Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  ΚΑ΄

Τα άρθρα που συναπαρτίζουν την παρούσα και τρέχουσα εθνολογική – ιστορική – ανθρωπολογική σειρά, ασχολούνται με τις διανοητικές δραστηριότητες και σκέψεις των ανθρώπων. Δεν ασχολούνται με πράξεις και δράσεις που ανελήφθησαν στο πολιτικό πεδίο για να εφαρμοσθούν εμπράκτως οι ιδέες που υπήρξαν ή υπάρχουν στον νου. Επίσης τα θέματα που εξετάζονται εδώ, ακροθιγώς και συνοπτικώς, είναι ολιγότερον οικεία ή γνώριμα στον μέσο, μη ειδικό αναγνώστη, επειδή οι πληροφορίες που παρατίθενται είναι διάσπαρτες μεταξύ πολλών, πολύ διαφορετικών και σε ορισμένες περιπτώσεις απροσμένων, ελάχιστα γνωστών, ή και μάλλον δυσπροσίτων  στις ημέρες μας πηγών πληροφοριών.

Τα υπό εξέταση ευρύτερα και πολυπληθή συστατικά του  θέματος περί της «Καταγωγής των Ελλήνων», δεν είναι μόνον εγγενώς ενδιαφέροντα, επιπλέον περιέχουν ένα μήνυμα και για τις ενεστώσες – τρέχουσες ημέρες.

Παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους πρώτους συναφείς ανθρωπολόγους στοχαστές έσφαλαν στις εκτιμήσεις και πεποιθήσεις τους, μερικοί από αυτούς παρέχουν εξαίρετα παραδείγματα που θα ημπορούσαν κάλλιστα να ακολουθούνται και σήμερον.

Ειδικότερον είναι επιβεβλημένο  να γνωρίσει κανείς την έξοχο και αξία σπουδής τετράδα των προ της προόδου της γενετικής επιστήμης διακεκριμένων βιολόγων Johann Friedrich Blumenbach, Samuel Thomas von Sφmmerring, Pieter ή Petrus Camper και Friedrich Tiedemann. Επρόκειτο για όντως οξυδερκείς  άνδρες οι οποίοι ανεφέρθησαν αφόβως στο «εθνικόν ζήτημα». Καθ’ οιονδήποτε τρόπον δεν συμφωνούν ακριβώς μεταξύ τους, αλλά δεν επεδόθησαν σε προσωπικές κρίσεις, μικροπρεπείς αντεγκλήσεις και επιθέσεις. Στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους επεδίωξαν να μεταφέρουν όσες πληροφορίες ήσαν διαθέσιμες στην εποχή τους επί ενός εξόχως δυσχερούς αντικειμένου. Ήσαν άνδρες με ευρυτάτη γνώση και δόκιμο κρίση, πράγματι ανοικτόμυαλοι ερευνητές της αλήθειας.

Τα κείμενα που αναφέρονται και ασχολούνται με το πρωιμότερον μέρος της Ιστορίας, αναποφεύκτως είναι κάπως ασύνδετα, επειδή η έλλειψη σχέσεως μεταξύ των περισσότερων από τις διαθέσιμες πηγές πληροφορήσεως καθιστά σχεδόν αδύνατο να συνυφανθούν όλα μαζί τα διαθέσιμα δεδομένα σε ένα συνεχές σύνολο. Η μελέτη του θέματος, την οποίαν αφορά αυτή η σειρά άρθρων σε μεγάλο βαθμό, ημπορεί εν μέρει να φαίνεται αίφνης ως σπατάλη χρόνου και έργου, όπως με την αναζήτηση στοιχείων σχετικώς με τους απομεμακρυσμένους προγόνους του ανθρώπου στα μέσα του Πλειστόκαινου, (ίσως πενήντα χιλιάδες ή και περισσότερα χρόνια πριν), κατά την διάρκεια της τελευταίας μεγάλης παγετώδους φάσεως.

Πώς άραγε αντέδρασαν μεταξύ τους οι διάφορες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες του ανθρώπου (δηλαδή συλλογικότητες ανθρώπων με αντίληψη των μελών τους ότι έχουν κοινή καταγωγή και  εμπειρίες, καθώς και μοιράζονται μια κοινή ιστορία και παραδόσεις που τα διαχωρίζουν από άλλες ομάδες) στο μακρινό παρελθόν; Είναι αλήθεια ότι επί του παρόντος δεν διαθέτουμε επαρκή ακριβή στοιχεία ώστε να μας δοθεί η δυνατότης να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα, αλλά τουλάχιστον ημπορούμε πράγματι να ιδούμε πώς θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί κάποτε ένα ικανό μέγεθος γνώσεως επ’ αυτού του ζητήματος.

