Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  Κ΄

Ο λόγος για τον οποίον οι συχνές προηγηθείσες στην σειρά άρθρων παρατηρήσεις περί επιβεβλημένης επιφυλάξεως απέναντι στην παντοδυναμία της επιστήμης, έχουν ιδιαιτέρα και βαρύνουσα σηµασία δεν είναι μόνον  επειδή αυτές αναδεικνύουν πόσον αδύναμη και ανεπαρκής είναι σε ποικίλα ζητήματα η θεμελίωση μετρητών και αναπαραγωγίμων, επιστημονικώς ανεπιλήπτων  φυλετικών διαφορισμών και διακρίσεων στις κοινωνίες ! Έχουν επίσης βαρύνουσα σημασία διότι ενεργούν σκιαλυτικώς επί της διαδεδομένης και «έξωθεν» κατευθυνομένης σκοπίμου συγχύσεως μεταξύ διαφορετικών «κατηγοριών», διακριτικών των ανθρώπων, όπως είναι η γενετική, η φυλετική – φυσικοανθρωπολογική, η γλωσσική, η εθνική ή και γενικότερον η πολιτιστική.

Ίσως το χαρακτηριστικότερον σχετικό παράδειγμα διεπιστημονικής συγχύσεως, µε το οποίον είναι εν πολλοίς  εξοικειωμένος ο Έλλην αναγνώστης, αφορά στις απόψεις που διετύπωσε τον 19ον  αιώνα ο  Τυρολέζος ανατολιστής, δημοσιογράφος, περιηγητής, πολιτικός και ιστορικός Jakob Philipp Fallmerayer (Γιάκοµπ Φίλιπ Φαλμεράϋερ / 1790-1861) περί της «νοθευθείσης» τάχα φυλετικής καθαρότητoς των σύγχρονων Ελλήνων.

Συμφώνως προς τον Φαλμεράϋερ, ως αποτέλεσµα των μεταναστευτικών κινήσεων κατά διάρκεια του Μεσαίωνος, το «φύλον» (Geschlecht) των Ελλήνων εξηφανίσθη !  Στα βιβλία του τα οποία εξεδόθησαν κατά την δεκαετία του 1830,  [«Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος. Μέρος πρώτον: Παρακμή των Ελλήνων της Πελοποννήσου και επανοικισμός της κενής γης από σλαβικούς  λαούς» -1830 / Στουτγάρδη, « Ποιαν επίδραση είχεν η κατοχή της Ελλάδος από τους Σλάβους στο πεπρωμένον της πόλεως των Αθηνών και της  Αττικής υπαίθρου; Ή, μία λεπτομερεστέρα αιτιολόγηση της προταθείσης στον πρώτο τόμο της “Ιστορίας της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος” θεωρίας περί της προελεύσεως των σημερινών Γραικών» – 1835/ Στουτγάρδη και «Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά την διάρκεια του Μεσαίωνος. Μέρος δεύτερον: Ο Μοριάς, ερημωθείς από εσωτερικούς πολέμους μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών  και πλημμυρισθείς  από Αλβανούς εποίκους, κατεκτήθη εν τέλει υπό των Τούρκων. Από το 1250-1500 μετά Χριστόν»-1836/ Τυβίγγη] διετύπωσε την άποψη πως οι Έλληνες της νεοτέρας εποχής δεν κατάγονται από την φυλή των αρχαίων Ελλήνων, αλλά προέρχονται από Σλάβους, οι οποίοι εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνος, καθώς και Αλβανούς που εξηπλώθησαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεοτέρους χρόνους και οι οποίοι ανεμίχθησαν με Ελληνοφώνους, αλλά «μη Έλληνες το γένος» Βυζαντινούς πρόσφυγες, δημιουργούντες ως σύμφυρμα  τον λαό των νέων Ελλήνων. Οι σύγχρονοι Έλληνες λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον εξελληνισμένοι Σλάβοι και Αλβανοί, δίχως «ούτε µία σταγόνα αυθεντικού και καθαρού ελληνικού αίµατος» να κυλά πλέον μέσα στις φλέβες τους!

Το λογικόν πρόβληµα μιας τέτοιας θέσεως δεν είναι τόσον, (όπως ίσως αρχικώς φαίνεται), η κακόβουλη αμφισβήτηση της γενετικής συνεχείας της συγκεκριµένης εθνικής μας πληθυσµιακής οµάδος. Είναι πρωτίστως η χονδροειδής εξίσωση δύο διακριτών κατηγοριών : της γενετικής µε την πολιτιστική. Για τον Αυστριακό διανοούμενο, τα επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισµού εγένοντο, καθώς φαίνεται, κατανοητά κυρίως με όρους σφαλερώς φυλετικούς, δίχως ίδιος ο  Φαλμεράϋερ να εννοεί ακριβώς και να κατανοεί τι εστί φυλή. Κατά συνέπειαν, οι θεωρούμενοι ως εξελληνισµένοι Σλάβοι και εξελληνισμένοι Αλβανοί της εποχής του, αν και κατ’ αυτόν «εξελληνισµένοι», λευκοί Ευρωπαίοι, δεν ήσαν επαρκώς «Έλληνες», αφού συμφώνως προς την ελλειμματική άποψή του δεν ήσαν πλέον φορείς αυτού που ο ίδιος µε τις στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής του –τις οποίες ούτως ή άλλως δεν κατείχε ως μη ειδικός βιολογικός επιστήμων- ημπορούσε  να αντιληφθεί ως φυλετικό-γενετικό υλικό των αρχαίων Ελλήνων.

