματικώς αναπαραγομένη μεθοδολογία ταξινομήσεως των ανθρωπίνων οµάδων. Παρά ταύτα, µε την πρόοδο της επιστήμης απεδείχθη πως και αυτή η μέθοδος δεν επαρκεί για την πλήρη µελέτη της ανθρωπίνης ποικιλοµορφίας, ούτε και ενδείκνυται ως κυρίαρχος για την αρτία µελέτη της εξελικτικής διαδικασίας. Πληθυσμοί αρκούντως ή και παντελώς διαφορετικής προελεύσεως ηµπορεί να έχουν περίπου ταυτόσηµα, περιορισμένα ανθρωποµετρικά χαρακτηριστικά, ενώ και οι τυχόν ολίγες ή πολυάριθμες διαφορές µεταξύ τους εν μέρει οφείλονται περισσότερον σε σχετικώς πρόσφατες διαδικασίες προσαρµογής στις κλιµατικές µεταβολές παρά στην βιολογική κληρονοµικότητα.

Εκείνο όµως το στοιχείον το οποίον έχει ικανή  σηµασία είναι πως ήδη από της εποχής του Καρόλου Δαρβίνου, αυτή καθαυτή η ύπαρξη σαφώς διαφοροποιηµένων ανθρώπινων φυλών ήρχισε να αντιµετωπίζεται µε δικαιολογημένο σκεπτικισµό. Ήρχισε, δηλαδή, να γίνεται αντιληπτό ότι αυτό που η έννοια της φυλής ηµπορεί να περιγράφει σαφώς και ακριβώς, είναι επιφανειακές, καθαρώς φαινοτυπικές (δηλαδή αντιληπτές δια γυµνού οφθαλμού) διαφορές µεταξύ ανθρωπίνων οµάδων. Κατά  πόσον οι διαφορές αυτές είναι εν μέρει υποκειµενικές και ότι τέτοιου είδους διακρίσεις αναπροσαρμόζονται με βάση τα εκάστοτε διακριτικά κριτήρια, φαίνεται από το γεγονός πως διίστανται οι απόψεις περί του ακριβούς αριθµού των ανθρώπινων φυλών (περίπου στα χρόνια του μεγάλου Δαρβίνου επαρουσιάσθησαν «δραµατικές» αποκλίσεις καθώς οι φυλές υπελογίσθησαν από 2 έως 63). Συνεπώς η «φυλή» κατ’ αρχήν φαίνεται ως  µια ιδιαζόντως ασταθής ταξινοµική κατηγορία, χωρίς να υπάρχει απολύτως σαφώς καθορισµένο σηµείον όπου η διαδικασία ταξινομήσεως (περαιτέρω διαχωρισμού ή συνενώσεως) πρέπει να σταµατά.

Ο εν λόγω σχετικισµός ως προς την ύπαρξη σαφών φυλετικών διαχωρισµών, φαίνεται ενισχυόμενος όσον η ανθρωπολογική έρευνα μεταφέρεται στο πεδίον της βαθυτέρας, της υπογονιδιακής – µοριακής δοµής του ανθρώπου. Όσον η έµφαση μετατίθεται από τον μακροσκοπικό φαινότυπο στον μικροσκοπικό γονότυπο των αντιληπτών χαρακτηριστικών ενός οργανισµού, το απείκασμα της παραδοσιακής αντιλήψεως περί της ανθρωπείου ποικιλοµορφίας καθίσταται θολότερο. Ο λόγος είναι ότι, ενώ πράγματι διαπιστούνται σαφείς γενετικές διαφορές μεταξύ των ανθρωπίνων πληθυσµών, αυτές αφορούν στις εκάστοτε συγκεκριµένες υπό εξέτασιν περιοχές του γενετικού υλικού. Όταν ερευνώνται άλλες περιοχές του, προκύπτουν διαφορετικά αποτελέσματα, τα οποία δυνητικώς αλλάσσουν την κατηγοριοποίηση των πληθυσµών.

Δηλαδή, την ίδια στιγμή που κάποιος ηµπορεί να ανήκει σε µια συγκεκριμένη «ταξινομική κατηγορία» µε βάση το γονίδιο για το χρώµα του δέρµατός του, ηµπορεί να ανήκει και σε µιαν άλλη, διαφορετική πληθυσµιακή οµάδα, οριζομένη ως προς κάποιο άλλο γονιδιακό του χαρακτηριστικό, ορατό ή µη. Επιπλέον, ευλόγως δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο επιστημονικό ή απλώς ορθολογικό επιχείρημα περί του ότι θα έπρεπε κατά την διαδικασία ομαδοποιήσεως να αποδοθεί στον έναν ή στον άλλον γενετικό χαρακτήρα μεγαλυτέρα σπουδαιότητα. Άλλωστε  έχει διαπιστωθεί πως σχεδόν το 90% της δυνητικής γενετικής διαφοροποιήσεως µεταξύ ανθρώπων απαντά σε πληθυσµούς οι οποίοι ζουν στην ίδια ήπειρο, ενώ µόνον το 10% διαχωρίζει τους πληθυσμούς διαφορετικών ηπείρων. Ως εκ τούτου, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις όντως υφίσταται σαφής αδιαμφισβήτητος αντιστοιχία µεταξύ φαινοτυπικών και ορισμένων βαθυτέρων γονοτυπικών διαφοροποιήσεων, δεν ηµπορεί να αποδώσει κανείς σε αυτήν την αντιστοιχία γενικευτική ισχύ.

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 182)

Advertisements