Χωρίς τίτλο.jpg

Ο Πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών έχει εκφραστεί σαφώς και απερίφραστα υπέρ των μνημονίων. Όμως, σε μια λίαν αποκαλυπτική συνέντευξη, ο κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, μιλάει στο           «ΕΜΠΡΟΣ» για τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο εμπορικός και επιχειρηματικός κόσμος στην υπό την κατοχή των μνημονίων Ελλάδα.

Συνέντευξη στον Π. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟ

Θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος του επιχειρείν και του εμπορίου στην χώρα μας.

Η υπερφορολόγηση, η συνεχιζόμενη καθίζηση της ζήτησης, η έλλειψη ρευστότητας σε συνδυασμό με τον ακριβό και δυσεύρετο δανεισμό αποτελούν τα σημαντικότερα   προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί δημιουργούν ένα περιβάλλον ασφυκτικό, ειδικά για τις Μικρομεσαίες  Επιχειρήσεις οι οποίες δίνουν καθημερινά πλέον έναν αγώνα επιβίωσης.

Στην πράξη βλέπουμε ότι εδώ και 7 χρόνια το επιχειρείν βρίσκεται σε στάδιο φορολογικής εξόντωσης. Υπάρχει ποτέ περίπτωση αυτή η εξόντωση, να οδηγήσει σε οποιαδήποτε ανάκαμψη την Ελληνική οικονομία;

Ασφαλώς όχι. Κι αυτό είναι κάτι που έχουμε επισημάνει ήδη από το 2010, όταν η χώρα μπήκε για πρώτη φορά σε καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης. Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι τα αποσπασματικά μέτρα εισπρακτικού χαρακτήρα, όχι μόνο δεν λύνουν το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, αλλά αντίθετα το οξύνουν. Αποδεδειγμένα, κάθε αύξηση φόρου στην ήδη υπέρμετρη φορολόγηση που υφίστανται επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα καλλιεργεί το έδαφος για αύξηση των κρουσμάτων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Παράλληλα, η υψηλή φορολογία μειώνει ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα   των πολιτών και διατηρεί καθηλωμένη τη ζήτηση, υποβαθμίζει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και αποτρέπει νέες επενδύσεις, που θα μπορούσαν να   στηρίξουν την απασχόληση και την ανάπτυξη.

Φτάσαμε στο σημείο, ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων να καταφεύγει στις γειτονικές χώρες με χαμηλότερη-φιλικότερη φορολογία. Θα μπορούσατε να μας δώσετε μια εικόνα αυτού του πλήγματος με αριθμούς;

Η επιχειρηματική μετανάστευση είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο. Χώρες όπως  η Βουλγαρία και η Κύπρος προσφέρουν μια σειρά από πλεονεκτήματα, με κυριότερο την φορολογία: χαμηλό φορολογικό συντελεστή της τάξης του 10% και 15% για τον  βασικό φόρο και λίγο υψηλότερο για την φορολόγηση των μερισμάτων. Παρέχουν όμως και σταθερό φορολογικό περιβάλλον, ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζικό  δανεισμό, αλλά και απλούστερες διαδικασίες αδειοδότησης. Στην Ελλάδα, αντίθετα,  οι επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλουν σε φόρους και εισφορές πάνω από το 50% των εσόδων τους και επιπλέον, ψάχνουν κάθε τόσο να βρουν άκρη μέσα σε ένα χαώδες και ρευστό φορολογικό περιβάλλον. Γι’ αυτό και πολλές επιχειρήσεις και  επαγγελματίες οδηγούνται στη λύση της μεταφοράς έδρας. Με σκοπό όχι να φοροαποφύγουν, αλλά να επιβιώσουν. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί αριθμοί, της τάξης των δεκάδων χιλιάδων, όσον αφορά τον αριθμό των ελληνικών επιχειρήσεων  οι οποίες έχουν ήδη μεταναστεύσει. Κατά την άποψή μου, είναι δύσκολο να έχει κανείς ακριβή εικόνα. Είναι όμως γεγονός ότι όσο οι συνθήκες άσκησης του επιχειρείν στην Ελλάδα παραμένουν αρνητικές, η τάση φυγής θα διατηρείται και θα ενισχύεται.

 Πόσο ζημιώνει το γεγονός της εξόδου των επιχειρήσεων την οικονομία της χώρας και γιατί δεν υπάρχει καμία ενέργεια αποτροπής του φαινομένου εκ μέρους των αρμοδίων;

Η ζημιά είναι πολύπλευρη. Και μόνο το άνοιγμα λογαριασμού ή μητρώου σε άλλη χώρα, σημαίνει εκροή χρημάτων από την ελληνική αγορά, αλλά και το τραπεζικό σύστημα. Αν συνεχίσει να αυξάνεται η μετανάστευση επιχειρήσεων, θα μειωθούν ακόμη  περισσότερο τα φορολογικά έσοδα της χώρας, ενώ οι καταθέσεις των επιχειρήσεων θα διοχετεύονται πλέον σε ξένα τραπεζικά συστήματα. Ο μοναδικός τρόπος για να περιοριστεί το κύμα φυγής είναι η δραστική αλλαγή δημοσιονομικής πολιτικής, προς την κατεύθυνση της μείωσης της φορολογίας, σε συνδυασμό με  γενναία μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Κατά πόσο θεωρείτε πράγματι αναπτυξιακό τον νέο νόμο; Πιστεύετε ότι μπορεί ως έχει να φέρει κάποια βελτίωση;