Παρά τα όποια ελαφρυντικά θα ηµπορούσαν ίσως να του παρέξουν οι ελλιπέστατες γνώσεις ανθρωπολογίας (πόσο µάλλον γενετικής) της εποχής του, όσον και η προσωπική του ανθρωπολογική γνωστική ένδεια, οι απόψεις του Φαλμεράϋερ αντανακλούν όχι µόνον την βαθυτάτη μεθοδολογική του σύγχυση, αλλά και μια σαφώς παραμορφωτική ερµηνευτική οπτική της πολιτιστικής εξελίξεως. Φανερώνουν µιαν εντελώς προκατειλημμένη και επιλεκτική ερευνητική προσέγγιση, αφού αυτή καθαυτήν η παραδοχή της υπάρξεως ανθρώπων µε µη ελληνικό «αίµα», αλλά  ελληνογλώσσων και φορέων του ελληνικού πολιτισµού, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει λογικώς τον Αυστριακό στην συνειδητοποίηση της διακρίσεως των κατηγοριών, διακρίσεως την οποίαν μάλιστα  η ιδία του παραδοχή επάγει και  συγκροτεί.

Είναι συνεπώς δυστύχημα ότι, ένα σεβαστόν µέρος τόσον του διεθνούς όσον και του εγχωρίου αντιλόγου κατά των αστηρίκτων υποθέσεων του Φαλμεράϋερ δεν ετόνισεν όσον έπρεπε τα ανθρωπολογικά του ελλείμματα,  καθώς και τα βαρέα μεθοδολογικά, αλλά και λογικά του ολισθήµατα. Αντιθέτως, παραλλήλως προς τις αοριστολογικές και αφαιρετικές μπουρδολογίες διαφόρων κηρύκων της πολυδυνάμου πολιτιστικής λειτουργίας υπό την οικονομική νομοτέλεια και τις παραγωγικές δυνάμεις, επιβιώνει ακόμη έως σήµερον, έως εμμονοϊδεακής συγχύσεως, ωσάν δαιμονολογικός «αντιρατσιστικός εξορκισμός», μια τάση καθολικής αρνήσεως και αποστροφής οιουδήποτε συσχετισμού του ανθρωπολογικού – φυλετικού στοιχείου µε το πολιτιστικό στοιχείο και συνεχίζεται αποσπασματικώς, ατόλμως και φοβικώς μια ημιτελής προσπάθεια να καταρριφθεί η υπόθεση του Φαλμεράϋερ µε ελλιπή επιχειρήματα υπέρ της ανθρωπολογικής διαχρονικής ακεραιότητος και γενετικής συνεχείας του Ελληνισµού, δίχως την  ορθή χρήση των αντιστοίχων ακλονήτων δεδομένων  που διατίθενται στο εθναμυντορικό οπλοστάσιο.

Επ’ αυτού χρειάζεται ιδιαιτέρα προσοχή, αφού τέτοιου είδους πρακτικές  ηµπορούν τώρα να πραγματωθούν και µε την κατάλληλο χρήση και αξιολόγηση στοιχείων της µοριακής γενετικής. Επί παραδείγµατι, σε έρευνες του μιτοχονδριακού DNA των ευρωπαϊκών πληθυσµών οι οποίες επραγματοποιήθησαν  τα τελευταία χρόνια, διεπιστώθη ότι τα ελληνικά  χαρακτηριστικά συστατικά παρουσιάζουν μείζονα εγγύτητα κυρίως προς τα ιταλικά (Απουλίας-Καλαβρίας, Λατίου) και πολύ ολιγότερον προς αυτά των σλαβικών λαών. [Alessandro Achilli και συνεργατών, στο  «Mitochondrial DNA Variation of Modern Tuscans Supports the Near Eastern Origin of Etruscans»  στο «American  Journal of  Human Genetics» τεύχος   80(4), του Απριλίου του 2007, σελίδες 759–768.)].