Ο Σάμουελ Τόμας φον Ζέμερινγκ (Samuel Thomas von Sοmmerring, 1755 – 1830) ήταν Γερμανός ιατρός, ανατόμος, φυσιολόγος, ανθρωπολόγος, παλαιοντολόγος και εφευρέτης. Ο Ζέμερινγκ ανακάλυψε την κηλίδα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ανθρωπίνου οφθαλμού. Οι έρευνες τις οποίες επραγματοποίησε σχετικώς με τον εγκέφαλο και το νευρικόν σύστημα, τα αισθητήρια όργανα, το έμβρυον και τις δυσμορφίες του και την δομή των πνευμόνων τον τοποθετούν μεταξύ των κορυφαίων Ευρωπαίων ανατόμων. Ο Ζέμερινγκ έγινε καθηγητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιον της Μαγεντίας το 1784, όπου και συνέγραψε το περίφημο εξάτομο σύγγραμμά του «De corporis humani Fabrica». Το 1803 ετοποθετήθη καθηγητής στο Πανεπιστήμιον της Χαϊδελβέργης. Στο έργο του «Περί της σωματικής διαφοράς του Μαύρου από τον Ευρωπαίο» («Uber die korperliche Verschiedenheit des Mohren vom Europaer», το 1784, υπεστήριξε την θεωρία ότι η επί μέρους μορφολογία του ανθρωπίνου σώματος διαφέρει ανάλογα με την φυλή κάθε ανθρώπου. Ο Ζέμερινγκ επεχείρησε να καθορίσει τις βάσεις της παθολογοανατομίας, κυρίως εκείνης των αισθητηρίων οργάνων. Στο έργον του «Tabulae baseos encephali», που εδημοσιεύθη στην Φρανκφούρτη το 1811, επαρουσίασε διεξοδικότατα σε πίνακες τις βασικές διαφορές που έχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος από εκείνον των ζώων. Στο Μουσείον Ανατομίας του Κάσσελ προέβη σε λίαν σημαντικές παρατηρήσεις επί ακεφάλων και πολυκεφάλων τεράτων. Το σημαντικότερον έργο του (στο οποίον οφείλει και την μεγάλη του φήμη) είναι το «Icones embryorum humanorum», μια θεμελιώδης συνεισφορά στην Εμβρυολογία. Άλλα σημαντικά έργα του ήσαν το «Περί διασταυρώσεως των οπτικών νεύρων» (1786) και «Περί εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού» (1788).

Ο Πέτρος ή συνήθως γνωστότερος με το εκλατινισμένο όνομα «Πέτρους» Κάμπερ (Pieter – Petrus Camper, 1722 – 1789), ήταν ένας Ολλανδός ιατρός, ανατόμος, φυσιολόγος, μαιευτήρ, ζωολόγος, ανθρωπολόγος, παλαιοντολόγος και φυσιοδίφης. Πέραν της ποικιλότητος των ανθρώπων, εμελέτησε ειδικότερον και τους ουρακοτάγκους, τους  ρινοκέρους, καθώς και το κρανίον ενός προϊστορικού μοσασαύρου, τον οποίον εθεώρησε ως φάλαινα. Από τα πρώτα ενδιαφέροντά του ήσαν η συγκριτική ανατομία και η παλαιοντολογία, ενώ επίσης εφηύρε την μέτρηση της γωνίας του προσώπου (που φέρει το επώνυμόν του). Ο Κάμπερ δεν ήταν ένας βαρετός καθηγητής, ένας σχολαστικός ακαδημαϊκός καθηλωμένος και «ριζωμένος» στην βιβλιοθήκη του, ο οποίος απλώς λόγω εύρους και βάθους γνώσεων κατέστη διασημότης στην Ευρώπη και μέλος της «Βασιλικής Εταιρείας» της Πατρίδος του. Επέδειξε επιπλέον έμπρακτο ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική και τα μαθηματικά, ενώ παρήγαγε ακριβέστατα και λεπτομερή σχέδια για τα μαθήματα και τις διαλέξεις του. Επίσης εσχεδίασε και κατεσκεύασε  πληθώρα εργαλείων για τους ασθενείς του, επιδιώκων πάντα να είναι πρακτικός και ωφέλιμος. Άλλωστε υπήρξε συνάμα και γλύπτης, προστάτης των τεχνών και δραστήριος πολιτικός συντηρητικών απόψεων.