Ο αναπτυξιακός  νόμος δεν αρκεί για να κινητοποιήσει το αναπτυξιακό άλμα που χρειάζεται η Ελλάδα.  Για να επιστρέψει η οικονομία στα προ κρίσης επίπεδα, θα χρειαστούν στα επόμενα χρόνια επενδύσεις άνω των 100δισ. ευρώ. Από τον αναπτυξιακό νόμο διατίθενται  μόλις 1 δις ευρώ για την χρηματοδότηση νέων επενδυτικών σχεδίων, ενώ τα υπόλοιπα   2,5 δις θα κατευθυνθούν στην αποπληρωμή παλαιών υποχρεώσεων. Θα έπρεπε, λοιπόν, να παρέχονται άλλα κίνητρα, κυρίως φορολογικά, στις επιχειρήσεις που επενδύουν, όπως είναι η πρακτική σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ αυτό δεν ισχύει, αντίθετα, η επιχειρηματική δραστηριότητα επιβαρύνεται με όλο και υψηλότερους φόρους.

Το ΕΣΠΑ με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, μπορεί να οδηγήσει σε κάποια ανάπτυξη τις επιχειρήσεις αλλά και την οικονομία της χώρας;

Οι πόροι που έχουν εξασφαλιστεί μέσω του νέου ΕΣΠΑ, προφανώς δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των κεφαλαίων που απαιτεί η ανάκαμψη της οικονομίας. Μπορούν, όμως, και πρέπει να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και παραγωγικών επενδύσεων σε  τομείς με κρίσιμο ρόλο στην  ανάπτυξη. Αυτό απαιτεί υψηλή στόχευση και αποτελεσματικότητα, τόσο στο επίπεδο του σχεδιασμού, όσο και στο επίπεδο της υλοποίησης. Χρειάζεται αφενός επικέντρωση σε τομείς όπου πραγματικά υπάρχει και ανάγκη και προοπτική  ανάπτυξης: στην εξωστρέφεια, στη νεοφυή επιχειρηματικότητα, στον τουρισμό, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας. Χρειάζεται, επίσης, έμφαση στην ενδυνάμωση της μικρής και μεσαίας επιχείρησης, κυρίως μέσα από τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε κεφάλαια για την χρηματοδότηση καινοτόμων ιδεών και την ενίσχυση της εξωστρέφειάς τους.

Η επιχειρηματικότητα βασίζεται στην καταναλωτική ισχύ. Πώς είναι δυνατόν να επιστρέψει η αγοραστική ισχύ μέσα από ένα περιβάλλον εξοντωτικής λιτότητας;

Η συνταγή της λιτότητας που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια με ευθύνη τόσο της   ελληνικής πλευράς όσο και των δανειστών, έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική. Για να επιτευχθεί δημοσιονομική εξυγίανση χωρίς να γονατίσει η πραγματική οικονομία,  θα πρέπει – όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία – το βάρος της προσαρμογής να πέφτει κατά 70% στον τομέα των δαπανών και κατά 30% στον τομέα των εσόδων, μέσω της φορολογίας. Στην Ελλάδα έχει γίνει το αντίθετο και γι’ αυτό η χώρα βρίσκεται βυθισμένη στην ύφεση.

Υπάρχει έστω και μικρή ελπίδα ανάκαμψης μέσα από αυτό το περιβάλλον  της υπερφορολόγησης και της εξοντωτικής λιτότητας;

Κάτω από τις σημερινές συνθήκες, οι ελπίδες είναι δυστυχώς ελάχιστες. Αλλαγή δημοσιονομικού μείγματος και γενναίες μεταρρυθμίσεις είναι ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η επιχειρηματικότητα, η απασχόληση και η ανάπτυξη.

Πού μας οδηγούν με όλες αυτές τις εκ των πραγμάτων λάθος μέχρι σήμερα κινήσεις τους;

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση τα τελευταία 9 χρόνια. Αυτό και μόνο δείχνει ότι κινούμαστε σε λανθασμένη κατεύθυνση. Αν συνεχιστεί η ίδια προσέγγιση, ακόμα κι αν υπάρξει θετικός ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ φέτος, η ανάκαμψη θα είναι μικρή και δύσκολα διατηρήσιμη στα επόμενα χρόνια.

Πού πρέπει κατά τη γνώμη σας να δοθεί έμφαση για να έλθουν έστω και  μακροπρόθεσμα κάποια οφέλη τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τις θέσεις εργασίας;

Είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί μια δημοσιονομική πολιτική με αναπτυξιακό προσανατολισμό, η οποία  θα κινητοποιεί –  αντί να ενοχοποιεί – την ιδιωτική πρωτοβουλία, τις επενδύσεις και  την απασχόληση. Μείωση φόρων, μείωση καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου και αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις, είναι το μόνο μείγμα που μπορεί να στηρίξει την προσπάθεια της χώρας για ανάπτυξη και δημοσιονομική βιωσιμότητα.  Θα πρέπει, τέλος, να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις για την βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος στην χώρα: για την αναμόρφωση της δημόσιας   διοίκησης, την βελτίωση της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης, την δημιουργία συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού στις αγορές και την διαμόρφωση ενός απλούστερου και σταθερού θεσμικού πλαισίου, με ξεκάθαρους κανόνες που να  ισχύουν για όλους.

(φ. 183)

 

 

Advertisements