Ο µόνος σλαβικός – πληθυσµός που ευρίσκεται κοντά στην ευρυτέρα ελληνοϊταλική οµάδα είναι ο βουλγαρικός, αυτός όµως παρουσιάζει σαφείς διαφορές σε σχέση µε τα δείγματα των υπολοίπων Σλάβων, δηµιουργών την υπόνοιαν ότι ο σηµερινός βουλγαρόφωνος πληθυσµός αποτελείται σε σηµαντικό βαθµό από παλαιότερα (και κάποτε εκσλαβισθέντα και εκβουλγαρισθέντα) στοιχεία της μέσης Βαλκανικής. Ανάλογα αποτελέσµατα έχουν αποδώσει και μελέτες  του χρωµοσώµατος Υ, όπου και εδώ τα ελληνικά δείγματα ταξινομούνται με τα άλλα βαλκανικά (των Βουλγάρων και των Ρουµάνων), καθώς και των Ούγγρων,  ευρίσκονται όμως σε διαφορετικές οµάδες από αυτά των άλλων σλαβικών λαών και των Αλβανών. [Όρα Roewer και λοιπών: «Signature of recent historical events in the European Y-chromosomal Short Tandem Repeat haplotype distribution», στο «Human Genetics» του Μαρτίου 2005, τεύχος 116/4, σελίδες 279-91.]

Ωστόσον σε άλλες έρευνες ιδίου τύπου DNA, οι µεταξύ των σλαβικών λαών κυρίαρχες απλοοµάδες R1a και l1b εµφανίζουν συχνότητα περί το 25% και µεταξύ των Ελλήνων. Καθώς όµως, αυτές οι απλοοµάδες είναι παλαιολιθικής ηλικίας, προφανώς είναι ασαφές αν η παρουσία τους στην Ελλάδα σχετίζεται µε τις ιστορικές σλαβικές μεταναστευτικές κινήσεις κατά την περίοδον του Μεσαίωνος. Σαφές και βέβαιον σηµείον περαιτέρω ευκρινούς διαφοροποιήσεως των Ελλήνων προς τους Σλάβους αποτελεί η έντονη παρουσία της νεολιθικής απλοοµάδος E3b1 (Ε-Μ35), η οποία, σπανία ούσα µεταξύ των σλαβικών λαών, απαντάται   ειδικώς στην Πελοπόννησο (που ενέχει κεντρικόν ρόλο στις υποθέσεις του Φαλμεράϋερ) σε ποσοστό 47%. [Όρα Ornella Semino και λοιπών  «Origin, Diffusion, and Differentiation of Y-Chromosome Haplogroups E and J: Inferences on the Neolithization of Europe and Later Migratory Events in the Mediterranean Area»  στο «American Journal of Human  Genetics» του Μαΐου  2004, τεύχος 74/5, σελίδες 1023-1034.]

Είναι σαφές ότι παρά τις ενδεχόμενες  μεθοδολογικές ασάφειες οι οποίες συνοδεύουν τις έρευνες αυτού του είδους, μερικά εκ των προηγουμένως αναφερθέντων αποτελεσμάτων θα ηµπορούσαν ανεπιφυλάκτως να χρησιμοποιηθούν λίαν επιτυχώς για την ανασκευή των υποθέσεων του Jakob Φαλμεράϋερ. Όµως θα αποτελούσε μείζον σφάλµα να στηριχθεί αποκλειστικώς και μόνον επί της γενετικής βάσεως δεδοµένων το οιοδήποτε επιχείρηµα περί της πολιτιστικής συνεχείας του ελληνικού πληθυσμού, όσον τεραστία και αδιάψευστο  πραγµατική σηµασία διαθέτουν οι βιολογικές μετρητές και αναπαραγώγιμες αποδείξεις, ότι δεν διερράγη η γενετική συνέχεια του πληθυσμού του Έθνους μας, οπότε ο ζων Ελληνισμός διετήρησε ακεραία την δυνατότητα συνεχείας και περαιτέρω αναπτύξεως του προγονικού πολιτισμού. Στην εθνικιστική σκέψη, σε πείσμα των καθεστωτικών σκοταδιστών και της πολιτικής ορθότητος των ανελευθέρων ιερατείων,  η  διαδικασία επιστημονικής εξετάσεως του ανθρώπου στηρίζεται μεν στην φυσική ανθρωπολογία και εμπλουτίζεται με την ανθρώπειο γενετική και την φυλογνωσία, όμως  ουδενί λόγω εκπίπτει σε μια λογιστική – μηχανιστική ζωολογία του ανθρωπίνου όντος, αλλά επεκτείνεται  στην ιστορική και στην πνευματική διάστασή του.

Εδώ θεωρείται εξόχως σκόπιμη η συμπληρωματική παράθεση του φιλοσοφικού ταυτοτικού ελληνικού μας αυτοπροσδιορισμού, όπως μας τον εδίδαξε ο αείμνηστος λάτρης της Αρχαίας Ελλάδος και της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομίας της, ερασιθάνατος Καθηγητής Δημήτρης Νικολακάκος – Λιαντίνης,  στο εισαγωγικό του σχόλιο στα «Ελληνικά» του 1992:

«Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς:

Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση, όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων.

Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης, όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων.

Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.

Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 183)

 

 

Advertisements