Ο Φρήντριχ Τήντεμαν (Friedrich Tiedemann, 1781-1861) ήταν ένας Γερμανός ανατόμος και φυσιολόγος. Ο Τήντεμαν επέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως Καθηγητής της ανατομίας και της  φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιον της Χαϊδελβέργης, μια θέση στην οποία εδιορίσθη το 1816, αφού συνεπλήρωσε μια δεκαετία ως Καθηγητής της ανατομίας και της ζωολογίας στο Πανεπιστήμιον του Λάντσχουτ. Εξελέγη μέλος της σουηδικής «Βασιλικής Ακαδημίας των Επιστημών» το 1827. Το 1836, εξελέγη επίτιμο μέλος του «Βασιλικού Κολεγίου Χειρουργών της Ιρλανδίας». Υπήρξε ολοψύχως αφιερωμένος στη μελέτη της φυσικής επιστήμης και, μετά την μετακίνησή του στο Παρίσι, κατέστη ένθερμος οπαδός του μεγαλοφυούς παλαιοντολόγου Ζωρζ Κυβιέ (Georges Cuvier). Με την επιστροφή του στην Γερμανία συνέχισε την μεθοδική και απροκατάληπτο ανατομική έρευνά του, αγωνιζόμενος κατά των ποικίλων διαδεδομένων αστόχων εικασιών. Προέβη σε αξιόλογες μελέτες για την ανάπτυξη του ανθρωπίνου εγκεφάλου, ενώ εσυνέχισε και τις έρευνες και μελέτες του φιλοσόφου και ψυχολόγου πατρός του Ντήτριχ Τήντεμαν για την ανάπτυξη της νοημοσύνης.

Ο Τήντεμαν, ως ενδελεχής μελετητής των ανθρωπίνων ποικιλιών, ήταν ένα από τα πρώτα πρόσωπα που προέβησαν σε συστηματική επιστημονική προσέγγιση αλλά και σαφή ακριβή  αμφισβήτηση του ρατσισμού. Στο κείμενό του με τίτλο «Ο εγκέφαλος του Νέγρου συγκριθείς με εκείνον του Ευρωπαίου και του Ουρακοτάγκου» («Das Hirn des Negers mit dem des Europaers und Orang-Outangs verglichen») εκδοθέν στην Χαϊδελβέργη το 1837, υπεστήριξε με βάση κρανιομετρικές και εγκεφαλικές μετρήσεις που διενήργησε ο ίδιος επί Ευρωπαίων και Νέγρων ανδρών από διάφορα μέρη του κόσμου, ότι η κοινή (τότε) ευρωπαϊκή πεποίθηση πως οι νέγροι έχουν μικρότερον εγκέφαλο άρα είναι διανοητικώς κατώτεροι, είναι επιστημονικώς ανακριβής και στηρίζεται εν πολλοίς σε αυθαίρετες υποκειμενικές εκτιμήσεις ταξιδιωτών και εξερευνητών.

Το 1827 έγινε ανταποκριτής της «Βασιλικής Ολλανδικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών», ενώ το 1851 ενετάχθη στον οργανισμό ως ισότιμο ξένο μέλος. Εξελέγη επίσης ως Επίτιμο μέλος της «Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών» το 1849.

Ο Τήντεμαν επηρεάσθηκε εντονότατα από τον περιβόητο Ιωάννη – Βαπτιστή Λαμάρκ (Jean-Baptiste Lamarck) και απεδέχθη την «διαμετάλλαξη» ή «μεταστοιχείωση» των ειδών που επρέσβευε αυτός. Ο ιστορικός της επιστήμης Robert Richards έγραψε χαρακτηριστικώς ότι ο πολύς Τήντεμαν «συνήνωσε την βασική έννοια της εξελίξεως των ειδών, υπό μιαν  Λαμαρκιανή αίσθηση, με την πρόταση ότι τα ανώτερα ζώα κατά την εμβρυολογική τους ανάπτυξη ανακεφαλαιώνουν τα μορφολογικά στάδια εκείνων των ζώων που ευρίσκονται  χαμηλότερον στην εξελικτική κλίμακα.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 184)

 

 

Advertisements