Χωρίς τίτλο.jpg

Φόβος: κυριολεκτικώς, η φυγή λόγω δειλίας.

Δείμος και Φόβος ονομάζονται οι δύο υιοί του Άρεως, ως τρέποντες τους εναντίους (= εχθρούς) εις φυγήν. Δια  τούτο οι δύο δορυφόροι του πλανήτου Άρεως ονομάζονται Δείμος και Φόβος.

«Φόβος εστί προσδοκία κακού».

(Διογένης Λαέρτιος)

Δέος ή δείμος: φόβος, τρόμος εκ του δέω = δένω.

«του δέους το σώμα δέοντος ως αληθώς».

Δείμα: το αντικείμενον του φόβου, δέος σημαίνει και σεβασμός!

Τρόμος: ηχοποίητος λέξις εκ του τρ…. τρ…. = τρέμω.

Τάρβος, τάρβη: «το δειλιάν ταρβείν λέγεται και η δειλία τάρβος, παρά το ταράσσεσθαι η βοή τοις δειλιώσιν» (= από την ταραχή, που φέρνει η βοή στους δειλούς). (Ευστάθιος), δηλαδή ταρβίζω – «τραυλίζω».

Όκνος: έλλειψις τόλμης, δισταγμός: όχι + νέω = όχνος = όκνος.

Πτόησις ή πτόα ή πτοίη: ταραχή, παράλογος φόβος. Πτώσσω = μαζεύομαι, ζαρώνω, γίνομαι ως πτυχή!

Τάραχος ή ταραχή ή τάρχη: εκ του ταράσσω και θράσσω.

Πανικός: ο ανεξέλεγκτος φόβος. Είτε εκ του Θεού Πανός, ο οποίος ενέσπειρε πανικόν εις τους Πέρσας κατά την μάχην  του Μαραθώνος, είτε πολύ παλαιότερον, από τον στρατηγόν του Διονύσου Πάνα, κατά την εκστρατείαν εις Ινδίας:

«Διονύσου στρατηγός ην Παν… πρώτος ούτος τοις πολεμίοις φόβον ενέβαλε σοφία και τέχνη…».

(Πολυαίου Στρατηγήματα Α’2)

Μόρμορος: φόβος μετά ανησυχίας, συγγενής του «μέριμνα», μέρμερος (= έμφροντις).

Μόρμος: κενός φόβος. Μορμώ = ο «μπαμπούλας».

Θάπας: φόβος (Ησύχιος), εκ του θάμβος.

Φρίκη: τρεμούλιασμα από φόβο, ανατριχίλα, ως ο ελαφρός κυματισμός της θαλάσσης.

Αγωνία: «επί του μέλλοντος κατέρχεσθαι εις αγώνα, καταχρηστικώς δε και επί του απλού φόβου» (Ωρίων).

Συστολή: συν+στέλλομαι, στέλλεται = φοβείται (Ησύχιος).

Η ανδρεία ή η δειλία καθορίζουν αντιστοίχως εάν κάποιος θα ζήση ελεύθερος ή δούλος. Η ελευθερία είναι για τον Έλληνα το ύψιστον αγαθόν!

«Την γαρ δουλείαν φεύγοντες, ευκλεά θάνατον αιρούνται» (= προτιμούν). Ανδοκίδης.

«Ελευθερίας γλιχόμενοι αμινεύμεθα

ούτως όκως αν δυνώμεθα»

(Ηρόδοτος Η’ 143)

(Επιθυμούντες σφοδρώς την ελευθερίαν

θα αμυνθούμε με κάθε τρόπο).

απαντούν στον Μαρδόνιο προς της μάχης των Πλαταιών.

Και με τον παιάνα:

«Παίδες Ελλήνων ίτε

ελευθερούτε πατρίδα

ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,

θεών τε πατρώων έδη (= βωμούς)

θήκας (= τάφους) τε προγόνων.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών».

(Αισχύλου Πέρσαι 399)

Ο Αριστοτέλης καθορίζει:

«Ελεύθερος άνθρωπος,

ο αυτού ένεκα, και μη άλλου ζων»!

(Μετά τα Φυσικά Α2)

«Η πόλις, κοινωνία

ελευθέρων εστίν».

(Πολιτικά Γ6)

«Ελεύθερον δε εστί

το ότι αν βούληταί τις ποιείν,

ώστε ζην εν ταις τοιαύταις

δημοκρατίαις

έκαστος ως βούλεται».

(Πολιτικά Γ6)

Διά να μην νομίζουν όμως ότι ελευθερία είναι ασυδοσία, διευκρινίζεται ότι δεν είναι δουλεία να ζη κάποιος σύμφωνα με τον νόμο:

«Ου γαρ οίεσθαι (= να νομίζη) δουλείαν είναι το ζην προς την Πολιτείαν, αλλά σωτηρίαν».

Ταυτόσημον το λεχθέν υπό του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη: «Φρόνιμος ελευθερία».

«Ελεύθερο εστίν,

ω γίγνεται πάντα κατά προαίρεσιν (= ελευθέραν εκλογήν) και ον ούτε αναγκάσαι εστίν,

ούτε κωλύσαι, ούτε βιάσασθαι».

(Επίκτητος, Διατριβαί IVα’1)

«Η παρρησία

εστίν ίδιον της Ελευθερίας»

(παρρησία: παν+ρήσις = ελευθερία λόγου).

Δημόκριτος

«Χαίρε, ω χαίρε λευτεριά»

Διονύσιος Σολωμός

Ελευθερία: «το ελεύθειν (= έρχεσθαι, πορεύεσθαι) όπου ερά τις», δηλαδή, το να ημπορή κάποιος να πηγαίνει όπου θέλει. Η ελευθέρα κίνησις, μετακίνησις, διακίνησις σε όλα… και στις ιδέες!

Οι Έλληνες προτιμούσαν ανέκαθεν να χάσουν την ζωήν τους («τεθνάναι καλώς ή ζην αισχρώς») παρά να χάσουν την ελευθερία τους και να υποδουλωθούν εις τους βαρβάρους λαούς!

Οι σημερινοί Ρωμιοί;;;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(φ. 183)

Advertisements